Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2007

Θλιμμένος Κωμικός


Ένας άνθρωπος, μια σχολή κωμωδίας. Γέλιο μέσα απ'τα απλά πράγματα. Απ'το σουρεαλισμό της καθημερινής πραγματικότητας. Ταύτιση. Ανακούφιση. Και στο βάθος θλίψη. Μια γλυκιά θλίψη. Βουρκώνεις, κλαις. Καθαρτήριοι λυγμοί.


Ευχαριστώ, καλέ μου άνθρωπε!

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2007

Ο Καθρέπτης

Ήταν ένα πρωινό όπως όλα τ'άλλα. Σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο να πλυθεί, να ετοιμαστεί. Έσκυψε στο νιπτήρα να βρέξει το πρόσωπό του κι αφού το σκούπισε, άφησε στην άκρη την πετσέτα κι έμεινε άφωνος να κοιτάζει τον καθρέπτη. Έτριψε τα μάτια του αλλά μάταια, δεν έβλεπε πλέον το είδωλό του. Δεν μπορεί σκέφτηκε, θα ονειρεύομαι, κι άρχισε να τσιμπιέται για να σιγουρευτεί. Τίποτα, κουνούσε χέρια, κεφάλι, χοροπηδούσε αλλά δεν έβλεπε τίποτα παρά μόνο τα πλακάκια από πίσω του. Μα τι συμβαίνει, είναι δυνατόν;

Ξαφνικά θυμήθηκε τι είχε πει χθες στη φίλη του: «Κάθε μέρα που περνά νιώθω όλο και πιο αόρατος, και πιο διαφανής. Ο κόσμος κινείται δίπλα μου χωρίς να μου δίνει σημασία. Ακόμη κι όταν είμαι με παρέα νιώθω δε με κοιτάνε αλλά το βλέμμα τους με διαπερνά κι εστιάζει πίσω μου.» Προς στιγμή σκέφτηκε ότι μπορεί κάποιος να του κάνει πλάκα κι άρχισε να ελέγχει τον καθρέπτη μήπως κι έβαλαν καμιά φωτογραφία. Όταν βεβαιώθηκε ότι αυτό δεν ισχύει δοκίμασε άλλον τρόπο προσέγγισης. Κρατούσε αντικείμενα και τα κουνούσε, αλλά το μόνο που έβλεπε ήταν τα αντικείμενα να αιωρούνται στο κενό.

Σιγά-σιγά άρχισε να συμβιβάζεται με την ιδέα ότι αυτό που (δεν) βλέπει είναι πραγματικότητα. Και τώρα; Τι θα μπορούσε να κάνει; Άραγε οι υπόλοιποι θα τον έβλεπαν ή συνέβαινε μόνο σ'αυτόν; Ή μήπως είχε ήδη αρχίσει απ'τους άλλους και τώρα ήρθε η ώρα του; Μην αντέχοντας να στέκεται εκεί χωρίς να βλέπει την αντανάκλασή του, πήγε ξανά να ξαπλώσει στο κρεβάτι, προσπαθώντας να σκεφτεί κάποια λύση. Δεν τα κατάφερε όμως διότι το μυαλό του επέστρεφε συνεχώς στο παρελθόν. Ήταν πραγματικές οι αναμνήσεις του; Αυτά που είχε ζήσει; Οι χαρές κι οι λύπες του; Υπήρξε ή ήταν απλά ομίχλη;

Αφού πέρασε ένα δίωρο στο κρεβάτι δεν άντεξε άλλο. Σηκώθηκε και ξαναπήγε στο μπάνιο, μπροστά στον καθρέπτη. Τα ίδια, δεν ήταν όνειρο. Απελπισμένος, στηρίχτηκε με τα χέρια του πάνω στον καθρέπτη. Τότε νόμισε πως είδε κάτι. Τραβήχτηκε αλλά τίποτα. Πλησίασε αργά το χέρι του και διαπίστωσε ότι όταν ακουμπούσε στο γυαλί σχηματιζόταν κάτι σαν σκιά. Του΄ρθε μια ιδέα. Πήγε στο γραφείο του και πήρε ένα μαρκαδόρο κι όταν επέστρεψε κόλλησε πάλι την παλάμη του και με το μαρκαδόρο σημείωσε το περίγραμμά της. Μόλις τράβηξε το χέρι είδε να αντικατοπτρίζεται αυτό το περίγραμμα. Μια μικρή ελπίδα άρχισε να σχηματίζεται.

Ξαναπήγε στο γραφείο του και πήρε όλους τους μαρκαδόρους κι όλες τις μπογιές του, σε όλα τα πιθανά χρώματα. Βρήκε ένα που να είναι πολύ κοντά στο χρώμα του δέρματός του και γέμισε το περίγραμμα. Είδε τότε το είδωλο της παλάμης του ξεκάθαρα. Ξεθάρρεψε κι άρχισε να ζωγραφίζει πάνω στον καθρέπτη όταν κάποια στιγμή πάνω στη βιασύνη του ξέφυγε μια μικρή κουκκίδα κάτω απ'το μάτι του που έμοιαζε με δάκρυ. Έκπληκτος διαπίστωσε τότε ότι έκλαιγε στην πραγματικότητα. Τι διάολο; Και τότε κατάλαβε: Δεν ήταν οι άλλοι που τον αγνοούσαν και δεν το έβλεπαν, ήταν ο ίδιος τυφλός. Κι αποφάσισε να γίνει ο ζωγράφος της ζωής του!

