Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2007

Εγώ δεν είμαι Ποιητής

Ένα τραγούδι, που πολλές φορές στη ζωή μου ένιωσα να ταυτίζομαι με αυτό.

Εγώ δεν είμαι ποιητής
είμαι στιχάκι
Είμαι στιχάκι της στιγμής
πάνω σε τοίχο φυλακής
και σε παγκάκι
Είμαι στιχάκι της στιγμής
πάνω σε τοίχο φυλακής
και σε παγκάκι

Με τραγουδάνε οι τρελοί
και οι αλήτες
Καταραμένη είμαι φυλή
με μιαν εξόριστη ψυχή
σ' άλλους πλανήτες
Καταραμένη είμαι φυλή
με μιαν εξόριστη ψυχή
σ' άλλους πλανήτες

Εγώ δεν είμαι ποιητής
είμ' ο λυγμός του
Είμαι ένας δείπνος μυστικός
δίπλα ο Ιούδας κλαίει σκυφτός
κι είμ' ο αδερφός του
Είμαι ένας δείπνος μυστικός
δίπλα ο Ιούδας κλαίει σκυφτός
κι είμ' ο αδερφός του

Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2007

Επιτέλους διακοπές

Επιτέλους διακοπές. Θα είχε την ευκαιρία να περάσει λίγες ημέρες ξεγνοιασιάς με τους αγαπημένους του φίλους. Ένιωθε τυχερός που είχε όχι έναν, αλλά τρεις πραγματικούς φίλους σ'αυτή τη ζωή. Τρία αγόρια, μια κοπέλα, μια παρέα αχώριστη τα τελευταία χρόνια. Ζούσαν μαζί τις χαρές και τις λύπες, μοιράζονταν τις όμορφες στιγμές της ζωής κι ήταν ικανοποιημένοι που είχαν ο ένας τον άλλο. Και νάτοι τώρα μέσα στο αυτοκίνητο, έτοιμοι για νέες περιπέτειες. Καθώς ήταν η σειρά του να οδηγήσει, ήταν κι αυτός που επέλεξε την μουσική. Μπορεί να μην είχαν τα ίδια γούστα αλλά μοιράζονταν την ίδια αισθητική κι έτσι εκτιμούσαν τις επιλογές αλλήλων. Πλησίαζε το σούρουπο και μόλις είχαν αρχίσει οι διακοπές. Η ευφορία διάχυτη μέσα στο αυτοκίνητο, οπότε όταν τον είδε και συνειδητοποίησε τι έκανε ήταν πλέον αργά. Προσπάθησε να τον αποφύγει αλλά δεν τα κατάφερε. Ξέφυγε απ΄την πορεία του, κατηφόρισε την πλαγιά και σταμάτησε απότομα σ'ένα δένδρο...

Είχε καιρό να βρεθεί σε καζίνο. Μετά από πολύχρονη θεραπεία είχε καταφέρει να αποβάλλει το πάθος του. Και τώρα πλησίαζαν οι εορτές. Μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό του μια μικρή παρεκτροπή. Λίγο, έτσι για να ξαναθυμηθεί την υπέροχη εκείνη αίσθηση. Κάθισε στο τραπέζι του μπλακ τζακ κι άρχισε να παίζει. Το ζεστό, ειλικρινές χαμόγελο της κρουπιέρισσας επιβεβαίωσε την επιλογή του. Καθώς περνούσε η ώρα κέρδιζε όλο και περισσότερα, κι η κρουπιέρισσα ακόμη χαμογελούσε. Ήξερε ότι η γυναίκα του θα θύμωνε αλλά τουλάχιστον όταν τις έδειχνε τα κέρδη θα μαλάκωνε, ειδικά βλέποντας ότι δεν έχασε τον έλεγχο. Αλλά τι γίνεται, εδώ και 2-3 γύρους χάνει; Δεν πειράζει είχε ακόμη αρκετά κέρδη οπότε σκέφτηκε να συνεχίσει για ακόμη λίγο. Αλλά συνεχώς έχανε, τα κέρδη του μειώνονταν σημαντικά. Τι είχαμε, τι χάσαμε σκέφτηκε και συνέχισε ώσπου έφτασε στα ίσα του. Σύμφωνα με όσα είχε ζήσει τα προηγούμενα χρόνια αλλά και τις ατέλειωτες ώρες θεραπείας ήξερε ότι τώρα έπρεπε να σταματήσει. Αλλά τι διάολο, ας το απολαύσει λίγο ακόμη. Κι όλο έχανε, και το χαμόγελο της κρουπιέρισσας γινόταν ολοένα κι πιο κρύο, πιο διστακτικό. Κι ήταν σαν κάτι να ήθελε να του πει, αλλά δε μιλούσε, μόνο μοίραζε τα φύλλα. Ώσπου έφτασε να χάσει όλες τις αποταμιεύσεις τους. Μα τι είχε κάνει; Πως θα επέστρεφε τώρα στην οικογένεια του, πως θα τους ανακοίνωνε ότι, για μια ακόμη φορά, πέταξε και το τελευταίο ευρώ λόγω του πάθους του; Όχι δεν μπορούσε να τους το κάνει αυτό. Η μόνη του επιλογή ήταν να συνεχίσει να παίζει για να τα ξανακερδίσει. Και ζήτησε να βάλει υποθήκη του σπίτι του. Το χαμόγελο της κρουπιέρισσας γέμισε τώρα με τρόμο αλλά πάλι δεν είπε τίποτα. Κι έχασε και το σπίτι. Έδωσε την τελευταία μάρκα στην κρουπιέρισσα κι έφυγε απ'το καζίνο. Ο κρύος αέρας τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Αυτήν τη φορά είχε πάει πολύ μακριά. Είχε καταστρέψει την οικογένειά του. Μόνο μια λύση έβλεπε: να έβαζε τέλος στη ζωή του. Έτσι, αφενός μεν θα είχε την επιλογή η οικογένεια να αποποιηθεί την κληρονομιά και να γλυτώσει το σπίτι, αφετέρου θα την απάλλασσε μια και καλή απ'την καταστροφική του παρουσία. Άρχισε να κατηφορίζει, περπατούσε αρκετές ώρες όταν βρήκε το θάρρος. Στάθηκε στην άκρη του δρόμου και περίμενε το πρώτο αυτοκίνητο που θα περνούσε. Κι όταν αυτό εμφανίστηκε έπεσε στις ρόδες του. Ο οδηγός του προσπάθησε να τον αποφύγει αλλά ευτυχώς δεν τα κατάφερε. Έμεινε ακίνητος στην άσφαλτο, ένιωθε τη ζωή να τον εγκαταλείπει. Επιτέλους θα πρόσφερε κάτι στην οικογένειά του...

Όταν συνήλθε ήταν ήδη νύχτα. Προς στιγμή νόμισε ότι δεν είχε ανοίξει τα μάτια αλλά στην πραγματικότητα ήταν το σκοτάδι που ήταν πολύ πυκνό. Τι είχε συμβεί; Θυμήθηκε τότε τον άνθρωπο που χτύπησε. Βγήκε απ'το αυτοκίνητο κι άρχισε να ανεβαίνει την πλαγιά ώσπου έφτασε στο δρόμο. Τον είδε εκεί, ακίνητο μέσα σε μια λίμνη αίματος, χωρίς σφυγμό. Ήταν νεκρός. Είχε σκοτώσει έναν άνθρωπο και θα έπρεπε να ζήσει μ'αυτό. Προσπάθησε να θυμηθεί πως είχε γίνει. Είχε την εντύπωση ότι αυτός ο άνθρωπος είχε πέσει μπροστά στο αυτοκίνητο. Ακόμη κι έτσι όμως, τον είχε σκοτώσει. Ίσως αν ήταν πιο προσεκτικός, αν δεν είχε αφαιρεθεί με τους φίλους του... Οι φίλοι του, που ήταν; Πήρε τρέχοντας την πλαγιά κι όταν έφτασε στο αυτοκίνητο τους αντίκρυσε εκεί και τους τρεις, νεκρούς. Όχι, δεν μπορεί. Ένιωθε να χάνεται, ο πόνος τον πλημμύριζε, γιατί; Γιατί δεν πέθανε κι αυτός μαζί τους; Έπεσε στα γόνατα κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς σιωπηρούς. Κι έκλαιγε ώρες πολλές. Ώσπου σηκώθηκε, εκτός πραγματικότητας πλέον, σε κατάσταση σοκ κι άρχισε να περιπλανιέται. Βρήκε κάτι χαλάσματα κι έπεσε και κοιμήθηκε. Όταν ξύπνησε, είχε ξημερώσει. Δε θυμόταν τίποτα αλλά πονούσε, πονούσε στην καρδιά του, στην ψυχή του. Και συνέχισε να περιπλανιέται σα ζωντανός νεκρός μέσα στην ερημιά. Χωρίς να θυμάται, χωρίς να αισθάνεται τίποτα άλλο πέρα απ'τον πόνο. Κι ήρθε η νύχτα, και μετά η αυγή. Κι αυτός περπατούσε χωρίς να ξέρει που πηγαίνει. Κάποια στιγμή η πορεία του σταμάτησε γιατί έφτασε στο Μεγάλο Κανάλι. Ο δρόμος ευθεία ήταν γκρεμός. Κι εκεί απέναντι, την είδε, μ'ένα μωρό στην αγκαλιά της να στέκεται στην άκρη του γκρεμού μ'ένα βλέμμα απλανές. Τότε τα θυμήθηκε όλα, τον άνθρωπο που έπεσε στις ρόδες του, τους φίλους του νεκρούς μέσα στο αυτοκίνητο κι αυτός να συνεχίζει να ζει. Μια κενή ζωή. Έφερε στο μυαλό του τις τελευταίες τους στιγμές στο αυτοκίνητο. Πονούσε τόσο πολύ κι ήταν έτοιμος να πέσει όταν... Μα τι κάνει, θα πέσει, κι έχει και το μωρό στα χέρια...

Ήταν χαρούμενη κι αυτό φαινόταν στο χαμόγελό της. Ευτυχώς είχαν δεχτεί την αίτησή της για άδεια κι έτσι θα μπορούσε να περάσεις τις εορτές με την κορούλα της. Μια βραδιά υπομονή ακόμη κι από αύριο λίγες ημέρες ξεκούρασης. Τον είδε τότε που μπήκε στην αίθουσα και κατευθύνθηκε προς το τραπέζι της. Ήταν κι αυτός χαρούμενος. Κάθισε, έβαλε τις μάρκες μπροστά του κι άρχισε να παίζει. Κι αυτή του μοίραζε φύλλα. Και του χαμογελούσε καθώς σκεφτόταν την κόρη της. Περνούσε έτσι ευχάριστα η ώρα. Αυτός στην αρχή κέρδιζε αλλά ώρα με την ώρα άρχισε να τα χάνει και πάλι. Ώσπου έχασε όλα τα κέρδη του. Αλλά συνέχιζε να παίζει και να χάνει. Σκεφτόταν να του μιλήσει, να του πει να σταματήσει, να γυρίσει στην οικογένειά του όσο ήταν ακόμη καιρός. Αλλά της έρχονταν συνεχώς στο μυαλό οι εντολές του αφεντικού της «όσο κι αν χάνουν δε θα τους εμποδίσεις ποτέ να παίξουν», και δεν τολμούσε να βγάλει λέξη. Αυτός όλο κι έχανε, κι όταν εξαφάνισε τις αποταμιεύσεις του αποφάσισε να βάλει υποθήκη το σπίτι του. Ήταν έτοιμη να του μιλήσει όταν είδε το αφεντικό της να την κοιτά. Κι απλά χαμογέλασε. Και τα έχασε όλα. Της άφησε την τελευταία μάρκα του κι έφυγε. Γιατί δεν του μίλησε; Τώρα αυτός ο άνθρωπος καταστράφηκε, και κατέστρεψε την οικογένειά του, κι αυτή έφερε μερίδιο της ευθύνης. Προσπάθησε να μην το σκέφτεται, τελείωσε τη βάρδιά της και επέστρεψε επιτέλους σπίτι. Η μικρούλα της κοιμόταν γλυκά. Την πήρε αγκαλιά και σκέφτηκε πόσο τυχερή είναι που την έχει. Για μια στιγμή θυμήθηκε πάλι τον άτυχο άνδρα κι οι τύψεις επέστρεψαν αλλά μόνο στιγμιαία, διότι με την κόρη της τίποτα δεν μπορούσε να της χαλάσει την ευτυχία. Ξεντύθηκε κι έπεσε να κοιμηθεί. Το επόμενο πρωί σηκώθηκε και βάλθηκε να ετοιμάζει πρωινό, έχοντας ανοίξει την τηλεόραση όταν άκουσε την είδηση: άνδρας, ο οποίος έχασε την περιουσία του στο καζίνο, αυτοκτόνησε πέφτοντας στις ρόδες αυτοκινήτου, το οποίο στην προσπάθεια να τον αποφύγει έφυγε απ'το δρόμο και καρφώθηκε σ'ένα δένδρο στην πλαγιά. Αποτέλεσμα: 4 νεκροί κι οδηγός του αυτοκινήτου να αγνοείται. Τα πιάτα έφυγαν μέσα απ'τα χέρια της και κόπηκαν τα γόνατά της. Τόσοι άνθρωποι νεκροί επειδή αυτή δεν τόλμησε να αρθρώσει μια κουβέντα, να τον εμποδίσει να χάσει όλα του τα λεφτά. Αδυνατούσε να δεχτεί ότι ευθύνονταν για το θάνατο τόσων λόγω της (μη) πράξης της, πήγε στο μπάνιο και βρήκε τα υπνωτικά χάπια της γιαγιάς της που είχε αφήσει πριν πεθάνει. Άδειασε όλο το κουτί, πήγε στο δωμάτιό της, ξάπλωσε δίπλα στην κόρη της κι έκλεισε τα μάτια της. Όταν τα ξανάνοιξε ήταν πάλι ημέρα. Είδε το ρολόι, είχαν περάσει 24 ώρες. Τι είχε κάνει; Και που θα άφηνε την κόρη της; Τότε ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου της, πήρε αγκαλιά τη μικρή κι έφυγε. Αφού έφτασε στο σημείο που έψαχνε, κατέβηκε κι άρχισε να προχωρά στην ερημιά, όταν μετά από διαδρομή μιας ώρας κατέληξε στο τέλος του δρόμου της, μπροστά στο Μεγάλο Κανάλι και στάθηκε ακίνητη. Μετά από λίγα λεπτά τον είδε να εμφανίζεται στην απέναντι άκρη. Άλλη μια χαμένη ψυχή που ψάχνει τη λύτρωση στο θάνατο, σκέφτηκε κι έκανε το βήμα στο κενό. Λίγο πριν αρχίσει την καθοδική της πτήση νόμισε πως τον είδε να ξυπνά από λήθαργο και να της φωνάζει.

Αλλά ήταν ήδη αργά. Η πορεία της προς το θάνατο ήταν πλέον χωρίς επιστροφή. Τότε βούτηξε κι αυτός να τη συναντήσει στα κρύα, μαύρα νερά το Καναλιού...

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2007

Αύγουστος

Μια που ο χειμώνας ήρθε για τα καλά, να ευχηθώ... καλό καλοκαίρι!

Μα γιατί το τραγούδι να 'ναι λυπητερό
με μιας θαρρείς κι απ' την καρδιά μου ξέκοψε
κι αυτή τη στιγμή που πλημμυρίζω χαρά
ανέβηκε ως τα χείλη μου και με 'πνιξε
φυλάξου για το τέλος θα μου πεις

Σ' αγαπάω μα δεν έχω μιλιά να στο πω
κι αυτό είναι ένας καημός αβάσταχτος
λιώνω στον πόνο γιατί νιώθω κι εγώ
ο δρόμος που τραβάμε είναι αδιάβατος
κουράγιο θα περάσει θα μου πεις

Πώς μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά
την άμμο που σαν καταρράχτης έλουζε
καθώς έσκυβε πάνω μου χιλιάδες φιλιά
διαμάντια που απλόχερα μου χάριζε
θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό

Σε ποιαν έκσταση απάνω σε χορό μαγικό
μπορεί ένα τέτοιο πλάσμα να γεννήθηκε
από ποιο μακρινό αστέρι είναι το φως
που μες τα δυο της μάτια πήγε κρύφτηκε
κι εγώ ο τυχερός που το 'χει δει

Μες το βλέμμα της ένας τόσο δα ουρανός
αστράφτει συννεφιάζει αναδιπλώνεται
μα σαν πέφτει η νύχτα πλημμυρίζει με φως
φεγγάρι αυγουστιάτικο υψώνεται
και φέγγει από μέσα η φυλακή

Πώς μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά
την άμμο που σαν καταρράχτης έλουζε
καθώς έσκυβε πάνω μου χιλιάδες φιλιά
διαμάντια που απλόχερα μου χάριζε
θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2007

Φλούδες Ελπίδες

Καθόταν στο γραφείο του. Μόλις είχε φάει ένα κρουασάν κι απολάμβανε το τσιγάρο του. Πάντα του άρεσε να δουλεύει τα Χριστούγεννα. Δεν υπήρχε κόσμος στο τμήμα, δεν υπήρχε ιδιαίτερη δουλειά, κάτι μικροπροβλήματα που μπορούσαν κάλλιστα να τα χειριστούν οι αστυφύλακες, κι αν παρουσιαζόταν κάτι αυτό ήταν συνήθως προς το σούρουπο. Επίσης είχε μια καλή δικαιολογία για να αποφεύγει τις ανιαρές οικογενειακές συγκεντρώσεις.