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2007

Το Ξέφωτο

Ήταν λίγο μετά τις 17:00. Προχωρούσε μέσα στο δάσος ώσπου έφτασε στο ξέφωτο. Η συννεφιά εκείνη την ημέρα δημιουργούσε ένα φωτεινό σκοτάδι ή ένα σκοτεινό φως καθώς πλησίαζε το δείλι, και στο βάθος ο ορίζοντας είχε πάρει φωτιά. Στάθηκε στη μέση του ξέφωτου. Και τα πάντα ησύχασαν. Ήξερε πλέον τι τον περίμενε. Ξαφνικά άκουσε μια φωνή: «Είσαι έτοιμος;»

Όχι, απάντησε και βγάζοντας τα παπούτσια του άρχισε να χορεύει ξυπόλητος. Σιγά-σιγά γύρω του εμφανίζονταν κι άλλοι, δεκάδες, εκατοντάδες, που χόρευαν στο φρενήρη ρυθμό της σιωπής, αρχικά ασυντόνιστα, στη συνέχεια όλοι μαζί σ'ένα σπειροειδές κύμα ώσπου ξάφνου σ'ένα ξέσπασμα σωριάστηκαν όλοι στο έδαφος. Σηκώθηκε κι τους είδε να μεταμορφώνονται ο ένας μετά τον άλλο σε ζώα του δάσους. Όλοι εκτός απ'αυτόν. Αφού ολοκληρώθηκε η μεταμόρφωση, χάθηκαν μέσα στο δάσος. Κι έμεινε ξανά μόνος να κοιτάζει γύρω του.

Κι αύριο μέρα είναι σκέφτηκε, και με το δισάκι του στον ώμο κατηφόρισε την πλαγιά απολαμβάνοντας την επαφή με το χιόνι στις γυμνές πατούσες του!

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2007

Ο Δρόμος

Σηκώθηκε. Ήξερε πως ήταν ώρα να συνεχίσει. Επί ώρες καθόταν κάτω απ'το δέντρο προσπαθώντας να εξαντλήσει όλα τα περιθώρια επιλογών. Και τελικά ήταν σίγουρος ότι δεν υπήρχε πλέον γυρισμός. Όλοι οι δρόμοι πίσω του ήταν κλειστοί. Παρά τις προσπάθειές του για το αντίθετο, είχε περάσει πλέον το σημείο μη επιστροφής. Πήρε μια βαθιά ανάσα και προχώρησε. Όσο κι αν το είχε καθυστερήσει, η ώρα που θα έπρεπε να κάνει την τελική επιλογή του πλησίαζε. Τον τάραζε αυτό γιατί απ'αυτό το δευτερόλεπτο εξαρτώταν όλη η υπόλοιπη ζωή του. Πως θα διάλεγε το σωστό δρόμο; Με τι κριτήρια; Πως θα ξεχώριζε την ορθή επιλογή; Έπρεπε να βασιστεί στη λογική ή το συναίσθημα; Άραγε ήταν εφικτός ένας συνδυασμός τους;

Με όλες αυτές τις σκέψεις προχωρούσε, ώσπου κάποια στιγμή διέκρινε στο βάθος το σταυροδρόμι με τις τρεις πιθανές επιλογές του. Καθώς πλησίαζε διαπίστωσε πως πρόκειται για όμοιους μεταξύ τους δρόμους. Και στην αρχή κάθε δρόμου στεκόταν μια γυναίκα, όμορφη, αιθέρια. Κι επρόκειτο για γυναίκες όμοιες μεταξύ σε κάθε λεπτομέρεια. Μόλις έφτασε, κάθε μια γύρισε τον κοίταξε και του απεύθυνε το λόγο, με την ίδια ένταση, την ίδια χροιά, την ίδια φωνή:

- Καλημέρα ταξιδιώτη και καλώς όρισες! Ήρθε η ώρα να διαλέξεις κι εγώ σου προτείνω το δικό μου δρόμο. Είναι ότι επιθυμούσες στη ζωή. Στο τέλος υπάρχουν όλα σου τα όνειρα εκπληρωμένα.

Η ταραχή που ένιωσε κάτω απ'το δέντρο όταν συνειδητοποίησε ότι θα βρεθεί μπροστά σε δύσκολες επιλογές δεν ήταν τίποτα μπροστά σ'αυτό που ένιωθε τώρα. Τρόμος τον κυρίευσε. Πως να επιλέξει μεταξύ πανομοιότυπων επιλογών; Προσπάθησε να ανακαλύψει κάποια διαφορά, μελετούσε τους δρόμους και τις γυναίκες αλλά τίποτα. Για πρώτη φορά στη ζωή του ένιωσε να έχει χάσει τελείως τον έλεγχο. Έπεσε στα γόνατά του κι έσκυψε το κεφάλι του ακουμπώντας σχεδόν τη γη. Δάκρυα άρχισαν να ανεβαίνουν στα μάτια του. Δεν μπορεί, σκέφτηκε, δεν είναι δυνατό να είναι όλα απλά θέμα τύχης.

Κι έμεινε έτσι σκυμμένος προσπαθώντας να σκεφτεί. Αλλά λύση δε βρήκε. Κι απέμεινε εκεί ακίνητος, απογυμνωμένος από κάθε σκέψη. Και δεν ήξερε πόση ώρα έμεινε έτσι. Ώσπου ξαφνικά κατάλαβε. Δεν είχε σημασία ποιον δρόμο θα πάρει διότι αυτός είναι που τον ορίζει. Και δεν ήταν μόνο το τέλος του ταξιδιού αλλά κι η αρχή ενός καινούργιου. Κι ενώ τα σκεφτόταν αυτά έβλεπε το τοπίο να αλλάζει και τους δρόμους να συγκλίνουν και να γίνονται ένας. Και το ίδιο ίσχυε με τις γυναίκες, έγιναν μια. Αλλά κάθε φορά που ανοιγόκλεινε τα βλέφαρά του έβλεπε άλλο δρόμο κι άλλη γυναίκα. Κι είδε έτσι χιλιάδες διαφορετικούς δρόμους και χιλιάδες διαφορετικές γυναίκες να περνάνε από μπροστά του.

Κι ήξερε ότι η διαδρομή δεν ήταν ευθεία με μια αρχή κι ένα τέλος, αλλά ούτε και κυκλική χωρίς αρχή και τέλος. Ήταν σπειροειδής, χωρίς δρόμο επιστροφής, και με κάθε σπείρα γινόταν πιο σοφός.

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2007

Πραγματική Εικονικότητα

Όπως κάθε πρωινό τα τελευταία χρόνια, έτσι και το συγκεκριμένο σηκώθηκε με τη συνηθισμένη ουδέτερη διάθεση, αυτή που δημιουργεί η ρουτίνα κι η επανάληψη της ίδιας καθημερινής τελετουργίας. Έκλεισε το ξυπνητήρι (κάποτε είχε κάνει το λάθος να χρησιμοποιήσει ως ξυπνητήρι ένα αγαπημένο του τραγούδι το οποίο δεν μπορεί πλέον να το ακούσει χωρίς να νιώσει εκείνη την εσωτερική ταραχή παρά τα 10 χρόνια που έχουν μεσολαβήσει), στριφογύρισε για ένα πεντάλεπτο στο κρεβάτι, πήρε μια βαθιά ανάσα και σηκώθηκε. Αφού εκτέλεσε πιστά όλη τη διαδικασία, έκλεισε την πόρτα πίσω του και ξεκίνησε με το αυτοκίνητο για άλλη μια πανομοιότυπη ημέρα.

Στη μέση της διαδρομής όμως κάτι άλλαξε. Άρχισε να νιώθει διαφορετικά, περίεργα. Κι ενώ όλα τριγύρω του ήταν τα ίδια αυτός ήταν πεπεισμένος όταν βρισκόταν αλλού. Παρατηρούσε τα μέρη από όπου περνούσε κάθε μέρα τα τελευταία 2 χρόνια και τα ένιωθε επιφανειακά ίδια αλλά ριζικά διαφορετικά. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί, να διαπιστώσει σε τι συνίσταται αυτή η αλλαγή. Μετά από λίγο συνειδητοποίησε ότι οι αισθήσεις του είχαν οξυνθεί, και κυρίως η όραση. Τα έβλεπε όλα πιο έντονα, τα χρώματα, τις αντιθέσεις τους, τις σκιές! Και ήταν υπέροχα. Όμως ακόμη και μέσα σ'αυτή την ευφορία που του προκαλούσαν αυτές οι νέες αισθήσεις του, κάπου στο βάθος του μυαλού του υπήρχε ένας δισταγμός, μια ανησυχία.

Αλλά συνέχισε τη διαδρομή μέχρι τη δουλειά του απολαμβάνοντάς τες. Φτάνοντας διαπίστωσε ότι το ίδιο άρχισε να συμβαίνει και με την ακοή του. Μπορούσε έτσι να ακούει τα βήματά του στη μοκέτα, το χτύπο της καρδιάς της κοπέλας στο κυλικείο όπου πήρε τον καφέ του, το αφεντικό του να μιλά μόνος μέσα στο γραφείο του περιμένοντάς τον. Καθόσον απολάμβανε την ακουστική ποικιλομορφία, διαπίστωνε παράλληλα ότι η όρασή του άρχιζε να γίνεται δυσάρεστη. Τα χρώματα τον πλημμύριζαν και τον έπνιγαν σιγά-σιγά, ένιωθε ζάλη και ναυτία, το φως της ημέρας ήταν σαν καρφιά που τρυπούσαν τα μάτια του και μόνο στις σκιές ένιωθε μια ελαφρά ανακούφιση. Ως παροδική λύση, χρησιμοποίησε τα γυαλιά ηλίου που είχε στην τσέπη του.

Και συνέχισε να απολαμβάνει την ηχητική πανδαισία. Όταν όμως άρχισε να οσμίζεται τα λουλούδια που ήταν στο τελευταίο γραφείο, το άρωμα της γραμματέας, ακόμη και τον ιδρώτα του νεαρού εργάτη που προσπαθούσε να φτιάξει το σπασμένο παράθυρο, και ταυτόχρονα να γεύεται αυτές τις οσμές, οι ήχοι έγιναν έγιναν ηλεκτρικά πριόνια και βιομηχανικές πρέσες σε σημείο που ανακουφίστηκε μόνο με ωτοασπίδες. Αλλά κι η ευχάριστη διάρκεια της γεύσης και της όσφρησης δεν κράτησε πολύ κι αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει μάσκα. Με όλες τις αισθήσεις του πλέον να αποτελούν συνεχές μαρτύριο έκατσε στο γραφείο προσπαθώντας να συγκεντρωθεί στην καθημερινή ρουτίνα ώσπου ξαφνικά την είδε.

Τρία γραφεία πιο πέρα, όπως την ήξερε εδώ και 2 χρόνια. Συνεπαρμένος μαζί της απ'την πρώτη στιγμή που την είδε, κι όμως, δεν είχε τολμήσει να αρθρώσει μια λέξη παραπάνω απ'την τυπική καλημέρα. Και τώρα πίσω απ'τα γυαλιά, τη μάσκα και τις ωτοασπίδες ένιωθε... κάτι! Αποφάσισε να ρισκάρει και να αφαιρέσει όλα αυτά τα εμπόδια. Και ναι, ένα αισθησιακό κι αισθητηριακό καλειδοσκόπιο τον πλημμύρισε, τόσο έντονα που κάλυψε οποιοδήποτε άλλο ερέθισμα. Κι ήταν εκεί, μπροστά του, πιο όμορφη, πιο ελκυστική, πιο ανθρώπινη από ποτέ. Αυτή τη φορά δε θα έμενε άπραγος, προχώρησε προς το μέρος της και τη χαιρέτησε. Κι αυτή γύρισε, τον κοίταξε και του πρόσφερε ένα χαμόγελο ζεστό για πρώτη φορά, κι όχι το τυπικό καθημερινό. Κι ήξερε αμέσως εκείνη τη στιγμή ότι το βράδυ θα έβγαιναν μαζί χωρίς να χρειαστεί να της το ζητήσει.