- Σήκω έχουμε δουλειά.
- Δε βλέπεις την ώρα, κάνω διάλειμμα.
- Άστα αυτά τώρα, ένας παλαβός έχει μαζέψει 3 Ελπίδες κι ετοιμ...
- Μα ποιος νομίζει ότι είναι, η Πανδώρα;
- Σταμάτα σου λέω, τα πράγματα είναι σοβαρά, ετοιμάζεται να τις σκοτώσει.
- Καλά θα κάνει αν είναι φρούδες!
- Αυτός λέει ότι είναι φλούδες.
- Φύγαμε.

Στο δρόμο σκεφτόταν τι μπορεί να ώθησε αυτόν τον άνθρωπο σ'αυτήν την πράξη. Να θέλει κάποιος να εξαλείψει τις φρούδες ελπίδες είναι κατανοητό, αν κι όχι πάντα επιθυμητό, αλλά τις φλούδες; Αυτές είναι επιφανειακές. Τι έψαχνε; Κι αν τις κατέστρεφε; Θα κατάφερνε να φτάσει στο υποκείμενο φρούτο, στον καρπό της αναζήτησης; Τι κρύβουν από κάτω οι φλούδες ελπίδες και πως τις ξεχωρίζει κανείς; Έφτασαν στο σημείο. Εκεί ήταν ήδη ένας ψυχολόγος της υπηρεσίας και προσπαθούσε να διαπραγματευτεί. Πως δεν τους μπορούσε αυτούς τους επαγγελματίες της ψυχής! Ειδικά αυτούς που δεν είχαν επίγνωση της αδυναμίας τους. Πότε επιτέλους θα καταλάβαιναν ότι η μελέτη της ψυχής δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια όμορφη επιστημονικοφανής απάτη;

Πλησίασε κι απηύθυνε το λόγο στο δράστη, παρά τις αντιρρήσεις του ψυχολόγου.

- Λοιπόν, είσαι περικυκλωμένος, δεν έχεις άλλη επιλογή, πρέπει να τις αφήσεις.
- Όχι, αυτό δε γίνεται, πρέπει να μ'αφήσετε να τελειώσω αυτό που ξεκίνησα.
- Και τι είναι αυτό;
- Πρέπει να εξολοθρεύσω και τις τελευταίες Φλούδες Ελπίδες.
- Πόσες είναι συνολικά;
- 12
- Και γιατί να τις εξολοθρεύσεις;
- Γιατί είναι φλούδες. Μόνο αν τις ξεφλουδίσουμε θα μπορέσουμε να δούμε την πραγματική Ελπίδα που κρύβεται από κάτω.

Ώρες-ώρες τον τρόμαζε το πόσο κοντά βρίσκεται η σκέψη του μ'αυτή διάφορων παλαβών. Μήπως δεν ήταν το ίδιο επικίνδυνος μ'αυτούς, αν όχι περισσότερο; Ένας παλαβός επιθεωρητής της αστυνομίας. Ή μήπως οι παλαβοί δεν ήταν τόσο παλαβοί; Αυτό που τον τρόμαζε περισσότερο ήταν ότι έβρισκε κάποιο νόημα στα λόγια του δράστη. Διάολε, δεν είχε προλάβει καν να τελειώσει το πρωινό του τσιγάρο μετά το γευστικότατο εκείνο κρουασάν! Θα έτρωγε ευχαρίστως ακόμη ένα. Ένα ελαφρύ σκούντημα του συναδέλφου του στον ώμο τον επανέφερε στο δρόμο. Μετά από τόσο καιρό μαζί είχε συνηθίσει αυτά τα μικρά διαλείμματα ονειροπόλησης και φρόντιζε να τον επαναφέρει πριν να το παίρνουν χαμπάρι οι υπόλοιποι.

- Και γιατί 12; Άκουσε δίπλα του τον ψυχολόγο να του ψιθυρίζει: Μην μπαίνεις στο παραλήρημά του, είναι επικίνδυνο. Τον αγνόησε.
- Γιατί 12 ήταν οι μαθητές του Χριστού που ανέλαβαν να διαδώσουν το μήνυμά του αλλά αποδείχτηκαν ανεπαρκείς, όπως ακριβώς οι φλούδες ελπίδες, που κρύβουν όμως από κάτω την αυθεντική ελπίδα, το τελικό σταθμό της αναζήτησης.
- Και πως τα ξέρεις εσύ όλα αυτά;
- Μου τα'πε ο Απόστολος Παύλος.

Μια ιδέα έλαμψε ξαφνικά στο κεφάλι του επιθεωρητή κι ένα ελαφρό μειδίαμα σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Ένα μειδίαμα που το είδε ο συνεργάτης του και κατάλαβε ότι έπρεπε να ετοιμάζεται για το χειρότερο. Συνήθως αυτό το μειδίαμα το ακολουθούσαν οι πιο τρελλές ιδέες που κατά περίεργο τρόπο είχαν αποτέλεσμα, αν και κανά 2 φορές είχαν οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις.

- Δεν καταλαβαίνεις που έχεις μπλέξει; του είπε ο αστυνόμος. Ετοιμάζεσαι να μπεις σ'ένα Παύλο Κύκλο. Ο ψυχολόγος από δίπλα είχε κοκκινίσει σαν το παντζάρι κι ετοιμάστηκε να το σταματήσει αλλά δεν τον άφησε ο συνάδελφος του αστυνόμου. Κάτι ψιθύρισε στο αυτί του αστυνόμου, ο οποίος του απάντησε κοφτά: Φέρτε τον αμέσως εδώ.

- Και μπορώ να στο αποδείξω σε λίγο, συνέχισε ο αστυνόμος. Αρκεί να μην κάνεις καμιά χαζομάρα μέχρι τότε.
- Τι θα μου αποδείξεις; Έχω λάβει εντολές από έγκυρη πηγή.
- Αυτό ακριβώς θα σου αποδείξω, ότι δεν είναι και τόσο έγκυρη. Εσύ δεν είπες ότι οι μαθητές του Χριστού αποδείχτηκαν ανεπαρκείς. Γιατί να μην ισχύει το ίδιο και με τον μεγαλύτερο απόστολό του; Περίμενε λίγα λεπτά και θα δεις. Και ταυτόχρονα σκέψου αυτό που σου'πα για τον παύλο κύκλο. Είναι πιο επικίνδυνος απ'τις φλούδες ελπίδες και το ξέρεις.

Είδε ότι το σχέδιό του δούλευε κι άφησε το δράστη στις σκέψεις του. Κατάφερε να του σπείρει την αμφιβολία και σε λίγο θα του έδινε το τελειωτικό χτύπημα. Θα μπορούσε επιτέλους να απολαύσει εκείνο το τσιγάρο. Σε λίγα λεπτά επέστρεψε ο συνάδελφός του κρατώντας απ'το μπράτσο ένα κύριο και τον έφερε δίπλα στον επιθεωρητή. Ορίστε ο άνθρωπός μας, ο κύριος Απόστολος Παύλου, δικηγόρος, είπε και τον άφησε στα χέρια του αστυνόμου. Όταν τον είδε ο δράστης τινάχτηκε πάνω.

- Ήρεμα, του'πε ο αστυνόμος, αυτός σου είπε για τις φλούδες ελπίδες;
- Ναι, απάντησε ο δράστης.
- Ε, λοιπόν αυτός δεν είναι ο Απόστολος Παύλος, αλλά ο Απόστολος Παύλου, δικηγόρος. Πιστεύεις ότι μπορείς να εμπιστευτείς το λόγο ενός δικηγόρου; Έχεις ακόμη μια ευκαιρία να αποφύγεις τον παύλο κύκλο.

Αποκαρδιωμένος ο δράστης πέταξε το όπλο του κάτω, έπεσε στα γόνατα κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Πάρτε τους και τους δυο στο τμήμα είπε ο αστυνόμος κι έβγαλε να ανάψει ένα τσιγάρο. Δεν άκουγε πλέον το θόρυβο γύρω του. Φανταζόταν ήδη την ηρεμία του γραφείου του.

Πίσω στο τμήμα κι ενώ απολάμβανε ακόμη τα τσιγάρα του, είδε τις 3 Ελπίδες να ετοιμάζονται να φύγουν αφού είχαν ολοκληρώσει την κατάθεσή τους. Κυρίες μου, τις ρώτησε, είστε τελικά Φλούδες; Αυτές του χαμογέλασαν και του έδωσαν ένα πορτοκάλι...

Ο αστυνόμος Θεόδωρος Ντελώμπ άφησε το πορτοκάλι στο γραφείο του κι άνοιξε τη σακούλα με τα κρουασάν. Τίποτα δεν θα του αποσπούσε πλέον την προσοχή κι άνοιξε το στόμα του για να απολαύσει εκείνη την πρώτη μπουκιά όταν μπήκε ο συνάδελφός του:

- Σήκω, ένας ιπτάμενος Ολλανδός απειλεί να σκοτώσει το βιολιστή στη στέγη.

Διάολε...

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2007

Το Χέρι

Άνοιξε τα μάτια του. Διαπίστωσε πως ήταν μέσα στο χέρι της. Ένιωθε υγρό. Τότε τον είδε απέναντι, ακίνητο στο πάτωμα με ματωμένη τη μπλούζα στην κοιλιά του. Τι συνέβη; Χαλάρωσε τη λαβή της και το άφησε τότε στην άκρη, φεύγοντας απ'το δωμάτιο. Θα είχε έτσι την ευκαιρία να σκεφτεί χωρίς την πίεσή της. Τον είδε τότε να ανοίγει τα μάτια του που ήταν γεμάτα απορία, σαν να μην ήξερε τι είχε συμβεί. Τον είδε να παρατηρεί την κόκκινη κηλίδα στο χαλί και να αρχίζει να συνειδητοποιεί. Τον είδε επίσης να χάνει τις αισθήσεις του.

Την είδε να επιστρέφει, να κάθεται στην καρέκλα και να το ξαναπέρνει στο χέρι της. Τώρα ένιωθε πιο απαλό το άγγιγμά της. Είναι δυνατό να είχε συμβεί αυτό μεταξύ τους, αυτοί που αγαπιόντουσαν, αυτοί που λατρευόντουσαν; Ένιωσε δυο σταγόνες απ'τα δάκρυά της να πέφτουν πάνω του. Τότε είδε αυτό να ανοίγει τα μάτια του. Ήταν διαφορετικά τώρα, με μια διεστραμμένη έκφραση πάθους. Το χέρι της έσφιξε γύρω απ'τη λαβή του και τα μάτια της τώρα γέμισαν με τρόμο και την ένιωσε να παλεύει ενάντια σ'αυτό που θα ακολουθούσε. Όχι, ας μην το έκανε, δεν μπορούσε να δεχτεί ότι είχε γίνει το όργανο τέτοιας πράξης. Και τότε τον άκουσε να βγάζει ένα στεναγμό, σαν να θέλει να πει κάτι. Είδε την οργή και τον τρόμο στα μάτια κι ένιωσε την ασφυκτική πίεση της στη λαβή του. Βγάζοντας μια κραυγή, ένιωσε να κόβει χωρίς δυσκολία το λαιμό του και το ζεστό του αίμα να το λούζει. Τον είδε να πνίγεται στο ίδιο του το αίμα. Και τότε τα μάτια της άλλαξαν έκφραση, γεμάτα αγάπη και πόνο τώρα. Και τα δικά του γεμάτα αγάπη κι ικανοποίηση, κι ας τον είχε σκοτώσει.

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2007

Η Καρέκλα

Άνοιξε τα μάτια της. Ήταν καθισμένη στην καρέκλα και τον είδε απέναντί της ξαπλωμένο στο πάτωμα, ακίνητο, με ματωμένη τη μπλούζα του στην κοιλιά του. Στο χέρι της είχε σφιγμένο ένα μαχαίρι γεμάτο αίματα. Ήταν σοκαρισμένη. Τι συνέβη; Δεν μπορούσε να θυμηθεί. Έβλεπε όμως στο χαλί μια κόκκινη κηλίδα να μεγαλώνει. Μα πως; Άφησε προς στιγμήν το μαχαίρι στην άκρη και πήγε στο μπάνιο να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της σε μια προσπάθεια να συνέλθει και να θυμηθεί τι έγινε.

Επέστρεψε μετά από λίγο στην καρέκλα. Πήρε ξανά στα χέρια της το μαχαίρι και το κοιτούσε μη μπορώντας να κάνει τίποτα. Είναι δυνατό να ευθύνεται αυτή για την κατάσταση, αυτή που τον αγαπούσε, αυτή που τον λάτρευε; Δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλά της. Τότε άνοιξε τα μάτια του. Ένα ρεύμα τρόμου διαπέρασε το κορμί της και την ακινητοποίησε στην καρέκλα. Στα μάτια του έβλεπε κάτι που ξεπερνούσε το πάθος. Αρκεί να μη μιλούσε, αχ μακάρι να μη μιλούσε, δεν ήξερε πως θα αντιδράσει. Και τότε τον άκουσε να βγάζει ένα στεναγμό, σαν να ήθελε να πει κάτι. Θόλωσε το μυαλό της και κυριεύτηκε από οργή και τρόμο. Όρμηξε κατά πάνω του και με το μαχαίρι του έκοψε το λαιμό. Έκανε ένα βήμα πίσω. Το αίμα του ζεστό άρχισε να τον πνίγει και τα μάτια άλλαξαν, τώρα γεμάτα αγάπη κι ικανοποίηση, κι ας τον είχε σκοτώσει.

Handle Silence!

................. ....................... ................. . .. . .................... . . . . .. .................. . . .......................... . ................ . . . . . .......... ................. ............ ....... ................ ............. ............... .................................... .......................... . .. . . . . ..... . . . .......................... ........ . . ....................... . . ............................................. ............................. ........................... .................... .......... . . . .............................. ............. ......... .... .......................... ...... . . ................... . . .. . . . . .. . .... .. . . . . . . . . ............................. . . . ............................................................... . . . . ................................... .. ....... . .......... .................... . ..................... .

...................................... ................. ...................... . . . .... . ....... . . . ...... . . ........................................... .............. ............. .................................. ......... ......... ...... .......................... ........................... .............. ................... ............................. ................. .......................... ...................... ........................ .............. . . ... . . . ..................................... ................... ................. ................ ...................... . . .. ............... ....... . . .. . . . . . . . . . . . . . . ....................... ... ... . .... .. . . ... . .. .. .. ... .. ..... ............................. ........... ............ .......... .. ............. . ................ ............. ........... ............ .. . . .. . . ............................ .

....... ......!

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2007

Merfy εσύ Super Star

Νομίζω ότι από το συγκεκριμένο Blog δε θα μπορούσε να λείπει οι νόμος του Merfy για αυτό τον παραθέτω:

Ο Νόμος του Μέρφυ :
Αν κάτι μπορεί να πάει στραβά , θα πάει.

Συνακόλουθα:
Αν από διάφορα πράγματα , ένα έχει την πιθανότητα να πάει στραβά , θα είναι αυτό που θα προκαλέσει την μεγαλύτερη ζημιά.
Αν ξέρεις ότι υπάρχουν μόνο 4 δυνατοί τρόποι για να πάει κάτι στραβά και φροντίσεις να τους προλάβεις, τότε αμέσως θα εμφανιστεί και ένας πέμπτος.
Αν αφήσεις τα πράγματα στην τύχη τους , πάντα έχουν την τάση να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο.
Κάθε λύση , γεννάει ένα καινούριο πρόβλημα.
Είναι αδύνατον να προφυλάξεις κάτι από τη βλακεία , διότι οι βλάκες είναι ικανότατοι.
Συμπεράσματα :
Χαμογελάστε...Ούτως η άλλως το αύριο θα είναι χειρότερο.
Αν αισθάνεσαι καλά , μην ανησυχείς...Θα περάσει.