Λίγες ώρες αργότερα χτυπούσε το κουδούνι της πόρτας της. Ήταν εξαντλημένος απ'την υπερφόρτιση ερεθισμάτων που χειροτέρευε με το χρόνο αλλά ήξερε ότι με το που θα την έβλεπε θα τα ξεχνούσε όλα, θα αναζωογονούνταν σα μια όαση στην έρημο. Κι όντως όταν άνοιξε η πόρτα, ξαναγεννήθηκε. Και βγήκαν περπατώντας δίπλα-δίπλα, κι ο χρόνος είχε σταματήσει. Η βραδιά κυλούσε όμορφα, μετά τον κινηματογράφο συνέχισαν τον περίπατό τους που τους οδήγησε στο πάρκο όπου έπιασαν τη συζήτηση με τις ώρες. Παθιασμένη συζήτηση, για πολλά θέματα που τους πήγε μέχρι το ξημέρωμα. Και καθώς ανέτειλε ο ήλιος ήξεραν κι οι δυο ότι έφτασε η ώρα για το πρώτο τους φιλί. Έσκυψε και πλησίασε τα χείλη της προσμένοντας με γλυκιά ταραχή πότε θα ακουμπήσουν και τότε...

...πόνος ανείπωτος ξέσκισε τα χείλη κι απλώθηκε σε όλο του το σώμα κι έσπασαν όλοι οι αισθητηριακοί φραγμοί και ράγισε η καρδιά του. Λίγο πριν λιποθυμήσει κατάφερε να βγάλει τα ηλεκτρόδια και να κλείσει τον υπολογιστή. Καταραμένο μηχάνημα, δε θα το ξαναχρησιμοποιούσε ποτέ πια. Καλύτερα στη βαρετή ζωή του. Τα παράτησε κι έπεσε για ύπνο. Και στα ματωμένα χείλη του διέκρινε και μια άλλη γεύση...

Το επόμενο πρωινό η γνωστή του ουδέτερη διάθεση ήταν πάλι παρούσα. Κι ακολουθώντας την καθημερινή τελετουργία έφτασε στην ώρα του στη δουλειά. Πήρε τον καφέ του κι έκατσε στο γραφείο του. Τότε μπήκε εκείνη αλλά αντί να πάει κατευθείαν στο πόστο της όπως συνήθως, γύρισε προς το μέρος κι ήρθε μπροστά του. Καλημέρα του είπε χαμογελώντας ζεστά κι έσκυψε και τον φίλησε. Κι η γεύση ήταν η ίδια...

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2007

Είμαι ο Χρήστος και είμαι εντάξει

Θα ήθελα να ανακοινώσω προς τους συνοδοιπόρους αλλά και τους επισκέπτες αυτού του ιστολογίου ότι σήμερα διάγω την έκτη ημέρα μου στη προσπάθεια διακοπής του τσιγάρου.
ΕΙΜΑΙ Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΙ ΕΙΜΑΙ ΕΝΤΑΞΕΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
ΚΑΙ Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΤΑΞΕΙ.

Ερασιτέχνες Εραστές

Για όλους εμάς που οι αγάπες μας εξορίστηκαν από τις ανάγκες της ζωής...


Ερασιτέχνες Εραστές

Αν άργησα να έρθω να σε βρώ
Φταίει μια νάρκη που με κρατούσε
Παγιδευμένο στον ορθολογισμό
Να μείνω μακριά σου προσπαθούσε

Φτάινε τα λόγια των ειδικών
Που θεωρίες μου πουλούσαν
Υπάλληλοι γραφείων τουριστικών
Τη μαγική τους χώρα αγνοούσαν

Σκεφτόμουνα πως είχα αργήσει
Κι ας είχα βράδια ξενυχτίσει
Για την αγάπη σου που νόμιζα χαμένη
Απ’τις ανάγκες της ζωής εξορισμένη

Ήταν ο μύθος που οδηγούσε
Τους δήθεν εκλεκτούς για τη σκηνή
Για καλλιτέχνες ιδιόμορφους μιλούσε
Που η φύση προίκισε μαζί με τη ζωή

Τα ρούχα που σου δίναν να φοράς
Την άσπιλη ομορφιά σου μας στερούσαν
Όταν γυμνή για τη ζωή άρχισες να μιλάς
Ερασιτέχνες εραστές τα λόγια σου μεθούσαν

Σκεφτόμουνα πως είχα αργήσει
Κι ας είχα βράδια ξενυχτίσει
Για την αγάπη σου που νόμιζα χαμένη
Απ’τις ανάγκες της ζωής εξορισμένη

Ακόμα τις φωτογραφίες αποφεύγεις να κοιτάς
Αυτών που πλάι σου για το συμφέρον τους ποζάρουν
Πόσα κερδίζουνε δε νοιάζεσαι ούτε ρωτάς
Συχνάζεις στα υπόγεια που σε γουστάρουν

Σκεφτόμουνα πως είχα αργήσει
Κι ας είχα βράδια ξενυχτίσει
Για την αγάπη σου που νόμιζα χαμένη
Απ’τις ανάγκες της ζωής εξορισμένη

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2007

Ο Κακός Ο Λύκος

Σαν μπαλαρίνα διάφανη
περνάς μπροστά μου
και το άρωμά σου συνταγή
για εφηβικές παρανομίες.

Ομορφούλα μου
ο κακός ο λύκος είμαι
και σε κυνηγώ.
Στων παιδεραστών την όχθη
εξώκειλα θαρρώ.

Η μέλισσα βγάζει κερί
κι ο μάγος θαύμα
και το δικό μου το πουλί
βγάζει φωνή και αλαλάζει.

Ομορφούλα μου
ο κακός ο λύκος είμαι
και σε κυνηγώ.
Στων παιδεραστών την όχθη
εξώκειλα θαρρώ.

Νυχτερινά εμβατήρια
με προσκαλούνε.
Στη μάχη για τα μάτια σου
ήρθα με λιγοστές ελπίδες.

Ομορφούλα μου
ο κακός ο λύκος είμαι
και σε κυνηγώ.
Στων παιδεραστών την όχθη
εξώκειλα θαρρώ.


Θανάσης Παπακωνσταντίνου

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2007

Λευκή ομορφιά


Ξεκίνησαν για τα καλά τα χιόνια εδώ. Ξέρω εκεί στην Ελλάδα δε σας αφορά ακόμη. Εδώ όμως είναι πραγματικότητα. Θα μου ασπρίσουν πρόωρα τα μαλλιά μου με το καθημερινό πατινάζ σε 4 τροχούς. Αλλά όσο κι αν είναι δύσκολο μόλις σβήνω τη μηχανή και βγαίνω απ'το αυτοκίνητο δεν παύει να με συναρπάζει.


Είναι απόκοσμη η ησυχία όταν χιονίζει. Ξέρω, χιλιοειπωμένα αλλά παρόλα αυτά αληθινά. Είναι εκπληκτικό ότι δεν ακούγεται τίποτα, χάνεται κάθε ηχώ κι αντίλαλος, σε σημείο που το μόνο που ακούγεται να είναι ήχος της νιφάδας που πέφτει απαλά στο υπάρχον στρώμα χιονιού. Τα πάντα λευκά με μερικές πινελιές μαύρου ή καφέ. Και τα δέντρα μεταμορφώνονται σε γλυπτά, κρυστάλλινα, που νομίζεις ότι θα σπάσουν στο πρώτο άγγιγμα. Αλλά κυρίως σιωπή.


Και ξαφνικά δεν υπάρχει κανείς άλλος. Είσαι μόνος με τον εαυτό σου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Και νιώθεις μια ηρεμία. Και νιώθεις μια νοσταλγία. Χωρίς αντικείμενο, δεν ξέρεις τι νοσταλγείς. Και μπορεί να περάσουν ώρες κοιτώντας το χιόνι να πέφτει, χωρίς σκέψεις, με το μυαλό άδειο. Απλά κοιτώντας...

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2007

Το παιδί κι ο σκύλος

Καθώς περπατούσε στο δρόμο αμέριμνο έχοντας μόλις κατορθώσει να βρει κάτι να φάει ένιωσε κάτι να κινείται πίσω του. Γύρισε το κεφάλι αλλά δεν είδε τίποτα. «Η ιδέα μου θα είναι» σκέφτηκε και συνέχισε τα ανάλαφρα βήματά του. Όπως κατηφόριζε περνώντας τα τελευταία σπίτια του χωριού άκουσε αυτή τη φορά ξεκάθαρα κάτι πίσω του και στρέφοντας ξανά είδε αυτή τη φορά ένα σκύλο. Αρχικά φοβήθηκε νομίζοντας ότι θα του ορμήσει αλλά ο σκύλος έμενε ακίνητος. Βλέποντας ότι απλά τον ακολουθεί, ξεθάρρεψε λίγο κι άρχισε να τον καλεί:

- Έλα καλό σκυλάκι, έλα μη φοβάσαι! Ο σκύλος όμως δεν αντιδρούσε. Μετά από μια πεντάλεπτη προσπάθεια, βαρέθηκε κι αποφάσισε να συνεχίσει το δρόμο του προς το μικρό του καταφύγιο στην αρχή του δάσους λίγο έξω απ'το χωριό. Καθώς όμως έπαιρνε την τελευταία στροφή πριν εγκαταλείψει και το τελευταίο οίκημα, είδε με την άκρη του ματιού του ότι ο σκύλος τον ακολουθούσε διατηρώντας πάντα την ίδια απόσταση. Έκανε πως δεν τον είδε και συνέχισε το δρόμο του. Μόλις έφτασε στο αρχοντικό του, μια φυσική μικρή σπηλιά μέσα σ'ένα βράχο καλυμμένη με πυκνή φυλλωσιά στην είσοδο, έστρωσε να κοιμηθεί και ξαπλώνοντας είδε το σκύλο να έχει αράξει λίγα μέτρα έξω απ'τη σπηλιά. Είπε λοιπόν να κάνει άλλη μια προσπάθεια:

- Έλα καλό σκυλάκι, έλα μη φοβάσαι! Ο σκύλος όμως δεν αντιδρούσε παρά μόνο κοιτούσε σταθερά. Κουρασμένο καθώς ήταν, έπεσε να κοιμηθεί. Την επόμενη μέρα με το που ξύπνησε έψαξε να βρει το σκύλο αλλά αυτός ήταν άφαντος. «Κρίμα», σκέφτηκε, «θα ήταν καλή παρέα». Εκείνο το πρωινό αποφάσισε να πάει στο γειτονικό χωριό να ψάξει για φαγητό, όπως έκανε κάθε μέρα από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Εδώ πρέπει να πούμε ότι ήταν ορφανό, δε γνώρισε γονείς, ούτε θυμάται ένα σπιτικό. Η πρώτη ανάμνηση που έχει είναι ένα σκυλόσπιτο κι όλη του τη ζωή την πέρασε στο δρόμο, ζώντας από ελεημοσύνη κι αποφάγια. Κίνησε λοιπόν για το χωριό. Στη είσοδο να σου ο σκύλος, στεκόταν αγέρωχος κοιτώντας το στα μάτια. «Ε, δε μπορεί, αυτή τη φορά θα με ακούσει»:

- Έλα καλό σκυλάκι, έλα μη φοβάσαι! Αυτή τη φορά όντως ο σκύλος αντέδρασε και πλησίασε λίγο αλλά πάλι σταμάτησε. Όλη την υπόλοιπη μέρα το ακολουθούσε διατηρώντας πάντα την ίδια απόσταση. Οι επόμενες ημέρες κύλησαν με παρόμοιο τρόπο με το σκύλο να πλησιάζει κάθε φορά και λίγο παραπάνω μέχρι που μια μέρα έφτασε δίπλα του κουνώντας την ουρά του και γλείφοντάς του τα δάκτυλα. Από τότε γίνανε αχώριστοι οι δυο τους, μαζί στην αναζήτηση φαγητού, μαζί και τα βράδια στη σπηλιά. Και κύλησαν οι μέρες και γίνανε εβδομάδες, κι οι εβδομάδες μήνες, κι οι μήνες χρόνια. Κι οι δυο τους μεγάλωναν μαζί. Ώσπου έφτασε χειμώνας βαρύς που όμοιό του δε θυμόντουσαν στην περιοχή. Μόνο ο γέροντας του χωριού είχε να πει ότι όταν ήταν μικρός είχε ζήσει τόσο κρύο. Κι έψαχναν μάταια τροφή καθώς κανείς δεν τολμούσε να βγει απ'το σπίτι σ'αυτή τη παγωνιά. Κι οι ημέρες περνούσαν κι η πείνα μεγάλωνε αλλά ο χιονιάς δεν υποχωρούσε. Εξαντλημένο απ'την πείνα και την κούραση γύρισε στη σπηλιά με το σκύλο στο κατόπι του. Κι όπως κρύωνε φώναξε το σκύλο:

- Έλα καλό σκυλάκι, έλα να με ζεστάνεις! Και πλησίασε ο σκύλος. Και τον αγκάλισε:

- Μμμ, καλό σκυλάκι! είπε και ξεψύχησε. Κι απόμεινε ο σκύλος να το κοιτάζει λίγα λεπτά ώσπου...

- Μμμ, καλό παιδάκι, είπε ο σκύλος στην πρώτη δαγκωνιά.

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2007

Darkness and Shadows

Και Καβάφης στα αγγλικά.

Through smiling meadows ripening into gold
And flowers engendered in new life and beauty
I wandered lithlessly. On every side
The hand beneficient of labour ruled;
And everywhere the people well content
With Nature's gifts prolific, nothing more
Desired, nor tempted Sorrow with the search
For things unprofitable, vain, obscure.
In harmony and the celestial peace of love
They lived: and thriving reaped the fruits of toil.
They knew not envy, hatred nor despair;
Nor chained their minds to the dull misery
Of discontent, distrust and little faith.
Mercy and virtue, strength and hope were theirs;
Their minds in splendour shone alike the Sun.

Behold however darkness seized the earth.
Darkness interminable, awful night,
And opaque shadows veiled the light of day.
Deep night like that which lay upon the seas
In the beginning of the World and Time;
Deep night that tamed the wild beasts of the field
Dismally wailing in the convert woods;
Deep night confounding into one all hues;
Deep night and endless driving men to madness,
Making them blind and sorrowful to death.

And thereupon the multitudes began
In lamentations to reproach the Lord
With his injustice, speaking in this wise:
"Almighty, thou art good and merciful;
Almighty, we have seen and known thy love;
Almighty, we do know thee to be just.
Shew us, o Father, wherein lies our sin
That we may chastise our iniquities!
An evil hour hath meted out to us
The direct of calamities: our babes
Are borne into the world in darkness, blind.
Thou hast deprived us of the fairest gift
In thy Creation. With the breath of life
Thy love awarded us the light of day;
But life in darkness is akin to death:
And death we pray Thee grant us if the light
Hath faded from the world for evermore!"-

It came to pass that God attended them,
And thus to the celestial Chorus spake:
"Of what doth man complain? and whence these tears?
He hath found favour in mine eyes. Behold
I have awarded him the joys of Heaven,
And cleansed his soul of its impurities.
The shadows that erewhile his mind obscured
Have I expelled and driven otherwhere."

But Michael mindful of man's happiness
Spake answering: "Thy mercy's great, O Lord;
The shadows that erewhile man's mind obscured
Hast Thou expelled and driven otherwhere.
But lo! so numerous were these, that now
They veil the Sun, and their obscurity
Hath wrapt the world in deep and endless night."

The Father of all Goodness, at these words,
Smiled, and his Spirit bade upon the earth
Descend. Forthwith a voice like thunder spake:

"Your vices and your sins were numberless,
Your hearts were hardened in iniquity,
Your minds darkened.- These evils were ye spared;
For I have chased the shadows, cleansed your souls.
But lo! so numerous were they, that now
They veil the Sun & their obscurity
Hath wrapt the world in deep and endless night."-

Together cried the multitudes, one voice:
"Almighty, thou art good and merciful.
Restore our minds to darkness, but vouchsafe
The essence of our life, the light of day!"-

And the Spirit answered: "Be it as ye will.
Behold, no longer is the Sun obscured."-

Once more the stars shone in the firmament,
The earth and deep lay bathed in luminence,
The mind of man in night's obscurity!-

Ανοικτή πρόσκληση

Καλείται το ρεμάλι από τη Θεσσαλονίκη να δηλώσει τη συμμετοχή του με ανέβασμα ενός άρθρου, έστω και μικρού. Εάν δε συμβεί αυτό άμεσα θα τον ξεφωνίσω, με τη δημιουργία ειδικού Blog με αποκλειστικό θέμα το κράξιμο του...

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2007

Death Don't Have No Mercy - Για να μαθαίνουν οι νεότεροι και να θυμούνται οι παλαιότεροι...


' Know Death Don't Have No Mercy In This Land
Death Don't Have No Mercy In This Land, In This Land
Come To Your House, You Know He Don't Take Long
Look In Bed This Morning, Children Find Your Mother Gone.

I Said Death Don't Have No Mercy In This Land.
Death Will Leave You Standing And Crying In This Land,
Death Will Leave You Standing And Crying In This Land, In This Land, Yeah!

Whoa! Come To Your House, Y' Know He Don't Stay Long,
Y' Look In Bed This Morning,
Children You Find That Your Brothers And Sisters Are Gone.
I Said Death Don't Have No Mercy In This Land.



Death Will Go In Any Family In This Land.
Death Will Go In Any Family In This Land.
Come To Your House, you know he don't take long.
Look in the bed on the morning, Children Find That Your Family's Gone.