Συμπληρωματικός Νόμος :
Όταν τα πράγματα πάνε καλά...Κάτι θα πάει στραβά.

Συνακόλουθα:
Όταν τα πράγματα δεν μπορούν να γίνουν χειρότερα , θα γίνουν.
Κάθε φορά που τα πράγματα δείχνουν να πηγαίνουν καλύτερα, κάπου έχεις κάνει λάθος.

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2007

Το Χαλί

Άνοιξε τα μάτια του. 'Ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα χωρίς να ξέρει πως βρέθηκε εκεί. Προσπάθησε να κινηθεί αλλά δεν τα κατάφερε. Ακινητοποιημένος, με μια περίεργη αίσθηση στην κοιλιά του. Πήρε δυο βαθιές ανάσες για να σκεφτεί καλύτερα. Τι συνέβη; Δεν μπορούσε να θυμηθεί. Έβλεπε όμως στο χαλί μια κόκκινη κηλίδα να απλώνεται και τότε κατάλαβε ότι πρέπει να αιμορραγούσε. Μα πως; Και γιατί δεν μπορούσε να κουνηθεί; Ένιωθε εξαντλημένος, τη ζωή να φεύγει σιγά-σιγά από μέσα του. Όλα γύρω θόλωσαν...

Συνήλθε. Δεν ήξερε πόση ώρα είχε μείνει αναίσθητος αλλά δεν είχε πεθάνει ακόμη. Εξακολουθούσε όμως να είναι ακινητοποιημένος και να μην μπορεί να μιλήσει. Και τότε την είδε να κάθεται απέναντί του στην καρέκλα κρατώντας ένα μαχαίρι γεμάτο αίματα. Είναι δυνατό να ευθύνεται αυτή για την κατάστασή του, αυτή που αγαπούσε, αυτή που λάτρευε; Κι ήταν εκεί δακρυσμένη με τον τρόμο ζωγραφισμένο στα μάτια της. Μόνο να μπορούσε να της μιλήσει, ήξερε ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Μετά από αρκετή προσπάθεια έβγαλε ένα μικρό στεναγμό. Μόλις τον άκουσε αυτή έβγαλε μια κραυγή κι έτρεξε προς το μέρος του, ανοίγοντας το λαιμό του με το μαχαίρι. Μια αλμυρή γεύση πλημμύρισε το στόμα του, άρχισε να πνίγεται στο ίδιο του το αίμα και να τη βλέπει κοκκινωπή μέσα από το φίλτρο του πάθος που πότιζε το αίμα του. Τουλάχιστον αυτή θα ήταν η τελευταία εικόνα πριν πεθάνει, κι ας τον είχε σκοτώσει.

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2007

Το Φλάουτο

Είχε γυρίσει πάλι αργά απ'τη δουλειά. Ένιωθε εξουθενωμένος. Ήθελε να χαλαρώσει λίγο, να ξεχαστεί. Έβγαλε το φλάουτο. Είχε καιρό να παίξει, ακόμη περισσότερο να ακούσει μουσική. Προσπάθησε με κάποια απλά κομμάτια, απλές μελωδίες να τον οδηγήσουν σταδιακά στη χαλάρωση αλλά μάταια. Δεν τα κατάφερε καθώς υπήρχε μια μελωδία κολλημένη στο μυαλό του, ένα κομμάτι που τον τάραζε συναισθηματικά. Όσες φορές το είχε ακούσει, όσες δηλαδή κατάφερε να τ'ακούσει μέχρι το τέλος, είχε βρεθεί να κλαίει με λυγμούς με τέτοια φόρτιση που ένιωθε πολύ κοντά στο θάνατο. Γι'αυτό δεν το άκουγε παρά μόνο σπάνια και ποτέ δεν είχε επιχειρήσει να το παίξει στο φλάουτο. Και τώρα που αναζητούσε ηρεμία, τώρα αυτό το ρημάδι ήρθε να το στοιχειώσει.

Αφού έβλεπε ότι δεν μπορούσε να το βγάλει απ'τη σκέψη του, αποφάσισε να το παίξει. Τρόμαζε στην ιδέα και μόνο αλλά ένιωθε ότι δε θα μπορούσε να ησυχάσει αν δεν το προσπαθήσει. Τι θα του προκαλούσε άραγε τώρα που όχι απλά θα το άκουγε αλλά θα το δημιουργούσε; Δεν είχε το κουράγιο να συνεχίσει τις σκέψεις του. Άρχισε να παίζει και με κάθε νότα η καρδιά του χτυπούσε πιο δυνατά και το φως χανόταν. Ώσπου όλα σκοτείνιασαν γύρω του κι έχασε τις αισθήσεις του...

...Ένας έντονος πόνος που διαπερνούσε όλο του το κορμί τον επανέφερε σε εγρήγορση. Με δυσκολία άνοιξε τα μάτια αλλά πάλι δεν έβλεπε τίποτα. Όλα ήταν σκοτεινά αλλά ο πόνος πάντα εκεί. Προσπάθησε να αρθρώσει μια κουβέντα αλλά τίποτα ο ήχος είχε χαθεί κι αυτός. Η ώρα περνούσε χωρίς να έχει αίσθηση για το ρυθμό της. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε ένα φως να φωτίζει μια έδρα δικαστική κι από πίσω της διέκρινε τρεις γυναικείες φιγούρες. Τις ήξερε. Ήταν οι τρεις σημαντικότερες γυναίκες της ζωής του. Αυτές που αγάπησε πραγματικά. Αλλά κάτι ήταν διαφορετικό.

Είχαν την ίδια εμφάνιση αλλά του δημιουργούσαν τρόμο. Με μάτια να αλλάζουν χρώμα διαρκώς κι μια ωχρή επιδερμίδα, σχεδόν νεκρική. Άκουσε τότε τη φωνή τους μέσα στο κεφάλι του διότι τα πρόσωπά τους έμεναν ανέκφραστα. Τον πρόσταζαν να σηκωθεί και παρά τον πόνο, δεν μπορούσε παρά να υπακούσει. Διαπίστωσε ότι ήταν γυμνός, με το κορμί του γεμάτο αίματα, σαν να είχε μαστιγωθεί. Άρχισε να ακούει σιγά-σιγά τη μελωδία που ήθελε να παίξει στο φλάουτο κι ήξερε ότι πλησίαζε στην κορύφωση. «Θέλουμε να σου δώσουμε την αγάπη μας» του είπαν κι αυτή τη φορά η φωνή βγήκε απ'το στόμα τους και ήταν τόσο αποκρουστική, τόσο έντονη που ένιωσε τα αυτιά του να ματώνουν, το κεφάλι έτοιμο να εκραγεί και την καρδιά του να χτυπά τόσο δυνατά και γρήγορα που πονούσε. «Θέλουμε να σου δώσουμε την αγάπη μας» ξαναείπαν και κατέβηκαν απ'την έδρα πλησιάζοντάς τον. Κι ο πόνος τον πλημμύριζε παντού. Έφτασαν δίπλα του, άρχισαν να τον χαϊδεύουν και κάθε τους άγγιγμα το σκότωνε χίλιες φορές. Δάκρυα σχηματίστηκαν στα μάτια του. Κι άκουγε ακόμη τη μουσική. Όταν έκαναν έρωτα μαζί του ήξερε ότι το τέλος είχε φτάσει. Και το κομμάτι έφτασε στην κορύφωσή του μαζί μ'αυτές, κι αυτός μαζί. Ώσπου εξαϋλώθηκε σ'ένα σύννεφο σκόνης. Και μόνο τα δυο του δάκρυα έμειναν εκεί στο κρύο πάτωμα να θυμίζουν ότι έζησε εκεί.

Την άλλη μέρα όταν δεν εμφανίστηκε στη δουλειά κι ήρθαν να τον ψάξουν, το βρήκαν νεκρό στο πάτωμα του δωματίου του, με το φλάουτο σφιχτά κλεισμένο στα χέρια του. Δυο δάκρυα είχαν κρυσταλλωθεί στα μάτια του κι είπαν ότι η καρδιά είχε σχιστεί στα τρία!

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2007

Καλά Χριστούγεννα !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Για άλλη μία χρονιά λοιπόν ήρθαν τα Χριστούγεννα, που παιδιά αλλά και μεγαλύτεροι, περιμένουμε με τόση προσδοκία και ανυπομονησία.
Για μία ακόμη χρονιά θα ζήσουμε την ευχαρίστηση του να πληρώνουμε δώρο στα Ταξί και στα κομμωτήρια, ενώ η ψυχική κορύφωση σε συνδυασμό με τα συναισθήματα λύτρωσης, τη στιγμή του Double Dot θα κάνουν αμφότερα την εμφάνιση τους.
Εργαζόμενοι αλλά και συνταξιούχοι θα παραλάβουν τον 13ο μισθό τον οποίο θα αποθέσουν σε δώσεις πιστωτικών καρτών, κρεοπωλεία, Super Markets, Μαγαζιά με είδη ένδυσης – υπόδησης και άλλα ωραία πράγματα που για να τα αναφέρω θα πρέπει να γράφω για άλλες 2 ώρες.
Όλοι τούτες τις άγιες μέρες θα νιώσουμε την αγάπη ενώ στιγμές περισυλλογής θα φέρουν στο μυαλό μας τα παιδιά όλου του κόσμου πολλά εκ των οποίων πεινούν και που όλο τον υπόλοιπο χρόνο έχουμε χεσμένα.
Θα ευχηθούμε για ειρήνη τρώγοντας το τραγανό κουραμπιέ που έφτιαξε με τα χεράκια της η θεία Μελπομένη και φυσικά, για ακόμη μία χρονιά, θα ρίξουμε (από μέσα μας ), τις σχετικές Χριστο – Παναγίες, που το γαμημένο το φλουρί έκατσε σε κάποιον άλλο. Εδώ ομολογώ ότι εκφράζω μία προσωπική πικρία, αλλά τα τελευταία 22 – 23 χρόνια που είμαι σε θέση να θυμάμαι, δε μου έχει κάτσει. Και αν υποθέσουμε ότι η πίτα κόβεται σε 7 περίπου κομμάτια και στατιστικά να το δει κανείς θα έπρεπε να μου έχει κάτσει τουλάχιστο 3 φορές. Να μη λησμονήσω να αναφέρω και τη χρονιά που η βασιλόπιτα ήταν αγοραστή. Τη χρονιά εκείνη και μετά από μισάωρη επίμονη αναζήτηση του φλουριού από 6 άτομα, αποδείχθηκε πως ο ζαχαροπλάστης είχε κάνει μαλακία και ξέχασε να βάλει φλουρί.
Αλλά να πάρουμε λίγο τα πράγματα από την αρχή. Η πρώτη αίσθηση του ότι πλησιάζουν οι γιορτές γίνεται αντιληπτή από δύο γεγονότα. Πρώτον από τα στολισμένα εμπορικά μαγαζιά και δεύτερον από το μποτιλιάρισμα που δημιουργείται, από τα καταναλωτικά θύματα, τα οποία σπεύδουν να καταθέσουν σε αυτά. Έντονη αίσθηση εορτών δίνει επίσης και η ουρά αναμονής στις τράπεζες, η οποία δημιουργείται από τους συνταξιούχους, που σπεύδουν να εισπράξουν το δώρο τους.
Η διαδικασία της μεγάλης εξόδου από τις πόλεις, σε συνδυασμό με τις ατελείωτες ουρές των διοδίων, έρχονται να ολοκληρώσουν το κλίμα κατάνυξης των άγιων ημερών που πλησιάζουν και να καταστήσουν σαφές πως τα Χριστούγεννα είναι προ των πυλών.
Κορυφαίο είναι και το συναίσθημα του πρωινού ξυπνήματος τις παραμονές Χριστουγέννων και πρωτοχρονιάς από το φάλτσο γιο του γείτονα και την παρέα του που σπεύδουν να μας πουν τα κάλαντα.
Στιγμές απείρου κάλους εκτυλίσσονται και τις ημέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς από τους συμπολίτες μας οι οποίοι βγαίνουν στο δρόμο να οδηγήσουν μετά από κατανάλωση τεραστίων ποσοτήτων αλκοόλ, ανεβάζοντας την αδρεναλίνη μας στα ύψη.
Τέλος ως σουβενίρ για την ανάμνηση των εορτών μας μένουν τα 3 – 4 κιλά που πήραμε μετά από τη κτηνώδη κατανάλωση γλυκών και κοψιδιών.
Κλείνοντας να ευχηθώ σε όλους καλή χρονιά, με υγεία και για το καθένα ένα βήμα προς τη πραγματοποίηση των στόχων και των ονείρων του.

Υ.Γ Τα κοψίδια με φειδώ.
Υ.Γ2 Μην πίνετε τον άμπακο και μετά οδηγείτε.
ΥΓ3 Αν για μία ακόμη χρονιά δε σας κάτσει του φλουρί μην απελπίζεστε. Θα έρθουν και καλύτερες Πρωτοχρονιές.
ΥΓ4 Για να γλιτώσετε από το φάλτσο γιο του γείτονα που θα έρθει να σας πει πρωί – πρωί τα κάλαντα αναρτήστε στην είσοδο σημείωμα το οποίο θα γράφει: Είμαι δίπλα !!!!

Μία βραδιά με τον ιπτάμενο Ολλανδό


Μία καταπληκτική συναυλία πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 15/12/2007 στο ιστορικό Rock στέκι της Αθήνας, Rodeo Club. Ο λόγος για τη συναυλία του κιθαρίστα των θρυλικών Focus, Jan Akkerman. O Jan Akkerman για πρώτη φορά στη καριέρα του, παρουσίασε αποσπάσματα από το έργο του στο Ελληνικό κοινό. Άψογη τεχνική, πολύ καλή μπάντα και φυσικά απόλυτος σεβασμός στο Κοινό.
Η συναυλία άνοιξε με τον γνωστό από τα 70s Χρήστο Στασινόπουλο. Από ότι κατάλαβα από τις ευχαριστίες του Jan Akkerman ο Στασινόπουλος είναι και η αιτία της διοργάνωσης της συγκεκριμένης συναυλίας. Επίσης από ότι έμαθα ο Στασινόπουλος είναι αυτός ο οποίος έφερε και τη θρυλική βρετανική Free Jazz μπαντα, Soft Machine, που εμφανίσθηκε πριν από τρεις περίπου εβδομάδες στον ίδιο χώρο.
Άντε παιδιά πάντα τέτοια, για να βλέπουμε και εμείς οι pou-rockers κάνα καλό Live.

Υ.Γ Βασίλη γράψε κάτι για το Live των Zeppelin...

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2007

Τρεις στο δρόμο

Ξαφνικά σηκώθηκαν κι οι τρεις και χωρίς να ανταλλάξουν κουβέντα βγήκαν έξω στο δρόμο κι άρχισαν να περπατάνε ο ένας δίπλα στον άλλο, χωρίς να μιλάνε. Ήξεραν ότι αυτή η ώρα θα έφτανε. Πήραν λοιπόν όλα τους τα λεφτά κι άρχισαν να ακολουθούν τον ένα δρόμο μετά τον άλλο και σταματούσαν μόνο για φαγητό, ξεκούραση κι ύπνο. Δε μιλούσαν ποτέ μεταξύ τους, μόνο κοιτάζονταν σαν συνομιλούσαν σιωπηλά. Κάποιες στιγμές απολάμβαναν μουσική, άλλες πάλι καλό φαγητό με συνοδεία καλού τσίπουρου. Και περπατούσαν...

Κάποια στιγμή έφτασαν στα σύνορα, έδειξαν τα διαβατήριά τους και συνέχισαν με τον ίδιο ρυθμό. Όταν ξεκίνησαν αυτό το ταξίδι, δεν ήξεραν που και πως θα κατέληγε ούτε κι από που θα περνούσαν. Μόνο προχωρούσαν, ακολουθούσαν το δρόμο. Και γνώριζαν νέα μέρη αλλά ποτέ δεν έμεναν. Πέρασε ο καιρός και κάποια στιγμή άρχισε να απλώνεται η φήμη ότι τρεις ταξιδευτές γυρίζουν την υφήλιο με τα πόδια χωρίς να ξέρει κανείς γιατί. Σιγά-σιγά άρχισαν κάποιοι άρχισαν να τους ακολουθούν. Κι από δεκάδες, έγιναν εκατοντάδες και μετά χιλιάδες.