I Said Death Don't Have No Mercy In This Land.
Death Will Leave You Standing And Crying In This Land,
In This Land. Whoa! Come To Your House,
Y' Know It Don't Stay Long, Y' Look In Bed This Morning,
Children Find That Your Brothers And Sisters Are Gone.

Εγώ ένας αστός λίγο διαφορετικός από τους άλλους.

Επέστρεψα λοιπόν στο γραφείο μου μετά από επίσκεψη ρουτίνας σε πελάτη. Μία ρουτίνα που πολλές φορές είναι ανυπόφορη, εδώ, μέσα στη πρωτεύουσα του χάους. Ο ήχος των τηλεφώνων που συνδέω ηχεί διαρκώς στα αυτιά μου. Κάτι σαν συναγερμός, που προσπαθεί να με εγείρει από το λήθαργο του καθημερινού αστικού συμβιβασμού.
Ο επιμένων νικά. Ακούω τον συναγερμό αλλά δεν τον λαμβάνω υπόψιν μου, των αγνοώ συστηματικά. Συμβιβάζομαι, αλλά το πικρό είναι ότι το αντιλαμβάνομαι. Όσο και να προσπαθώ αισθάνομαι τον κάθε συμβιβασμό μου. Και κάθε συμβιβασμός είναι πόνος. Αισθάνομαι το πόνο σε δόσεις. Τόσες δόσεις όσοι και οι συμβιβασμοί μου.
Επέστρεψα στο γραφείο μου. Έξω έχει πέσει η σκοτεινιά από νωρίς. Ανάβω το τσιγάρο μου, που δεν είναι τίποτα άλλο από μία μικρή δόση του τέλους μου. Νομίζω ότι δε με νοιάζει. Το μόνο που θέλω είναι να μη πέσω ποτέ στην ανάγκη κανενός. Μοναδικός στόχος και φιλοδοξία να μη γίνω ποτέ βάρος σε κανένα. Μέχρι στιγμής τα καταφέρνω. Με το όποιο τίμημα, αλλά τα καταφέρνω.
Θα φύγω από το γραφείο μου, θα επιστρέψω σπίτι μου. Στη φυλακή μου. Μια φυλακή μικρή που δε χωράει τη μοναξιά μου.
Μου λείπουν οι φίλοι μου. Αν τους είχα κοντά μου δε θα ένιωθα τόσο μόνος. Αν τους είχα δίπλα μου θα αισθανόμουν ποιο δυνατός και δε θα έκανα τόσους συμβιβασμούς. Αν τους είχα δίπλα μου θα πονούσα λιγότερο.
Θα ξανασυναντηθούμε. Μια μέρα θα ξανασμίξουμε. Και ας καταστραφεί ο κόσμος. Τέτοιος που είναι αυτό του πρέπει...

The brocker... Κατά κόσμον chmarni

Όταν πονά η Ψυχή...

Χτυπά το τηλέφωνο. Στην άλλη άκρη της γραμμής μια νοσηλεύτρια μου ανακοινώνει τη «φυγή» της Φ. Καθώς ετοιμάζω τα χαρτιά για την εκπλήρωση του διοικητικού μου «καθήκοντος» με την αποστολή αίτησης αναζήτησης στην αστυνομία, σκέφτομαι: «Είναι η νιοστή φορά τις τελευταίες 2 εβδομάδες, τι συμβαίνει;». Λίγα λεπτά αργότερα ξαναχτυπά το τηλέφωνο, η ίδια φωνή: «Μόλις την έφερε η αστυνομία, θα περάσεις να τη δεις;»

Ανοίγω την πόρτα. Η Φ. καθισμένη, με τα χέρια σταυρωμένα και τα πόδια ανήσυχα. Δίπλα της η νοσηλεύτρια. Κάθομαι απέναντι της. Στο όμορφο πρόσωπό της είναι ζωγραφισμένη μια απόκοσμη αγωνία. Την παρατηρώ για λίγα δευτερόλεπτα.

- Λοιπόν Φ., τι συνέβει;
- Τι να συμβεί, δεν αντέχω άλλο εδώ.
- Και που πήγες;
- Πουθενά δεν πήγα, δεν πρόλαβα.
- Που ήθελες να πας;
- Ήθελα να δω το φίλο μου, ήθελα να καπνίσω...
- Να καπνίσεις;
- Ναι, να καπνίσω λίγη ηρωίνη.
- Τι ψάχνεις Φ.;
- Δεν αντέχω άλλο σου λέω.
- Κι η ηρωίνη βοηθά;
- Για λίγο.
- Και μετά;
- Τα ίδια και χειρότερα.
- ...
- Αφήστε με να φύγω, δεν μπορώ άλλο, άσχημες σκέψεις περνούν απ'το μυαλό μου.
- Κι αυτές τις σκέψεις θα τις αφήσεις εδώ ή θα σε ακολουθήσουν εκεί έξω;

Δάκρυα πλημμυρίζουν τα μπλε της μάτια και φεύγει τρέχοντας απ'το δωμάτιο. Η νοσηλεύτρια αρχίζει να μου περιγράφει τις τελευταίες 2 εβδομάδες αλλά δεν την ακούω πλέον. Μου έχει μείνει η εικόνα της Φ., δακρυσμένη, με τον πόνο της να διαχέεται, να με πλησιάζει, να με κατακλύζει και να μου παγώνει την καρδιά. Προς στιγμή δυσκολεύομαι να ανασάνω. Πως μπορεί να αντέχει κάποιος ένα τέτοιο πόνο, ο οποίος δεν υποχωρεί, είναι πάντα εκεί; Και πως μπορώ να βοηθήσω κάποιον με τέτοιο πόνο, απερίγραπτο, χωρίς αιτία; Προσπαθώ να ακούσω τη νοσηλεύτρια αλλά μου είναι αδύνατο. Αυτή τη στιγμή ζω κι εγώ ένα μικρό κλάσμα του πόνου της Φ..