Οι υποθέσεις για τους λόγους αυτής της πορείας έδιναν κι έπαιρναν. Άλλοι έλεγαν ότι πρόκειται για θρησκευόμενους προσκυνητές που με τη σιωπή τους και την απλότητα του ταξιδιού τους θέλουν να δείξουν ότι ο δρόμος για το θείο θέλει απλότητα κι υπομονή. Άλλοι πάλι έλεγαν ότι πρόκειται για οικολόγους που διαμαρτύρονται για την εκούσια καταστροφή της μητέρας γης κι η πεζοπορία τους αποτελεί μήνυμα να περιοριστούν οι εκπομπές καυσίμων. Υπήρχαν κι εκείνοι που έλεγαν ότι βρίσκονται σε αναζήτηση ομορφιάς και γνώσης. Κι άλλες απόψεις, ότι δέχτηκαν μήνυμα από εξωγήινους κι αναζητούν το σημείο προσγείωσης, ότι είναι τρελλοί, ότι επιδιώκουν τη δημοσιότητα κλπ. Ο καθένας είχε και τη δική του άποψη για τους λόγους αυτής της πορείας. Και τα βράδια όταν οι τρεις φίλοι μας σταματούσαν για να κοιμηθούν, οι συζητήσεις των ακολούθων άναβαν περί φιλοσοφίας, οικολογίας, θρησκείας, πολιτικής κλπ. Κι έφτασε μια στιγμή όπου τα λεφτά τους τελείωσαν. Αλλά δεν έμεινα χωρίς φαγητό, οι ακόλουθοί τους φρόντιζαν γι'αυτό.

Και πέρασε ο καιρός. Ώσπου, μια ημέρα καθώς πλησίαζε η δύση του ήλιου, είδαν στο βάθος του ορίζοντα ένα δέντρο. Κι ήξεραν ότι έφτασαν στο τέλος της διαδρομής τους. Διότι εκεί πάνω στο δέντρο με φόντο το δύοντα ήλιο ήταν αυτό που έψαχναν. Γύρισαν και για πρώτη φορά μίλησαν προς τους ακόλουθούς τους: «Η πορεία μας έφτασε στο τέλος. Ευχαριστούμε για την παρέα και τη βοήθειά σας αλλά είναι καιρός να πάτε στα σπίτια σας». Και ξεκίνησαν για το δέντρο με τους ακόλουθους να τους κοιτούν αποσβολωμένοι και να αρχίζουν να αποχωρούν ώσπου δεν έμεινε κανείς. Κι αυτοί έφτασαν στο δέντρο. Πάνω στο δέντρο καθόταν ένας κούκος. «Σας περίμενα από καιρό» τους είπε.

Κι έμειναν τρεις κι κούκος!

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2007

Τι είναι τελικά Τέχνη;

Κλισέ ερώτηση, εκνευριστική, κι ενδεχομένως χωρίς νόημα. Ας προσπεράσουμε. Η αφορμή για το κείμενο Η Υπέρτατη Τέχνη ήταν ο Karlheinz Stockhausen. Για την ακρίβεια κάποιες δηλώσεις που είχε κάνει λίγο μετά τις επιθέσεις της 11.09.2001, που τις ξαναθυμήθηκα με την αναγγελία της είδησης του θανάτου του, καθώς και διαβάζοντας ένα πρόσφατο κείμενο του Old Boy.

Είχε πει τότε:
«Οι τρομοκρατικές επιθέσεις στη Νέα Υόρκη είναι ένα έργο τέχνης, και μάλιστα το μεγαλύτερο που έγινε ποτέ στον κόσμο»
«...μυαλά κατορθώνουν κάτι, το οποίο εμείς στη μουσική ούτε να ονειρευόμαστε δεν μπορούμε, άνθρωποι ασκούνται για δέκα χρόνια σαν τρελοί και εντελώς φανατικά για ένα κοντσέρτο και μετά πεθαίνουν, προσπαθήστε να καταλάβετε τι ακριβώς έχει συμβεί... Άνθρωποι, τόσο συγκεντρωμένοι σε μια παράσταση και 5.000 που διώκονται στον παράδεισο, σε μια στιγμή. Αυτό δεν θα μπορούσα να το κάνω. Μπροστά σε αυτό είμαστε ένα τίποτα, σαν συνθέτες. Υπάρχουν βέβαια και κάποιοι καλλιτέχνες που προσπαθούν να υπερβούν τα όρια αυτού που είναι δυνατόν και που μπορεί να σκεφτεί κανείς για να γίνει αντιληπτός ένας νέος κόσμος»
«Πρόκειται για έγκλημα, επειδή οι άνθρωποι δεν ήταν σύμφωνοι. Δεν συμμετείχαν στο "κοντσέρτο". Αυτό είναι σαφές... Όμως, από πνευματική άποψη, αυτό που έγινε εκεί, αυτό το άλμα πέρα από τα όρια της ασφάλειας, της ζωής, συμβαίνει μερικές φορές και στην τέχνη.
Αλλιώς, η τέχνη δεν είναι τίποτε»
.

Πρέπει να ομολογήσω ότι δεν είχα μέχρι σήμερα επαφή με το έργο του συγκεκριμένου καλλιτέχνη. Όμως οι δηλώσεις που είχε κάνει τότε μου έχουν μείνει εντυπωμένες. Όχι γιατί με σοκάρισαν ή γιατί διαφωνώ αλλά επειδή είναι ένα ερώτημα που με ακολουθεί: Μπορούμε να βρούμε τέχνη ή ομορφιά μέσα απ'την καταστροφή; Πριν πω δυο λόγια γι'αυτό να αναφέρω ότι λόγω αυτών των δηλώσεών του ακυρώθηκαν τότε όλες οι προγραμματισμένες συναυλίες του. Νέα ερωτήματα: αρκεί η συναισθηματική φόρτιση των ημερών για να το δικαιολογήσει; Και για να το πάω λίγο πιο πέρα. Προσωπικά πιστεύω ότι ένα έργο τέχνης δεν μπορεί να είναι ηθικό ή ανήθικο εξ ορισμού, είναι α-ηθικό. Ο δημιουργός του απ'την άλλη μπορεί να είναι δεξιός ή αριστερός, θρησκευόμενος ή άθεος, ψυχικά διαταραγμένος, παιδεραστής ή δολοφόνος, ή ό,τιδήποτε άλλο θέλει. Το έργο του όμως δεν (πρέπει να) κρίνεται σε αυτή τη βάση.

Ας επιστρέψουμε όμως στο Stockhausen. Μπορεί ένα έργο να είναι έργο τέχνης αν ο δημιουργός του δεν το προόριζε ως τέτοιο; Νομίζω ότι ένα έργο τέχνης λειτουργεί καθαρτήρια στο δημιουργό του. Προκαλεί όμως και συναισθήματα στους αποδέκτες. Επιτρέπεται όμως να προκαλέσει όλα τα πιθανά συναισθήματα; Μπορεί να προκαλεί ευφορία, χαρά, θλίψη, πόνο αλλά μπορεί να προκαλέσει επίσης απέχθεια, αποστροφή, τρόμο;

Προσωπικά δεν έχω απαντήσεις σ'αυτά τα ερωτήματα. Μπορώ όμως να πω ότι αντιμετωπίζω κάθε έργο με βάση το αισθητικό μου κριτήριο, την προσωπική μου αντίληψη της αισθητικής. Και συνεχίζω...

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2007

Σωκράτης Μάλαμας - Τα Διόδια


Στον κόσμο που γεννήθηκα
Τα βρήκα όλα γραμμένα
Πάνω σε βλέφαρα κλειστά
Σε χείλη σφραγισμένα
Γυναίκα ατρύγητη η ζωή
Με βυσσινιά πορφύρα
Δεν έχει ο μόνος πέρασμα
Ήλιο δεν έχει η μοίρα

Πόσες φωτιές στα πέλαγα
Πόσοι ξενιτεμένοι
Ήταν για τα διόδια
Κι όχι για την Ελένη
Στης λησμονιάς το μαγαζί
Μάτια κεριά σβησμένα
Άμα δε λιώσουμε μαζί
Πως θες να γίνουμ' ένα
Πως θες να γίνουμ' ένα

Στο κόσμο που γεννήθηκα
Δε χάραξα πορεία
Τσιγάρο μ' ανεμόχαρτο
Στρίβω στα πρακτορεία
Να δω τον ήλιο ανάστροφα
Και τ' άστρα ζαλισμένα
Να σταματήσω τη στιγμή
Με τα φτερά ανοιγμένα

Πόσες φωτιές στα πέλαγα
Πόσοι ξενιτεμένοι
Ήταν για τα διόδια
Κι όχι για την Ελένη
Στης λησμονιάς το μαγαζί
Μάτια κεριά σβησμένα
Άμα δε λιώσουμε μαζί
Πως θες να γίνουμ' ένα
Πως θες να γίνουμ' ένα

στίχοι: Άλκης Αλκαίος
μουσική: Σωκράτης Μάλαμας

Η Υπέρτατη Τέχνη

Μόλις είχε γυρίσει απ'την τελετή απονομής. Άλλο ένα βραβείο για διακοσμητικό! Η διάθεσή του ήταν πάλι άσχημη. Είχε αναγνωριστεί απ'όλους τους κριτικούς ως ο μεγαλύτερος εν ζωή καλλιτέχνης κι ένας απ'τους 5 κορυφαίους όλων των εποχών, σύμφωνα με κάποιους μάλιστα ο κορυφαίος. Είχε δεχτεί αμέτρητα βραβεία για τα έργα του και την προσφορά του, μάλιστα σε διάφορα καλλιτεχνικά πεδία (ζωγραφική, γλυπτική, αρχιτεκτονική, μουσική, multimedia κλπ). Ήταν επίτιμος καθηγητής σε αμέτρητες έδρες σε πανεπιστήμια ανά την υφήλιο. Είχε γίνει ένα είδος γκουρού στους καλλιτεχνικούς, κι όχι μόνο, κύκλους. Ήταν ο πρόεδρος της οργάνωσης του ΟΗΕ για την προστασία και προώθηση των τεχνών και γενικά ήταν απ'τις πιο αναγνωρίσιμες προσωπικότητες παγκοσμίως.

Κι όμως αυτός ένιωθε λειψός, ανολοκλήρωτος. Τόσα χρόνια προσπαθούσε να καλύψει αυτό το κενό που ένιωσε μέσα του, έψαχνε να βρει νόημα στη ζωή του. Αρχικά ξεκίνησε με σπουδές στη φυσική. Πίστευε ότι ερευνώντας τη φύση θα μπορούσε να βρει κάποιες απαντήσεις, κάποιες ερμηνείες. Μετά από 5 χρόνια εντατικής ενασχόλησης με την έρευνα και κάποιες, σημαντικές για τον επιστημονικό κόσμο, ανακαλύψεις, τα παράτησε. Δεν έβρισκε αυτό που έψαχνε. Τότε στράφηκε στις τέχνες, πρώτα στη μουσική που πάντα τον γοήτευε, έπειτα επεκτάθηκε και στις υπόλοιπες. Το αποτέλεσμα ήταν κάπως καλύτερο. Ήταν στιγμές που κάλυπτε το εσωτερικό κενό, αλλά όχι πλήρως. Με κάθε του δημιουργία ένιωθε να γεμίζει μέρος του κενού, γεγονός που του έδειχνε ότι είναι στο σωστό δρόμο αλλά ήθελε να βρει την έσχατη λύση. Πως θα μπορούσε να πληρώσει εκείνο το μέρος που έμενε πάντα κενό;

Το τελευταίο διάστημα είχε αρχίσει να δουλεύει την έννοια του υπέρτατου έργου τέχνης. Μια δημιουργία που θα δε θα μπορούσε να ενταχθεί σε μια τέχνη αλλά θα τις περιλάμβανε όλες, ή σχεδόν όλες, έτσι ώστε να καλύψει όλες τις πλευρές του κενού του. Δεν είχε καταφέρει όμως να τη φανταστεί, τι θα ήταν και πως θα την πραγματοποιούσε. Ήταν κουρασμένος. Άρχισε να βγάζει τα ρούχα του κι άνοιξε την τηλεόραση για να του αποσπάσει τις σκέψεις. Έπεσε πάνω σε ειδήσεις, έλεγαν για μια μεγάλη παγκόσμια σύνοδο για το περιβάλλον προγραμματισμένη σε 2 χρόνια από σήμερα κι όπου θα λαμβάνονταν σημαντικές αποφάσεις. Δεν είχε όρεξη, την έκλεισε, πέταξε το βραβείο στη βραβειοθήκη του κι έπεσε να κοιμηθεί ελπίζοντας σ'ένα ήρεμο ύπνο, κάτι που δεν είχε βιώσει πολύ καιρό τώρα.

Άνοιξε τα μάτια του. Η κούραση και το κενό ήταν πάλι εδώ. Αλλά κάτι ήταν διαφορετικό. Τις λίγες στιγμές ήρεμου ύπνου είχε ονειρευτεί κάτι. Αλλά τι; Προσπαθούσε να θυμηθεί. Είχε σχέση με κάτι που είχε δει χθες. Ναι, η παγκόσμια σύνοδος για το περιβάλλον. Αλλά γιατί αυτή η σκέψη του έδινε ένα περίεργο συναίσθημα; Και τότε το είδε καθαρά. Είχε ονειρευτεί το ολικό έργο τέχνης που έψαχνε τόσο καιρό. Κι είχε 2 χρόνια για να το σχεδιάσει...

Η ημέρα της συνόδου έφτασε. Τα είχε σχεδιάσει όλα μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια. Γνωρίζοντας πόσο σημαντική θα ήταν αυτή η σύνοδος ήξερε ότι θα πραγματοποιηθούν μεγάλες συγκεντρώσεις παγκοσμίως. Χρησιμοποιώντας την αναγνωρισιμότητα και την επιρροή του άρχισε να καλεί τον κόσμο μέσα από ιστολόγια, φόρα, άρθρα σε εφημερίδες και συμμετοχές σε ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές. Και τους καλούσε να συγκεντρωθούν στα 3 μεγαλύτερα φράγματα του κόσμου, σε Βραζιλία, Κίνα κι Αίγυπτο. Και το κάλεσμά του είχε απήχηση καθώς πάνω από 1,5 εκατομμύριο κόσμος ήταν εκεί. Μέσω του ΟΗΕ είχε καταφέρει να αναλάβει το συντονισμό και τη σκηνοθεσία της εκδήλωσης. Είχε τοποθετήσει οργανώσει ένα είδος κέντρου παρακολούθησης απ'όπου θα λειτουργούσε ως μαέστρος διευθύνοντας το έργο του. Υπήρχαν κάμερες και μικρόφωνα σε καίρια σημεία εδάφους κι αέρος κι όλα κατέληγαν στο κέντρο του απ'όπου θα διοχέτευε εικόνα κι ήχο σε τηλεοπτικά δίκτυα και το διαδίκτυο, πυροτεχνήματα βρίσκονταν στα σωστά σημεία των φραγμάτων. Είχε συνθέσει την κατάλληλη μουσική. Όλα θα περνούσαν απ'τα χέρια του, ήταν υπό τον έλεγχό του. Το μόνο που περίμενε ήταν η έναρξη της συνόδου που θα συνέβαινε σε λίγα λεπτά. Η δημιουργική ταραχή του ήταν στο μέγιστο. Λίγο ακόμη...

Η στιγμή έφτασε. Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ ανέβηκε στο βήμα για να κηρύξει την έναρξη της συνόδου. «Σας καλωσορίζω σήμερα, μια σημαντική ημέρα για τη γη μας». Μόλις άκουσε τα λόγια αυτά πάτησε το διακόπτη. Τεράστιες φλόγες φωτιάς αναδύθηκαν απ'τα φράγματα τα οποία κατέρρεαν απ'τις συντονισμένες εκρήξεις. Η πρώτη αντίδραση χαράς κι ενθουσιασμού του κόσμου νομίζοντας ότι πρόκειται για τα πυροτεχνήματα άρχισε να μετατρέπεται σε προθανάτια αγωνία, σε μια απορία ζωγραφισμένη στα πρόσωπα. Και στις μεγάλες πλατείες ανά τον κόσμο όπου ήταν συγκεντρωμένοι να παρακολουθήσουν από γιγαντο-οθόνες το θέαμα μια κραυγή απόγνωσης και θρήνου. Και στον ΟΗΕ οι ηγέτες αποσβολωμένοι να κοιτούν μην κατανοώντας τι συμβαίνει. Κι αυτός να δημιουργεί, να διοχετεύει εικόνα κι ήχο και μουσική με όλες αυτές τις εικόνες. Και το γλυπτό του να σχηματίζεται προοδευτικά. Οι τόνοι υδάτων να πέφτουν πάνω στους ανθρώπους οδηγώντας τους μαζικά στο θάνατο. Άνθρωποι απ'όλο την υφήλιο κι όλες τις φυλές να σχηματίζουν ορμητικούς χειμάρρους άψυχων κορμιών. Κι αυτός να δημιουργεί και να νιώθει το κενό του να πληρώνεται σιγά-σιγά. Και μετά την καταστροφή, η ηρεμία. 3 λίμνες από 1,5 εκατομμύρια ανθρώπινα σώματα. Κι οι ψυχές τους να τον καταλαμβάνουν, κι η μουσική του να συνοδεύει. Το καφέ νερό άρχισε να γεμίζει με κόκκινες κηλίδες, ένας ζωγραφικός πίνακας εν δημιουργία.

Επιτέλους τα κατάφερε. Γέμισε το κενό του, έστω και παροδικά. Έκατσε στο τραπέζι βάζοντας ένα ποτό να πιει και περίμενε τη σειρά του...

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2007

Παραλλαγές

Επιτέλους κατάφερε να βρει λίγα λεπτά να κάτσει. Πήγε στο γραφείο, εκεί ήταν κι αυτή μόνη της και διάβαζε απορροφημένη. Έκατσε, κοίταξε το ρολόι: 11:17:33. Ένιωθε τόσο κουρασμένος σωματικά, αλλά κυρίως πνευματικά. Ήθελε να περάσει κάποιες στιγμές χωρίς σκέψεις, να αδειάσει το κεφάλι του. Σιγά-σιγά τα κατάφερνε ώσπου την είδε να σηκώνει το κεφάλι και να του χαμογελά. Διαπίστωσε ότι στην προσπάθειά του να αφαιρεθεί είχε αφήσει το βλέμμα του πάνω της. Ένιωσε λίγο αμήχανα και προσπάθησε να σχηματίσει ένα χαμόγελο με τα χείλη του το οποίο μεγάλωσε την αμηχανία του. Εκείνη όμως συνέχισε να του χαμογελά τόσο ζεστά κι αθώα που η αμηχανία του μετατρέπονταν σε οικειότητα, σε έλξη. Ήθελε να την πλησιάσει, να την αγγίξει αλλά δεν τολμούσε.

Τότε εκείνη σηκώθηκε κι ήρθε δίπλα του. Τον ακούμπησε στον ώμο και στη συνέχεια του χάιδεψε τα μαλλιά. Ένιωσε να παραλύει, να το διαπερνά αυτό το ερωτικό ρεύμα που υπερδιεγείρει τις αισθήσεις, χίλιοι μικροί οργασμοί εν αναμονή μιας άλλης αίσθησης. Όταν κατάφερε να πάρει μια ανάσα, γύρισε και την κοίταξε. Ήταν το ίδιο πρόσωπο αλλά αυτός το έβλεπε μέσα απ'το φίλτρο του πάθους. Του χαμογελούσε ακόμη, τα μπλε της μάτια ήταν υγρά από διέγερση και τα μαύρα της μαλλιά χάιδευαν απαλά τα μάγουλά της. Έσκυψε και κάθισε στα πόδια του, πέρασε τα χέρια της στα μαλλιά του και πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό του σε σημείο που ένιωθε την ερωτική ταραχή της στην ανάσα της και τα αναψοκοκκινισμένα της μάγουλα, πρόσκληση σε γιορτή αισθήσεων.

Έκλεισε τα μάτια της και τον φίλησε. Το υγρό της στόμα δότης δροσερών γευστικών ερεθισμάτων κι οι χυμοί του έρωτα να τον πλημμυρίζουν. Κι ένιωσε να γίνονται ένα, να λιώνουν τα σώματά τους και να ενώνονται. Ένας χείμαρρος ερωτικών αισθήσεων. Κι όλα γύρω τους χάθηκαν. Βρέθηκαν να αιωρούνται μέσα σ'ένα λευκό φως, δεν ήξερε αν είχε πεθάνει κι ούτε τον ένοιαζε. Ήθελε να μείνει εκεί για πάντα...

«Άντε, σήκω, έχουμε δουλειά!», ήταν η φωνή του συναδέλφου του απ'το διπλανό δωμάτιο. Κοίταξε το ρολόι: 11:17:34. Αυτή συνέχιζε αφοσιωμένη το διάβασμα αλλά προς στιγμή νόμισε ότι ανέπνεε πιο γοργά. «Ποια είναι άραγε η φαντασιακή χωρητικότητα ενός δευτερολέπτου;», αναρωτήθηκε, κι άφησε ένα μικρό αναστεναγμό για να πάρει κουράγιο να συνεχίσει τη δουλειά. Καθώς σηκωνόταν, έριξε το βλέμμα της επάνω του.

Χαμογελούσε! Τα χείλη και τα μάτια της ήταν ακόμη υγρά...

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2007

Θέλουμε πίσω όσα μας ανήκουν

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2007. Η γενική απεργία της ΓΕΣΕΕ είναι επίκαιρη όσο ποτέ. Η παρουσία όλων επιβεβλημένη όσο ποτέ. 34 χρόνια μετά τη μεταπολίτευση τα πάντα τίθενται υπό διαπραγμάτευση. Τίποτα δεν είναι δεδομένο και τα κεκτημένα έπαψαν να είναι κεκτημένα λόγο της επανάπαυσης. Επιτρέπεται στις κάμερες ρύθμισης της κυκλοφορίας να καταγράφουν πλέον ποιους άραγε ??? Αυτούς που φοράνε κουκούλες στις πορείες ??? Μα πως θα αναγνωρισθούν, αφού φοράνε κουκούλες??? Μήπως σκοπός τους είναι η δημιουργία ενοχών για το μέσω πολίτη ο οποίος κατεβαίνει στο δρόμο να διαμαρτυρηθεί ??? Μήπως ο κάθε ένας από εμάς πρέπει να νιώθει ότι η παρουσία του σε μία πορεία διαμαρτυρίας είναι κάτι παράνομο ???
Τα ασφαλιστικά δικαιώματα είναι επίσης ένα μεγάλο ζήτημα όπου τα πάντα και εδώ μπαίνουν υπό αμφισβήτηση. Ακούμε καθημερινά για βιωσιμότητα ή μη του ασφαλιστικού μας συστήματος. Πως άραγε μπορούμε να συζητάμε για βιωσιμότητα του συστήματος όταν η εισφοροδιαφυγή στο ΙΚΑ αγγίζει το 35% ενώ αυτή του ΤΕΒΕ πλησιάζει το 55% ??? Πως μπορούμε να υπολογίσουμε το χρόνο αντοχής του συστήματος όταν η διαχείριση των αποθεματικών γίνεται με σκανδαλώδη τρόπο από ανίδεους διοικητές ταμείων η οποίοι διορίζονται από την εκάστοτε κυβέρνηση στα πλαίσια της αποκατάστασης των αποτυχόντων να εκλεγούν κατά τις βουλευτικές εκλογές καθώς και άλλων αποτυχημένων ημετέρων. Καμία διαπραγμάτευση για το ασφαλιστικό εάν δεν περιορισθεί η εισφοροδιαφυγή σε λογικά ποσοστά τα οποία δε μπορούν να ξεπερνούν το 3%. Καμία διαπραγμάτευση για το ασφαλιστικό αν δεν υπάρξει ορθή και τεχνοκρατική από πραγματικά γνωρίζοντες διαχείριση των αποθεματικών.
Ξάφνου και έσχατος ανακαλύψαμε στην Ελλάδα ότι η Ολυμπιακή Αεροπορία πρέπει να κλείσει και ότι βαραίνει τον Έλληνα φορολογούμενο. Ποιος όμως ευθύνεται για την κατάσταση αυτή ??? Μήπως αυτοί που τα τελευταία 30 χρόνια αντιλαμβάνονταν τη διακυβέρνηση του τόπου ως νομιμοποίηση για να διορίζουν τους ψηφοφόρους τους???
Και όλα τα παραπάνω είναι κάποια από τα θέματα που αυτό το καιρό μας απασχολούν λόγο επικαιρότητας. Γιατί η αισχροκέρδεια, η ασυδοσία, η αδικία, και η αναξιοκρατία βασιλεύουν με αυξανόμενες τάσεις.
Πίστευα ότι η προσωπική μου συμμέτοχή σε πορείες διαμαρτυρίας είχε παρέλθει την εποχή που έπαψα να είμαι φοιτητής. Δυστυχώς σήμερα συντρέχουν ποιο πολύ από ποτέ οι λόγοι για μα συμμετάσχει κάποιος σε μία πορεία. Όχι υπό τη καθοδήγηση κάποιου ΠΑΜΕ (ή ερχόμαστε) αλλά υπό τη καθοδήγηση του δίκιου μας. Όχι υπό κάποια σημαία που φέρει σφυριά και δρεπάνια αλλά υπό το πανό της αγανάκτησης.
Όλοι τη Τετάρτη 12/12/2007 στη μεγάλη συγκέντρωση της ΓΕΣΕΕ να διεκδικήσουμε πίσω τα κεκτημένα.

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2007

Το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν, το λαπωνίζειν;

Έχει αναλογιστεί κανείς τη σημασία της καρφίτσας στο σημερινό πολιτισμό; Πως έχει καταφέρει να μπει σε στερεότυπες φράσεις, όπως «Δεν πέφτει ούτε καρφίτσα», ή να γίνει μέγεθος αναφοράς (βασικά η κεφαλή της) «μέγεθος κεφαλής καρφίτσας, αλλά και μέγεθος φακής, δραχμής κλπ»; Τι κοινό έχουν οι πατάτες με τις μέντες και γιατί ότι τις κλάνουμε σημαίνει ότι φοβόμαστε; Με τις πατάτες ειδικά θέλει προσοχή, να αποφεύγετε τις χοντρές και καυτές. Γιατί κάποιος μπορεί να πεθάνει απ'τα γέλια και πόσο παίζουν ρόλο σ'αυτό τ'αυγά που του καθαρίζουν; Πως σχετίζονται η κατανόηση με το χριστό; Τι μέγεθος είχαν οι τρύπες των βελονών την εποχή του χριστού; Επίσης, θέλει προσοχή στο πόσο σφίγγουμε τη βίδα. Αν το παρακάνουμε, έχουμε εκρήξεις οργής αλλά δεν πρέπει να την έχουμε και χαλαρή (εδώ οι απόψεις διίστανται), μην ξεχνάμε ότι είναι η ίδια βίδα που συγκρατεί την μπιέλα.

Γιατί όταν σκεφτόμαστε κοιτάμε πάνω δεξιά; Γιατί όταν λέμε ψέμματα ξύνουμε τη μύτη; Γιατί όταν συλλογιζόμαστε τρίβουμε το σαγόνι; Πόσα διαφορετικά σχέδια έχουν οι νιφάδες; Έχουν όλα τα είδη αραχνών 8 πόδια; Υπάρχουν μέλη του ζωικού βασιλείου χωρίς πόδια αλλά με χέρια; Γιατί έχουμε δυο ρουθούνια και πέντε δάκτυλα ανά μέλος; Αν το πράσινο είναι ο Γρηγόρης και το κόκκινο ο Σταμάτης, το πορτοκαλί ποιος είναι; Γιατί ενώ σε κάθε γραφείο σχεδόν υπάρχει τουλάχιστον ένας διακορευτής είναι ανήθικο να διακορεύεις; Έχει φορέσει ποτέ κανείς την απαγορευμένη ζώνη;

Τέλος πρέπει να αποδώσουμε φόρο τιμής (ο οποίος εκπίπτει σε δηλώσεις κάτω των 10,000 ευρώ) σ'αυτούς που έκαναν τη ζωή μας πιο εύκολη με τις ιδέες τους: στυλό με σφαιρίδιο, κλειδί στην κλειδαριά, κορδόνια, καλαμάκι, συνδετήρας, φερμουάρ, μπιντές, χαρτί υγείας, 4 τρύπες στα κουμπιά και φυσικά γραμμές στα τετράδια!

Πριν κλείσω είναι κάτι που ήθελα πολύ καιρό να πω: Κατάρα σ'αυτούς που έφεραν το σουτιέν και τη γραβάτα (σαλιάρα για ενήλικες;) στη ζωή μας! (Αλήθεια είδατε το νέο σουτιέν με την ψεύτικη θηλή ώστε να δίνει την εντύπωση ότι δεν υπάρχει σουτιέν. Σε τι βαθμό το «φαίνεσθαι» μπορεί να μετασχηματιστεί σε «είναι»; Αλλά αυτό θα αποτελέσει θέμα μιας άλλης δημοσίευσης...)

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2007

Thick As A Brick

Really don't mind if you sit this one out.

My words but a whisper -- your deafness a SHOUT.
I may make you feel but I can't make you think.
Your sperm's in the gutter -- your love's in the sink.
So you ride yourselves over the fields and
you make all your animal deals and
your wise men don't know how it feels to be thick as a brick.
And the sand-castle virtues are all swept away in
the tidal destruction
the moral melee.
The elastic retreat rings the close of play as the last wave uncovers
the newfangled way.
But your new shoes are worn at the heels and
your suntan does rapidly peel and
your wise men don't know how it feels to be thick as a brick.

And the love that I feel is so far away:
I'm a bad dream that I just had today -- and you
shake your head and
say it's a shame.

Spin me back down the years and the days of my youth.
Draw the lace and black curtains and shut out the whole truth.
Spin me down the long ages: let them sing the song.

See there! A son is born -- and we pronounce him fit to fight.
There are black-heads on his shoulders, and he pees himself in the night.
We'll
make a man of him
put him to trade
teach him
to play Monopoly and
to sing in the rain.

The Poet and the painter casting shadows on the water --
as the sun plays on the infantry returning from the sea.
The do-er and the thinker: no allowance for the other --
as the failing light illuminates the mercenary's creed.
The home fire burning: the kettle almost boiling --
but the master of the house is far away.
The horses stamping -- their warm breath clouding
in the sharp and frosty morning of the day.
And the poet lifts his pen while the soldier sheaths his sword.

And the youngest of the family is moving with authority.
Building castles by the sea, he dares the tardy tide to wash them all aside.

The cattle quietly grazing at the grass down by the river
where the swelling mountain water moves onward to the sea:
the builder of the castles renews the age-old purpose
and contemplates the milking girl whose offer is his need.
The young men of the household have
all gone into service and
are not to be expected for a year.
The innocent young master -- thoughts moving ever faster --
has formed the plan to change the man he seems.
And the poet sheaths his pen while the soldier lifts his sword.

And the oldest of the family is moving with authority.
Coming from across the sea, he challenges the son who puts him to the run.

What do you do when
the old man's gone -- do you want to be him? And
your real self sings the song.
Do you want to free him?
No one to help you get up steam --
and the whirlpool turns you `way off-beam.

LATER.
I've come down from the upper class to mend your rotten ways.
My father was a man-of-power whom everyone obeyed.
So come on all you criminals!
I've got to put you straight just like I did with my old man --
twenty years too late.
Your bread and water's going cold.
Your hair is too short and neat.
I'll judge you all and make damn sure that no-one judges me.

You curl your toes in fun as you smile at everyone -- you meet the stares.
You're unaware that your doings aren't done.
And you laugh most ruthlessly as you tell us what not to be.
But how are we supposed to see where we should run?
I see you shuffle in the courtroom with
your rings upon your fingers and
your downy little sidies and
your silver-buckle shoes.
Playing at the hard case, you follow the example of the comic-paper idol
who lets you bend the rules.

So!
Come on ye childhood heroes!
Won't you rise up from the pages of your comic-books
your super crooks
and show us all the way.
Well! Make your will and testament. Won't you?
Join your local government.
We'll have Superman for president
let Robin save the day.

You put your bet on number one and it comes up every time.
The other kids have all backed down and they put you first in line.
And so you finally ask yourself just how big you are --
and take your place in a wiser world of bigger motor cars.
And you wonder who to call on.

So! Where the hell was Biggles when you needed him last Saturday?
And where were all the sportsmen who always pulled you though?
They're all resting down in Cornwall --
writing up their memoirs for a paper-back edition
of the Boy Scout Manual.

LATER.
See there! A man born -- and we pronounce him fit for peace.
There's a load lifted from his shoulders with the discovery of his disease.
We'll
take the child from him
put it to the test
teach it
to be a wise man
how to fool the rest.

QUOTE
We will be geared to the average rather than the exceptional
God is an overwhelming responsibility
we walked through the maternity ward and saw 218 babies wearing nylons
cats are on the upgrade
upgrade? Hipgrave. Oh, Mac.



LATER
In the clear white circles of morning wonder,
I take my place with the lord of the hills.
And the blue-eyed soldiers stand slightly discoloured (in neat little rows)
sporting canvas frills.
With their jock-straps pinching, they slouch to attention,
while queueing for sarnies at the office canteen.
Saying -- how's your granny and
good old Ernie: he coughed up a tenner on a premium bond win.

The legends (worded in the ancient tribal hymn) lie cradled
in the seagull's call.
And all the promises they made are ground beneath the sadist's fall.
The poet and the wise man stand behind the gun,
and signal for the crack of dawn.
Light the sun.

Do you believe in the day? Do you?
Believe in the day! The Dawn Creation of the Kings has begun.
Soft Venus (lonely maiden) brings the ageless one.
Do you believe in the day?
The fading hero has returned to the night -- and fully pregnant with the day,
wise men endorse the poet's sight.
Do you believe in the day? Do you? Believe in the day!

Let me tell you the tales of your life of
your love and the cut of the knife
the tireless oppression
the wisdom instilled
the desire to kill or be killed.
Let me sing of the losers who lie in the street as the last bus goes by.
The pavements ar empty: the gutters run red -- while the fool
toasts his god in the sky.

So come all ye young men who are building castles!
Kindly state the time of the year and join your voices in a hellish chorus.
Mark the precise nature of your fear.
Let me help you pick up your dead as the sins of the father are fed
with
the blood of the fools and
the thoughts of the wise and
from the pan under your bed.
Let me make you a present of song as
the wise man breaks wind and is gone while
the fool with the hour-glass is cooking his goose and
the nursery rhyme winds along.

So! Come all ye young men who are building castles!
Kindly state the time of the year and join your voices in a hellish chorus.
Mark the precise nature of your fear.
See! The summer lightning casts its bolts upon you
and the hour of judgement draweth near.
Would you be
the fool stood in his suit of armour or
the wiser man who rushes clear.
So! Come on ye childhood heroes!
Won't your rise up from the pages of your comic-books
your super-crooks and
show us all the way.
Well! Make your will and testament.
Won't you? Join your local government.
We'll have Superman for president
let Robin save the day.
So! Where the hell was Biggles when you needed him last Saturday?
And where were all the sportsmen who always pulled you through?
They're all resting down in Cornwall -- writing up their memoirs
for a paper-back edition of the Boy Scout Manual.

OF COURSE
So you ride yourselves over the fields and
you make all your animal deals and
your wise men don't know how it feels to be thick as a brick.


Jethro Tull

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2007

Jesus on the main line - Mississippi Fred MacDowell


Jesus on the main line, tell Him what you want
Jesus on the main line, tell Him what you want
Jesus on the main line, tell Him what you want
You can call Him up and tell Him what you want

You can call Him up, call Him up and tell Him what you want
You can call Him up, call Him up and tell Him what you want
Call Him up, call Him up and tell Him what you want
Go on, call Him up and tell Him what you want

Hey, Jesus on the main line, tell Him what you want
Jesus on the main line, tell Him what you want
Jesus on the main line, tell Him what you want
Go on, call Him up and tell Him what you want

Hey, if you’re sick and you want to get well, tell Him what you want
Oh, if you’re sick and you want to get well, tell Him what you want
Oh, if you’re sick and you want to get well, tell Him what you want
Go on, call Him up and tell Him what you want

Hey, Jesus on the main line, tell Him what you want
Jesus on the main line, tell Him what you want
Jesus on teh main line, tell Him what you want
You can call Him up and tell Him what you want

His line ain’t never busy, tell Him what you want
His line ain’t never busy, tell Him what you want
His line ain’t never busy, tell Him what you want
Go on, call Him up and tell Him what you want

Hey, Jesus on the main line, tell Him what you want
Jesus on the main line, tell Him what you want
Jesus on the main line, tell Him what you want
You can call Him up and tell Him what you want
You can call Him up and tell Him what you want

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2007

Θλιμμένος Κωμικός


Ένας άνθρωπος, μια σχολή κωμωδίας. Γέλιο μέσα απ'τα απλά πράγματα. Απ'το σουρεαλισμό της καθημερινής πραγματικότητας. Ταύτιση. Ανακούφιση. Και στο βάθος θλίψη. Μια γλυκιά θλίψη. Βουρκώνεις, κλαις. Καθαρτήριοι λυγμοί.


Ευχαριστώ, καλέ μου άνθρωπε!

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2007

Ο Καθρέπτης

Ήταν ένα πρωινό όπως όλα τ'άλλα. Σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο να πλυθεί, να ετοιμαστεί. Έσκυψε στο νιπτήρα να βρέξει το πρόσωπό του κι αφού το σκούπισε, άφησε στην άκρη την πετσέτα κι έμεινε άφωνος να κοιτάζει τον καθρέπτη. Έτριψε τα μάτια του αλλά μάταια, δεν έβλεπε πλέον το είδωλό του. Δεν μπορεί σκέφτηκε, θα ονειρεύομαι, κι άρχισε να τσιμπιέται για να σιγουρευτεί. Τίποτα, κουνούσε χέρια, κεφάλι, χοροπηδούσε αλλά δεν έβλεπε τίποτα παρά μόνο τα πλακάκια από πίσω του. Μα τι συμβαίνει, είναι δυνατόν;

Ξαφνικά θυμήθηκε τι είχε πει χθες στη φίλη του: «Κάθε μέρα που περνά νιώθω όλο και πιο αόρατος, και πιο διαφανής. Ο κόσμος κινείται δίπλα μου χωρίς να μου δίνει σημασία. Ακόμη κι όταν είμαι με παρέα νιώθω δε με κοιτάνε αλλά το βλέμμα τους με διαπερνά κι εστιάζει πίσω μου.» Προς στιγμή σκέφτηκε ότι μπορεί κάποιος να του κάνει πλάκα κι άρχισε να ελέγχει τον καθρέπτη μήπως κι έβαλαν καμιά φωτογραφία. Όταν βεβαιώθηκε ότι αυτό δεν ισχύει δοκίμασε άλλον τρόπο προσέγγισης. Κρατούσε αντικείμενα και τα κουνούσε, αλλά το μόνο που έβλεπε ήταν τα αντικείμενα να αιωρούνται στο κενό.

Σιγά-σιγά άρχισε να συμβιβάζεται με την ιδέα ότι αυτό που (δεν) βλέπει είναι πραγματικότητα. Και τώρα; Τι θα μπορούσε να κάνει; Άραγε οι υπόλοιποι θα τον έβλεπαν ή συνέβαινε μόνο σ'αυτόν; Ή μήπως είχε ήδη αρχίσει απ'τους άλλους και τώρα ήρθε η ώρα του; Μην αντέχοντας να στέκεται εκεί χωρίς να βλέπει την αντανάκλασή του, πήγε ξανά να ξαπλώσει στο κρεβάτι, προσπαθώντας να σκεφτεί κάποια λύση. Δεν τα κατάφερε όμως διότι το μυαλό του επέστρεφε συνεχώς στο παρελθόν. Ήταν πραγματικές οι αναμνήσεις του; Αυτά που είχε ζήσει; Οι χαρές κι οι λύπες του; Υπήρξε ή ήταν απλά ομίχλη;

Αφού πέρασε ένα δίωρο στο κρεβάτι δεν άντεξε άλλο. Σηκώθηκε και ξαναπήγε στο μπάνιο, μπροστά στον καθρέπτη. Τα ίδια, δεν ήταν όνειρο. Απελπισμένος, στηρίχτηκε με τα χέρια του πάνω στον καθρέπτη. Τότε νόμισε πως είδε κάτι. Τραβήχτηκε αλλά τίποτα. Πλησίασε αργά το χέρι του και διαπίστωσε ότι όταν ακουμπούσε στο γυαλί σχηματιζόταν κάτι σαν σκιά. Του΄ρθε μια ιδέα. Πήγε στο γραφείο του και πήρε ένα μαρκαδόρο κι όταν επέστρεψε κόλλησε πάλι την παλάμη του και με το μαρκαδόρο σημείωσε το περίγραμμά της. Μόλις τράβηξε το χέρι είδε να αντικατοπτρίζεται αυτό το περίγραμμα. Μια μικρή ελπίδα άρχισε να σχηματίζεται.

Ξαναπήγε στο γραφείο του και πήρε όλους τους μαρκαδόρους κι όλες τις μπογιές του, σε όλα τα πιθανά χρώματα. Βρήκε ένα που να είναι πολύ κοντά στο χρώμα του δέρματός του και γέμισε το περίγραμμα. Είδε τότε το είδωλο της παλάμης του ξεκάθαρα. Ξεθάρρεψε κι άρχισε να ζωγραφίζει πάνω στον καθρέπτη όταν κάποια στιγμή πάνω στη βιασύνη του ξέφυγε μια μικρή κουκκίδα κάτω απ'το μάτι του που έμοιαζε με δάκρυ. Έκπληκτος διαπίστωσε τότε ότι έκλαιγε στην πραγματικότητα. Τι διάολο; Και τότε κατάλαβε: Δεν ήταν οι άλλοι που τον αγνοούσαν και δεν το έβλεπαν, ήταν ο ίδιος τυφλός. Κι αποφάσισε να γίνει ο ζωγράφος της ζωής του!

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2007

Το Ξέφωτο

Ήταν λίγο μετά τις 17:00. Προχωρούσε μέσα στο δάσος ώσπου έφτασε στο ξέφωτο. Η συννεφιά εκείνη την ημέρα δημιουργούσε ένα φωτεινό σκοτάδι ή ένα σκοτεινό φως καθώς πλησίαζε το δείλι, και στο βάθος ο ορίζοντας είχε πάρει φωτιά. Στάθηκε στη μέση του ξέφωτου. Και τα πάντα ησύχασαν. Ήξερε πλέον τι τον περίμενε. Ξαφνικά άκουσε μια φωνή: «Είσαι έτοιμος;»

Όχι, απάντησε και βγάζοντας τα παπούτσια του άρχισε να χορεύει ξυπόλητος. Σιγά-σιγά γύρω του εμφανίζονταν κι άλλοι, δεκάδες, εκατοντάδες, που χόρευαν στο φρενήρη ρυθμό της σιωπής, αρχικά ασυντόνιστα, στη συνέχεια όλοι μαζί σ'ένα σπειροειδές κύμα ώσπου ξάφνου σ'ένα ξέσπασμα σωριάστηκαν όλοι στο έδαφος. Σηκώθηκε κι τους είδε να μεταμορφώνονται ο ένας μετά τον άλλο σε ζώα του δάσους. Όλοι εκτός απ'αυτόν. Αφού ολοκληρώθηκε η μεταμόρφωση, χάθηκαν μέσα στο δάσος. Κι έμεινε ξανά μόνος να κοιτάζει γύρω του.

Κι αύριο μέρα είναι σκέφτηκε, και με το δισάκι του στον ώμο κατηφόρισε την πλαγιά απολαμβάνοντας την επαφή με το χιόνι στις γυμνές πατούσες του!

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2007

Ο Δρόμος

Σηκώθηκε. Ήξερε πως ήταν ώρα να συνεχίσει. Επί ώρες καθόταν κάτω απ'το δέντρο προσπαθώντας να εξαντλήσει όλα τα περιθώρια επιλογών. Και τελικά ήταν σίγουρος ότι δεν υπήρχε πλέον γυρισμός. Όλοι οι δρόμοι πίσω του ήταν κλειστοί. Παρά τις προσπάθειές του για το αντίθετο, είχε περάσει πλέον το σημείο μη επιστροφής. Πήρε μια βαθιά ανάσα και προχώρησε. Όσο κι αν το είχε καθυστερήσει, η ώρα που θα έπρεπε να κάνει την τελική επιλογή του πλησίαζε. Τον τάραζε αυτό γιατί απ'αυτό το δευτερόλεπτο εξαρτώταν όλη η υπόλοιπη ζωή του. Πως θα διάλεγε το σωστό δρόμο; Με τι κριτήρια; Πως θα ξεχώριζε την ορθή επιλογή; Έπρεπε να βασιστεί στη λογική ή το συναίσθημα; Άραγε ήταν εφικτός ένας συνδυασμός τους;

Με όλες αυτές τις σκέψεις προχωρούσε, ώσπου κάποια στιγμή διέκρινε στο βάθος το σταυροδρόμι με τις τρεις πιθανές επιλογές του. Καθώς πλησίαζε διαπίστωσε πως πρόκειται για όμοιους μεταξύ τους δρόμους. Και στην αρχή κάθε δρόμου στεκόταν μια γυναίκα, όμορφη, αιθέρια. Κι επρόκειτο για γυναίκες όμοιες μεταξύ σε κάθε λεπτομέρεια. Μόλις έφτασε, κάθε μια γύρισε τον κοίταξε και του απεύθυνε το λόγο, με την ίδια ένταση, την ίδια χροιά, την ίδια φωνή:

- Καλημέρα ταξιδιώτη και καλώς όρισες! Ήρθε η ώρα να διαλέξεις κι εγώ σου προτείνω το δικό μου δρόμο. Είναι ότι επιθυμούσες στη ζωή. Στο τέλος υπάρχουν όλα σου τα όνειρα εκπληρωμένα.

Η ταραχή που ένιωσε κάτω απ'το δέντρο όταν συνειδητοποίησε ότι θα βρεθεί μπροστά σε δύσκολες επιλογές δεν ήταν τίποτα μπροστά σ'αυτό που ένιωθε τώρα. Τρόμος τον κυρίευσε. Πως να επιλέξει μεταξύ πανομοιότυπων επιλογών; Προσπάθησε να ανακαλύψει κάποια διαφορά, μελετούσε τους δρόμους και τις γυναίκες αλλά τίποτα. Για πρώτη φορά στη ζωή του ένιωσε να έχει χάσει τελείως τον έλεγχο. Έπεσε στα γόνατά του κι έσκυψε το κεφάλι του ακουμπώντας σχεδόν τη γη. Δάκρυα άρχισαν να ανεβαίνουν στα μάτια του. Δεν μπορεί, σκέφτηκε, δεν είναι δυνατό να είναι όλα απλά θέμα τύχης.

Κι έμεινε έτσι σκυμμένος προσπαθώντας να σκεφτεί. Αλλά λύση δε βρήκε. Κι απέμεινε εκεί ακίνητος, απογυμνωμένος από κάθε σκέψη. Και δεν ήξερε πόση ώρα έμεινε έτσι. Ώσπου ξαφνικά κατάλαβε. Δεν είχε σημασία ποιον δρόμο θα πάρει διότι αυτός είναι που τον ορίζει. Και δεν ήταν μόνο το τέλος του ταξιδιού αλλά κι η αρχή ενός καινούργιου. Κι ενώ τα σκεφτόταν αυτά έβλεπε το τοπίο να αλλάζει και τους δρόμους να συγκλίνουν και να γίνονται ένας. Και το ίδιο ίσχυε με τις γυναίκες, έγιναν μια. Αλλά κάθε φορά που ανοιγόκλεινε τα βλέφαρά του έβλεπε άλλο δρόμο κι άλλη γυναίκα. Κι είδε έτσι χιλιάδες διαφορετικούς δρόμους και χιλιάδες διαφορετικές γυναίκες να περνάνε από μπροστά του.

Κι ήξερε ότι η διαδρομή δεν ήταν ευθεία με μια αρχή κι ένα τέλος, αλλά ούτε και κυκλική χωρίς αρχή και τέλος. Ήταν σπειροειδής, χωρίς δρόμο επιστροφής, και με κάθε σπείρα γινόταν πιο σοφός.

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2007

Πραγματική Εικονικότητα

Όπως κάθε πρωινό τα τελευταία χρόνια, έτσι και το συγκεκριμένο σηκώθηκε με τη συνηθισμένη ουδέτερη διάθεση, αυτή που δημιουργεί η ρουτίνα κι η επανάληψη της ίδιας καθημερινής τελετουργίας. Έκλεισε το ξυπνητήρι (κάποτε είχε κάνει το λάθος να χρησιμοποιήσει ως ξυπνητήρι ένα αγαπημένο του τραγούδι το οποίο δεν μπορεί πλέον να το ακούσει χωρίς να νιώσει εκείνη την εσωτερική ταραχή παρά τα 10 χρόνια που έχουν μεσολαβήσει), στριφογύρισε για ένα πεντάλεπτο στο κρεβάτι, πήρε μια βαθιά ανάσα και σηκώθηκε. Αφού εκτέλεσε πιστά όλη τη διαδικασία, έκλεισε την πόρτα πίσω του και ξεκίνησε με το αυτοκίνητο για άλλη μια πανομοιότυπη ημέρα.

Στη μέση της διαδρομής όμως κάτι άλλαξε. Άρχισε να νιώθει διαφορετικά, περίεργα. Κι ενώ όλα τριγύρω του ήταν τα ίδια αυτός ήταν πεπεισμένος όταν βρισκόταν αλλού. Παρατηρούσε τα μέρη από όπου περνούσε κάθε μέρα τα τελευταία 2 χρόνια και τα ένιωθε επιφανειακά ίδια αλλά ριζικά διαφορετικά. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί, να διαπιστώσει σε τι συνίσταται αυτή η αλλαγή. Μετά από λίγο συνειδητοποίησε ότι οι αισθήσεις του είχαν οξυνθεί, και κυρίως η όραση. Τα έβλεπε όλα πιο έντονα, τα χρώματα, τις αντιθέσεις τους, τις σκιές! Και ήταν υπέροχα. Όμως ακόμη και μέσα σ'αυτή την ευφορία που του προκαλούσαν αυτές οι νέες αισθήσεις του, κάπου στο βάθος του μυαλού του υπήρχε ένας δισταγμός, μια ανησυχία.

Αλλά συνέχισε τη διαδρομή μέχρι τη δουλειά του απολαμβάνοντάς τες. Φτάνοντας διαπίστωσε ότι το ίδιο άρχισε να συμβαίνει και με την ακοή του. Μπορούσε έτσι να ακούει τα βήματά του στη μοκέτα, το χτύπο της καρδιάς της κοπέλας στο κυλικείο όπου πήρε τον καφέ του, το αφεντικό του να μιλά μόνος μέσα στο γραφείο του περιμένοντάς τον. Καθόσον απολάμβανε την ακουστική ποικιλομορφία, διαπίστωνε παράλληλα ότι η όρασή του άρχιζε να γίνεται δυσάρεστη. Τα χρώματα τον πλημμύριζαν και τον έπνιγαν σιγά-σιγά, ένιωθε ζάλη και ναυτία, το φως της ημέρας ήταν σαν καρφιά που τρυπούσαν τα μάτια του και μόνο στις σκιές ένιωθε μια ελαφρά ανακούφιση. Ως παροδική λύση, χρησιμοποίησε τα γυαλιά ηλίου που είχε στην τσέπη του.

Και συνέχισε να απολαμβάνει την ηχητική πανδαισία. Όταν όμως άρχισε να οσμίζεται τα λουλούδια που ήταν στο τελευταίο γραφείο, το άρωμα της γραμματέας, ακόμη και τον ιδρώτα του νεαρού εργάτη που προσπαθούσε να φτιάξει το σπασμένο παράθυρο, και ταυτόχρονα να γεύεται αυτές τις οσμές, οι ήχοι έγιναν έγιναν ηλεκτρικά πριόνια και βιομηχανικές πρέσες σε σημείο που ανακουφίστηκε μόνο με ωτοασπίδες. Αλλά κι η ευχάριστη διάρκεια της γεύσης και της όσφρησης δεν κράτησε πολύ κι αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει μάσκα. Με όλες τις αισθήσεις του πλέον να αποτελούν συνεχές μαρτύριο έκατσε στο γραφείο προσπαθώντας να συγκεντρωθεί στην καθημερινή ρουτίνα ώσπου ξαφνικά την είδε.

Τρία γραφεία πιο πέρα, όπως την ήξερε εδώ και 2 χρόνια. Συνεπαρμένος μαζί της απ'την πρώτη στιγμή που την είδε, κι όμως, δεν είχε τολμήσει να αρθρώσει μια λέξη παραπάνω απ'την τυπική καλημέρα. Και τώρα πίσω απ'τα γυαλιά, τη μάσκα και τις ωτοασπίδες ένιωθε... κάτι! Αποφάσισε να ρισκάρει και να αφαιρέσει όλα αυτά τα εμπόδια. Και ναι, ένα αισθησιακό κι αισθητηριακό καλειδοσκόπιο τον πλημμύρισε, τόσο έντονα που κάλυψε οποιοδήποτε άλλο ερέθισμα. Κι ήταν εκεί, μπροστά του, πιο όμορφη, πιο ελκυστική, πιο ανθρώπινη από ποτέ. Αυτή τη φορά δε θα έμενε άπραγος, προχώρησε προς το μέρος της και τη χαιρέτησε. Κι αυτή γύρισε, τον κοίταξε και του πρόσφερε ένα χαμόγελο ζεστό για πρώτη φορά, κι όχι το τυπικό καθημερινό. Κι ήξερε αμέσως εκείνη τη στιγμή ότι το βράδυ θα έβγαιναν μαζί χωρίς να χρειαστεί να της το ζητήσει.

Λίγες ώρες αργότερα χτυπούσε το κουδούνι της πόρτας της. Ήταν εξαντλημένος απ'την υπερφόρτιση ερεθισμάτων που χειροτέρευε με το χρόνο αλλά ήξερε ότι με το που θα την έβλεπε θα τα ξεχνούσε όλα, θα αναζωογονούνταν σα μια όαση στην έρημο. Κι όντως όταν άνοιξε η πόρτα, ξαναγεννήθηκε. Και βγήκαν περπατώντας δίπλα-δίπλα, κι ο χρόνος είχε σταματήσει. Η βραδιά κυλούσε όμορφα, μετά τον κινηματογράφο συνέχισαν τον περίπατό τους που τους οδήγησε στο πάρκο όπου έπιασαν τη συζήτηση με τις ώρες. Παθιασμένη συζήτηση, για πολλά θέματα που τους πήγε μέχρι το ξημέρωμα. Και καθώς ανέτειλε ο ήλιος ήξεραν κι οι δυο ότι έφτασε η ώρα για το πρώτο τους φιλί. Έσκυψε και πλησίασε τα χείλη της προσμένοντας με γλυκιά ταραχή πότε θα ακουμπήσουν και τότε...

...πόνος ανείπωτος ξέσκισε τα χείλη κι απλώθηκε σε όλο του το σώμα κι έσπασαν όλοι οι αισθητηριακοί φραγμοί και ράγισε η καρδιά του. Λίγο πριν λιποθυμήσει κατάφερε να βγάλει τα ηλεκτρόδια και να κλείσει τον υπολογιστή. Καταραμένο μηχάνημα, δε θα το ξαναχρησιμοποιούσε ποτέ πια. Καλύτερα στη βαρετή ζωή του. Τα παράτησε κι έπεσε για ύπνο. Και στα ματωμένα χείλη του διέκρινε και μια άλλη γεύση...

Το επόμενο πρωινό η γνωστή του ουδέτερη διάθεση ήταν πάλι παρούσα. Κι ακολουθώντας την καθημερινή τελετουργία έφτασε στην ώρα του στη δουλειά. Πήρε τον καφέ του κι έκατσε στο γραφείο του. Τότε μπήκε εκείνη αλλά αντί να πάει κατευθείαν στο πόστο της όπως συνήθως, γύρισε προς το μέρος κι ήρθε μπροστά του. Καλημέρα του είπε χαμογελώντας ζεστά κι έσκυψε και τον φίλησε. Κι η γεύση ήταν η ίδια...

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2007

Είμαι ο Χρήστος και είμαι εντάξει

Θα ήθελα να ανακοινώσω προς τους συνοδοιπόρους αλλά και τους επισκέπτες αυτού του ιστολογίου ότι σήμερα διάγω την έκτη ημέρα μου στη προσπάθεια διακοπής του τσιγάρου.
ΕΙΜΑΙ Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΙ ΕΙΜΑΙ ΕΝΤΑΞΕΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
ΚΑΙ Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΤΑΞΕΙ.

Ερασιτέχνες Εραστές

Για όλους εμάς που οι αγάπες μας εξορίστηκαν από τις ανάγκες της ζωής...


Ερασιτέχνες Εραστές

Αν άργησα να έρθω να σε βρώ
Φταίει μια νάρκη που με κρατούσε
Παγιδευμένο στον ορθολογισμό
Να μείνω μακριά σου προσπαθούσε

Φτάινε τα λόγια των ειδικών
Που θεωρίες μου πουλούσαν
Υπάλληλοι γραφείων τουριστικών
Τη μαγική τους χώρα αγνοούσαν

Σκεφτόμουνα πως είχα αργήσει
Κι ας είχα βράδια ξενυχτίσει
Για την αγάπη σου που νόμιζα χαμένη
Απ’τις ανάγκες της ζωής εξορισμένη

Ήταν ο μύθος που οδηγούσε
Τους δήθεν εκλεκτούς για τη σκηνή
Για καλλιτέχνες ιδιόμορφους μιλούσε
Που η φύση προίκισε μαζί με τη ζωή

Τα ρούχα που σου δίναν να φοράς
Την άσπιλη ομορφιά σου μας στερούσαν
Όταν γυμνή για τη ζωή άρχισες να μιλάς
Ερασιτέχνες εραστές τα λόγια σου μεθούσαν

Σκεφτόμουνα πως είχα αργήσει
Κι ας είχα βράδια ξενυχτίσει
Για την αγάπη σου που νόμιζα χαμένη
Απ’τις ανάγκες της ζωής εξορισμένη

Ακόμα τις φωτογραφίες αποφεύγεις να κοιτάς
Αυτών που πλάι σου για το συμφέρον τους ποζάρουν
Πόσα κερδίζουνε δε νοιάζεσαι ούτε ρωτάς
Συχνάζεις στα υπόγεια που σε γουστάρουν

Σκεφτόμουνα πως είχα αργήσει
Κι ας είχα βράδια ξενυχτίσει
Για την αγάπη σου που νόμιζα χαμένη
Απ’τις ανάγκες της ζωής εξορισμένη

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2007

Ο Κακός Ο Λύκος

Σαν μπαλαρίνα διάφανη
περνάς μπροστά μου
και το άρωμά σου συνταγή
για εφηβικές παρανομίες.

Ομορφούλα μου
ο κακός ο λύκος είμαι
και σε κυνηγώ.
Στων παιδεραστών την όχθη
εξώκειλα θαρρώ.

Η μέλισσα βγάζει κερί
κι ο μάγος θαύμα
και το δικό μου το πουλί
βγάζει φωνή και αλαλάζει.

Ομορφούλα μου
ο κακός ο λύκος είμαι
και σε κυνηγώ.
Στων παιδεραστών την όχθη
εξώκειλα θαρρώ.

Νυχτερινά εμβατήρια
με προσκαλούνε.
Στη μάχη για τα μάτια σου
ήρθα με λιγοστές ελπίδες.

Ομορφούλα μου
ο κακός ο λύκος είμαι
και σε κυνηγώ.
Στων παιδεραστών την όχθη
εξώκειλα θαρρώ.


Θανάσης Παπακωνσταντίνου

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2007

Λευκή ομορφιά


Ξεκίνησαν για τα καλά τα χιόνια εδώ. Ξέρω εκεί στην Ελλάδα δε σας αφορά ακόμη. Εδώ όμως είναι πραγματικότητα. Θα μου ασπρίσουν πρόωρα τα μαλλιά μου με το καθημερινό πατινάζ σε 4 τροχούς. Αλλά όσο κι αν είναι δύσκολο μόλις σβήνω τη μηχανή και βγαίνω απ'το αυτοκίνητο δεν παύει να με συναρπάζει.


Είναι απόκοσμη η ησυχία όταν χιονίζει. Ξέρω, χιλιοειπωμένα αλλά παρόλα αυτά αληθινά. Είναι εκπληκτικό ότι δεν ακούγεται τίποτα, χάνεται κάθε ηχώ κι αντίλαλος, σε σημείο που το μόνο που ακούγεται να είναι ήχος της νιφάδας που πέφτει απαλά στο υπάρχον στρώμα χιονιού. Τα πάντα λευκά με μερικές πινελιές μαύρου ή καφέ. Και τα δέντρα μεταμορφώνονται σε γλυπτά, κρυστάλλινα, που νομίζεις ότι θα σπάσουν στο πρώτο άγγιγμα. Αλλά κυρίως σιωπή.


Και ξαφνικά δεν υπάρχει κανείς άλλος. Είσαι μόνος με τον εαυτό σου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Και νιώθεις μια ηρεμία. Και νιώθεις μια νοσταλγία. Χωρίς αντικείμενο, δεν ξέρεις τι νοσταλγείς. Και μπορεί να περάσουν ώρες κοιτώντας το χιόνι να πέφτει, χωρίς σκέψεις, με το μυαλό άδειο. Απλά κοιτώντας...

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2007

Το παιδί κι ο σκύλος

Καθώς περπατούσε στο δρόμο αμέριμνο έχοντας μόλις κατορθώσει να βρει κάτι να φάει ένιωσε κάτι να κινείται πίσω του. Γύρισε το κεφάλι αλλά δεν είδε τίποτα. «Η ιδέα μου θα είναι» σκέφτηκε και συνέχισε τα ανάλαφρα βήματά του. Όπως κατηφόριζε περνώντας τα τελευταία σπίτια του χωριού άκουσε αυτή τη φορά ξεκάθαρα κάτι πίσω του και στρέφοντας ξανά είδε αυτή τη φορά ένα σκύλο. Αρχικά φοβήθηκε νομίζοντας ότι θα του ορμήσει αλλά ο σκύλος έμενε ακίνητος. Βλέποντας ότι απλά τον ακολουθεί, ξεθάρρεψε λίγο κι άρχισε να τον καλεί:

- Έλα καλό σκυλάκι, έλα μη φοβάσαι! Ο σκύλος όμως δεν αντιδρούσε. Μετά από μια πεντάλεπτη προσπάθεια, βαρέθηκε κι αποφάσισε να συνεχίσει το δρόμο του προς το μικρό του καταφύγιο στην αρχή του δάσους λίγο έξω απ'το χωριό. Καθώς όμως έπαιρνε την τελευταία στροφή πριν εγκαταλείψει και το τελευταίο οίκημα, είδε με την άκρη του ματιού του ότι ο σκύλος τον ακολουθούσε διατηρώντας πάντα την ίδια απόσταση. Έκανε πως δεν τον είδε και συνέχισε το δρόμο του. Μόλις έφτασε στο αρχοντικό του, μια φυσική μικρή σπηλιά μέσα σ'ένα βράχο καλυμμένη με πυκνή φυλλωσιά στην είσοδο, έστρωσε να κοιμηθεί και ξαπλώνοντας είδε το σκύλο να έχει αράξει λίγα μέτρα έξω απ'τη σπηλιά. Είπε λοιπόν να κάνει άλλη μια προσπάθεια:

- Έλα καλό σκυλάκι, έλα μη φοβάσαι! Ο σκύλος όμως δεν αντιδρούσε παρά μόνο κοιτούσε σταθερά. Κουρασμένο καθώς ήταν, έπεσε να κοιμηθεί. Την επόμενη μέρα με το που ξύπνησε έψαξε να βρει το σκύλο αλλά αυτός ήταν άφαντος. «Κρίμα», σκέφτηκε, «θα ήταν καλή παρέα». Εκείνο το πρωινό αποφάσισε να πάει στο γειτονικό χωριό να ψάξει για φαγητό, όπως έκανε κάθε μέρα από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Εδώ πρέπει να πούμε ότι ήταν ορφανό, δε γνώρισε γονείς, ούτε θυμάται ένα σπιτικό. Η πρώτη ανάμνηση που έχει είναι ένα σκυλόσπιτο κι όλη του τη ζωή την πέρασε στο δρόμο, ζώντας από ελεημοσύνη κι αποφάγια. Κίνησε λοιπόν για το χωριό. Στη είσοδο να σου ο σκύλος, στεκόταν αγέρωχος κοιτώντας το στα μάτια. «Ε, δε μπορεί, αυτή τη φορά θα με ακούσει»:

- Έλα καλό σκυλάκι, έλα μη φοβάσαι! Αυτή τη φορά όντως ο σκύλος αντέδρασε και πλησίασε λίγο αλλά πάλι σταμάτησε. Όλη την υπόλοιπη μέρα το ακολουθούσε διατηρώντας πάντα την ίδια απόσταση. Οι επόμενες ημέρες κύλησαν με παρόμοιο τρόπο με το σκύλο να πλησιάζει κάθε φορά και λίγο παραπάνω μέχρι που μια μέρα έφτασε δίπλα του κουνώντας την ουρά του και γλείφοντάς του τα δάκτυλα. Από τότε γίνανε αχώριστοι οι δυο τους, μαζί στην αναζήτηση φαγητού, μαζί και τα βράδια στη σπηλιά. Και κύλησαν οι μέρες και γίνανε εβδομάδες, κι οι εβδομάδες μήνες, κι οι μήνες χρόνια. Κι οι δυο τους μεγάλωναν μαζί. Ώσπου έφτασε χειμώνας βαρύς που όμοιό του δε θυμόντουσαν στην περιοχή. Μόνο ο γέροντας του χωριού είχε να πει ότι όταν ήταν μικρός είχε ζήσει τόσο κρύο. Κι έψαχναν μάταια τροφή καθώς κανείς δεν τολμούσε να βγει απ'το σπίτι σ'αυτή τη παγωνιά. Κι οι ημέρες περνούσαν κι η πείνα μεγάλωνε αλλά ο χιονιάς δεν υποχωρούσε. Εξαντλημένο απ'την πείνα και την κούραση γύρισε στη σπηλιά με το σκύλο στο κατόπι του. Κι όπως κρύωνε φώναξε το σκύλο:

- Έλα καλό σκυλάκι, έλα να με ζεστάνεις! Και πλησίασε ο σκύλος. Και τον αγκάλισε:

- Μμμ, καλό σκυλάκι! είπε και ξεψύχησε. Κι απόμεινε ο σκύλος να το κοιτάζει λίγα λεπτά ώσπου...

- Μμμ, καλό παιδάκι, είπε ο σκύλος στην πρώτη δαγκωνιά.

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2007

Darkness and Shadows

Και Καβάφης στα αγγλικά.

Through smiling meadows ripening into gold
And flowers engendered in new life and beauty
I wandered lithlessly. On every side
The hand beneficient of labour ruled;
And everywhere the people well content
With Nature's gifts prolific, nothing more
Desired, nor tempted Sorrow with the search
For things unprofitable, vain, obscure.
In harmony and the celestial peace of love
They lived: and thriving reaped the fruits of toil.
They knew not envy, hatred nor despair;
Nor chained their minds to the dull misery
Of discontent, distrust and little faith.
Mercy and virtue, strength and hope were theirs;
Their minds in splendour shone alike the Sun.

Behold however darkness seized the earth.
Darkness interminable, awful night,
And opaque shadows veiled the light of day.
Deep night like that which lay upon the seas
In the beginning of the World and Time;
Deep night that tamed the wild beasts of the field
Dismally wailing in the convert woods;
Deep night confounding into one all hues;
Deep night and endless driving men to madness,
Making them blind and sorrowful to death.

And thereupon the multitudes began
In lamentations to reproach the Lord
With his injustice, speaking in this wise:
"Almighty, thou art good and merciful;
Almighty, we have seen and known thy love;
Almighty, we do know thee to be just.
Shew us, o Father, wherein lies our sin
That we may chastise our iniquities!
An evil hour hath meted out to us
The direct of calamities: our babes
Are borne into the world in darkness, blind.
Thou hast deprived us of the fairest gift
In thy Creation. With the breath of life
Thy love awarded us the light of day;
But life in darkness is akin to death:
And death we pray Thee grant us if the light
Hath faded from the world for evermore!"-

It came to pass that God attended them,
And thus to the celestial Chorus spake:
"Of what doth man complain? and whence these tears?
He hath found favour in mine eyes. Behold
I have awarded him the joys of Heaven,
And cleansed his soul of its impurities.
The shadows that erewhile his mind obscured
Have I expelled and driven otherwhere."

But Michael mindful of man's happiness
Spake answering: "Thy mercy's great, O Lord;
The shadows that erewhile man's mind obscured
Hast Thou expelled and driven otherwhere.
But lo! so numerous were these, that now
They veil the Sun, and their obscurity
Hath wrapt the world in deep and endless night."

The Father of all Goodness, at these words,
Smiled, and his Spirit bade upon the earth
Descend. Forthwith a voice like thunder spake:

"Your vices and your sins were numberless,
Your hearts were hardened in iniquity,
Your minds darkened.- These evils were ye spared;
For I have chased the shadows, cleansed your souls.
But lo! so numerous were they, that now
They veil the Sun & their obscurity
Hath wrapt the world in deep and endless night."-

Together cried the multitudes, one voice:
"Almighty, thou art good and merciful.
Restore our minds to darkness, but vouchsafe
The essence of our life, the light of day!"-

And the Spirit answered: "Be it as ye will.
Behold, no longer is the Sun obscured."-

Once more the stars shone in the firmament,
The earth and deep lay bathed in luminence,
The mind of man in night's obscurity!-

Ανοικτή πρόσκληση

Καλείται το ρεμάλι από τη Θεσσαλονίκη να δηλώσει τη συμμετοχή του με ανέβασμα ενός άρθρου, έστω και μικρού. Εάν δε συμβεί αυτό άμεσα θα τον ξεφωνίσω, με τη δημιουργία ειδικού Blog με αποκλειστικό θέμα το κράξιμο του...

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2007

Death Don't Have No Mercy - Για να μαθαίνουν οι νεότεροι και να θυμούνται οι παλαιότεροι...


' Know Death Don't Have No Mercy In This Land
Death Don't Have No Mercy In This Land, In This Land
Come To Your House, You Know He Don't Take Long
Look In Bed This Morning, Children Find Your Mother Gone.

I Said Death Don't Have No Mercy In This Land.
Death Will Leave You Standing And Crying In This Land,
Death Will Leave You Standing And Crying In This Land, In This Land, Yeah!

Whoa! Come To Your House, Y' Know He Don't Stay Long,
Y' Look In Bed This Morning,
Children You Find That Your Brothers And Sisters Are Gone.
I Said Death Don't Have No Mercy In This Land.



Death Will Go In Any Family In This Land.
Death Will Go In Any Family In This Land.
Come To Your House, you know he don't take long.
Look in the bed on the morning, Children Find That Your Family's Gone.

I Said Death Don't Have No Mercy In This Land.
Death Will Leave You Standing And Crying In This Land,
In This Land. Whoa! Come To Your House,
Y' Know It Don't Stay Long, Y' Look In Bed This Morning,
Children Find That Your Brothers And Sisters Are Gone.

Εγώ ένας αστός λίγο διαφορετικός από τους άλλους.

Επέστρεψα λοιπόν στο γραφείο μου μετά από επίσκεψη ρουτίνας σε πελάτη. Μία ρουτίνα που πολλές φορές είναι ανυπόφορη, εδώ, μέσα στη πρωτεύουσα του χάους. Ο ήχος των τηλεφώνων που συνδέω ηχεί διαρκώς στα αυτιά μου. Κάτι σαν συναγερμός, που προσπαθεί να με εγείρει από το λήθαργο του καθημερινού αστικού συμβιβασμού.
Ο επιμένων νικά. Ακούω τον συναγερμό αλλά δεν τον λαμβάνω υπόψιν μου, των αγνοώ συστηματικά. Συμβιβάζομαι, αλλά το πικρό είναι ότι το αντιλαμβάνομαι. Όσο και να προσπαθώ αισθάνομαι τον κάθε συμβιβασμό μου. Και κάθε συμβιβασμός είναι πόνος. Αισθάνομαι το πόνο σε δόσεις. Τόσες δόσεις όσοι και οι συμβιβασμοί μου.
Επέστρεψα στο γραφείο μου. Έξω έχει πέσει η σκοτεινιά από νωρίς. Ανάβω το τσιγάρο μου, που δεν είναι τίποτα άλλο από μία μικρή δόση του τέλους μου. Νομίζω ότι δε με νοιάζει. Το μόνο που θέλω είναι να μη πέσω ποτέ στην ανάγκη κανενός. Μοναδικός στόχος και φιλοδοξία να μη γίνω ποτέ βάρος σε κανένα. Μέχρι στιγμής τα καταφέρνω. Με το όποιο τίμημα, αλλά τα καταφέρνω.
Θα φύγω από το γραφείο μου, θα επιστρέψω σπίτι μου. Στη φυλακή μου. Μια φυλακή μικρή που δε χωράει τη μοναξιά μου.
Μου λείπουν οι φίλοι μου. Αν τους είχα κοντά μου δε θα ένιωθα τόσο μόνος. Αν τους είχα δίπλα μου θα αισθανόμουν ποιο δυνατός και δε θα έκανα τόσους συμβιβασμούς. Αν τους είχα δίπλα μου θα πονούσα λιγότερο.
Θα ξανασυναντηθούμε. Μια μέρα θα ξανασμίξουμε. Και ας καταστραφεί ο κόσμος. Τέτοιος που είναι αυτό του πρέπει...

The brocker... Κατά κόσμον chmarni

Όταν πονά η Ψυχή...

Χτυπά το τηλέφωνο. Στην άλλη άκρη της γραμμής μια νοσηλεύτρια μου ανακοινώνει τη «φυγή» της Φ. Καθώς ετοιμάζω τα χαρτιά για την εκπλήρωση του διοικητικού μου «καθήκοντος» με την αποστολή αίτησης αναζήτησης στην αστυνομία, σκέφτομαι: «Είναι η νιοστή φορά τις τελευταίες 2 εβδομάδες, τι συμβαίνει;». Λίγα λεπτά αργότερα ξαναχτυπά το τηλέφωνο, η ίδια φωνή: «Μόλις την έφερε η αστυνομία, θα περάσεις να τη δεις;»

Ανοίγω την πόρτα. Η Φ. καθισμένη, με τα χέρια σταυρωμένα και τα πόδια ανήσυχα. Δίπλα της η νοσηλεύτρια. Κάθομαι απέναντι της. Στο όμορφο πρόσωπό της είναι ζωγραφισμένη μια απόκοσμη αγωνία. Την παρατηρώ για λίγα δευτερόλεπτα.

- Λοιπόν Φ., τι συνέβει;
- Τι να συμβεί, δεν αντέχω άλλο εδώ.
- Και που πήγες;
- Πουθενά δεν πήγα, δεν πρόλαβα.
- Που ήθελες να πας;
- Ήθελα να δω το φίλο μου, ήθελα να καπνίσω...
- Να καπνίσεις;
- Ναι, να καπνίσω λίγη ηρωίνη.
- Τι ψάχνεις Φ.;
- Δεν αντέχω άλλο σου λέω.
- Κι η ηρωίνη βοηθά;
- Για λίγο.
- Και μετά;
- Τα ίδια και χειρότερα.
- ...
- Αφήστε με να φύγω, δεν μπορώ άλλο, άσχημες σκέψεις περνούν απ'το μυαλό μου.
- Κι αυτές τις σκέψεις θα τις αφήσεις εδώ ή θα σε ακολουθήσουν εκεί έξω;

Δάκρυα πλημμυρίζουν τα μπλε της μάτια και φεύγει τρέχοντας απ'το δωμάτιο. Η νοσηλεύτρια αρχίζει να μου περιγράφει τις τελευταίες 2 εβδομάδες αλλά δεν την ακούω πλέον. Μου έχει μείνει η εικόνα της Φ., δακρυσμένη, με τον πόνο της να διαχέεται, να με πλησιάζει, να με κατακλύζει και να μου παγώνει την καρδιά. Προς στιγμή δυσκολεύομαι να ανασάνω. Πως μπορεί να αντέχει κάποιος ένα τέτοιο πόνο, ο οποίος δεν υποχωρεί, είναι πάντα εκεί; Και πως μπορώ να βοηθήσω κάποιον με τέτοιο πόνο, απερίγραπτο, χωρίς αιτία; Προσπαθώ να ακούσω τη νοσηλεύτρια αλλά μου είναι αδύνατο. Αυτή τη στιγμή ζω κι εγώ ένα μικρό κλάσμα του πόνου της Φ..

Πέντε λεπτά αργότερα χτυπά διακριτικά την πόρτα:

- Να μπω; Κάνω ένα νεύμα και μπαίνει.
- Τουλάχιστον θα μπορώ να βγω μια βόλτα με τη νοσηλεύτρια; Και δώστε μου κάτι να ηρεμήσω λίγο...

Λίγες ώρες αργότερα χτυπώ την κάρτα μου και μπαίνω στο αυτοκίνητο με κατεύθυνση το σπίτι. Θα ετοιμάσω κάτι να τσιμπήσω, θα δω τα e-mail μου, θα χαλαρώσω. Εγώ έχω τη δυνατότητα να αφήσω πίσω μου τον πόνο. Η Φ.;

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2007

Ακούω Τον Παφλασμό Των Κυμάτων

Όταν η δωδεκα-αμελής μπάντα παιάνιζε το «η ζωή ανήκει στους αυτόχειρες», ο Ιησούς ο Ζαγοραίος υποκλίθηκεν έμπροσθεν του πλήθους, χαιρετίζοντάς το: μαστουρωμένοι μπολσεβίκοι, ιπτάμενοι νομάδες του σερφ, ασυμβίβαστοι προλετάριοι, υπέρβαροι ασκητές, πεχλιβάνηδες, ανέστιοι, τσιρκολάνοι, ψωνιστές, νεκρόβιοι: «αγαπάτε τον πλησίον σας ως εαυτόν γιατί κανείς δεν αγάπησε τον εαυτό του περισσότερο απ'όσο του άξιζε, αποδώσατε τα του καίσαρος τω καίσαρι γιατί οι λαοί δεν πρέπει να πολεμούν για τα ιδανικά τους, αργά ή γρήγορα το οποιοδήποτε καθεστώς θα τους ανταμείψει, μακρόβιοι οι πτωχοί τω γεύματι, μακάβριοι οι πτωχοί κι απνεύματοι», τέλος ανεφώνησε μπρος στους νεκρόβιους, «προσδοκώ ανάσταση νεκρών, ήτο χαίρε Καίσαρ οι μελλο-αθάνατοι σε χαιρετούν».

Θάνατος!

Μια αναφορά στο Δάσκαλο Zorz Pilali!

Randy Marsh, αυτός ο ήρωας!

Υποθέτω ότι βλέπετε South Park. Αν όχι, ξεκινήστε! Απ'την αρχή, για να δείτε την εξέλιξη των χαρακτήρων σ'αυτή τη σειρά με πολυανατρεπτικό χιούμορ (η ανατροπή της ανατροπής). Κι ενώ το σύνολο αποδεικνύεται υπέρηχο, εγώ θα ήθελα να σταθώ σ'ένα χαρακτήρα, το Randy Marsh, πατέρα του Stan.

Ο μοναδικός γεωλόγος (κι επιστήμονας) της πόλης που προέβλεψε την πρόωρη έλευση (που δεν ήρθε ποτέ) της καταστροφής λόγω του φαινομένου του θερμοκηπίου, που κέρδισε το βραβείο Νόμπελ για την εξήγηση της αυτοανάφλεξης, η οποία επιδείνωσε το φαινόμενο του θερμοκηπίου με αποτέλεσμα να διατυπώσει την ενιαία θεωρία φυσήματος (κλασίματος) με σύνεση, καθολικός κατά βάση και μάλιστα μέλος κρυφής οργάνωσης για την προστασία του μυστικού του αγίου Πέτρου (ο οποίος ήταν κουνέλι!!!) αλλά κατά περίπτωση άθεος, ακόμη και μορμόνος. Με ένα βραχύ πέρασμα ως αστέρι σε boy band και τώρα τελευταία κιθαροπαίχτης...

Μια καθημερινή φιγούρα, λίγο αφελής, εύκολα επηρεαζόμενος, υποχονδριακός, με θέληση να βοηθήσει αλλά πληγώνεται εύκολα, που βιώνει τα παιδικά τραύματα του υιού του, φανατικός οπαδός, που παθιάζεται με τα μικρά, τα ασήμαντα, εύκολα εξαρτώμενος (αλκοόλ, ηλεκτρονική ηρωίνη) αλλά πάνω απ'όλα αυθεντικός. Η συγκέντρωση (εν είδει καρικατούρας) σε ένα χαρακτήρα όλων των χαρακτηριστικών του σημερινού μέσου αμερικανού (κι όχι μόνο) πολίτη. Ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας.

Δηλώνω ευθαρσώς συνεπαρμένος απ'αυτόν τον ήρωα!