Πέντε λεπτά αργότερα χτυπά διακριτικά την πόρτα:

- Να μπω; Κάνω ένα νεύμα και μπαίνει.
- Τουλάχιστον θα μπορώ να βγω μια βόλτα με τη νοσηλεύτρια; Και δώστε μου κάτι να ηρεμήσω λίγο...

Λίγες ώρες αργότερα χτυπώ την κάρτα μου και μπαίνω στο αυτοκίνητο με κατεύθυνση το σπίτι. Θα ετοιμάσω κάτι να τσιμπήσω, θα δω τα e-mail μου, θα χαλαρώσω. Εγώ έχω τη δυνατότητα να αφήσω πίσω μου τον πόνο. Η Φ.;

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2007

Ακούω Τον Παφλασμό Των Κυμάτων

Όταν η δωδεκα-αμελής μπάντα παιάνιζε το «η ζωή ανήκει στους αυτόχειρες», ο Ιησούς ο Ζαγοραίος υποκλίθηκεν έμπροσθεν του πλήθους, χαιρετίζοντάς το: μαστουρωμένοι μπολσεβίκοι, ιπτάμενοι νομάδες του σερφ, ασυμβίβαστοι προλετάριοι, υπέρβαροι ασκητές, πεχλιβάνηδες, ανέστιοι, τσιρκολάνοι, ψωνιστές, νεκρόβιοι: «αγαπάτε τον πλησίον σας ως εαυτόν γιατί κανείς δεν αγάπησε τον εαυτό του περισσότερο απ'όσο του άξιζε, αποδώσατε τα του καίσαρος τω καίσαρι γιατί οι λαοί δεν πρέπει να πολεμούν για τα ιδανικά τους, αργά ή γρήγορα το οποιοδήποτε καθεστώς θα τους ανταμείψει, μακρόβιοι οι πτωχοί τω γεύματι, μακάβριοι οι πτωχοί κι απνεύματοι», τέλος ανεφώνησε μπρος στους νεκρόβιους, «προσδοκώ ανάσταση νεκρών, ήτο χαίρε Καίσαρ οι μελλο-αθάνατοι σε χαιρετούν».

Θάνατος!

Μια αναφορά στο Δάσκαλο Zorz Pilali!

Randy Marsh, αυτός ο ήρωας!

Υποθέτω ότι βλέπετε South Park. Αν όχι, ξεκινήστε! Απ'την αρχή, για να δείτε την εξέλιξη των χαρακτήρων σ'αυτή τη σειρά με πολυανατρεπτικό χιούμορ (η ανατροπή της ανατροπής). Κι ενώ το σύνολο αποδεικνύεται υπέρηχο, εγώ θα ήθελα να σταθώ σ'ένα χαρακτήρα, το Randy Marsh, πατέρα του Stan.

Ο μοναδικός γεωλόγος (κι επιστήμονας) της πόλης που προέβλεψε την πρόωρη έλευση (που δεν ήρθε ποτέ) της καταστροφής λόγω του φαινομένου του θερμοκηπίου, που κέρδισε το βραβείο Νόμπελ για την εξήγηση της αυτοανάφλεξης, η οποία επιδείνωσε το φαινόμενο του θερμοκηπίου με αποτέλεσμα να διατυπώσει την ενιαία θεωρία φυσήματος (κλασίματος) με σύνεση, καθολικός κατά βάση και μάλιστα μέλος κρυφής οργάνωσης για την προστασία του μυστικού του αγίου Πέτρου (ο οποίος ήταν κουνέλι!!!) αλλά κατά περίπτωση άθεος, ακόμη και μορμόνος. Με ένα βραχύ πέρασμα ως αστέρι σε boy band και τώρα τελευταία κιθαροπαίχτης...

Μια καθημερινή φιγούρα, λίγο αφελής, εύκολα επηρεαζόμενος, υποχονδριακός, με θέληση να βοηθήσει αλλά πληγώνεται εύκολα, που βιώνει τα παιδικά τραύματα του υιού του, φανατικός οπαδός, που παθιάζεται με τα μικρά, τα ασήμαντα, εύκολα εξαρτώμενος (αλκοόλ, ηλεκτρονική ηρωίνη) αλλά πάνω απ'όλα αυθεντικός. Η συγκέντρωση (εν είδει καρικατούρας) σε ένα χαρακτήρα όλων των χαρακτηριστικών του σημερινού μέσου αμερικανού (κι όχι μόνο) πολίτη. Ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας.

Δηλώνω ευθαρσώς συνεπαρμένος απ'αυτόν τον ήρωα!

ΤσΑ(χ)σλαΜάρ ή Όταν Οι 3 Συναντιούνται!



Τι συμβαίνει όταν συναντιούνται οι 3; Έχει επιβιώσει ποτέ κανείς για να περιγράψει τον τρόμο; Αληθεύει ότι η τελευταία φορά που βρέθηκαν μαζί ήταν λίγο πριν το καταστροφικό τσουνάμι τα χριστούγεννα του 2004; Είναι εφικτή μια σύζευξη σε ένα ον ή θα προκύψει κάτι σαν το ManBearPig;

Αυτή την φορά είπαν να δοκιμάσουν μια διαφορετική προσέγγιση, μια η-συνάντηση μέσω του παρόντος ιστολογίου...

κι ό,τι προκύψει!

Μετά απ'αυτή την απαραίτητη εισαγωγή δυο λόγια για το τι ακριβώς θα συμβεί (ή δε θα συμβεί) εδώ. Μια φιλία πολλών ετών, τρεις αρκετά διαφορετικές προσωπικότητες που όταν συναντιούνται κάτι συμβαίνει. Εδώ λοιπόν θα γίνει μια προσπάθεια να εκτονωθεί αυτή η ενέργεια.

Τι συμβαίνει λοιπόν όταν συναντηθούν διαφορετικές νοοτροπίες (εξού και το κυρ-ι-λούμπεν); Πως μπορεί να αποδομηθεί, να αναδομηθεί, ακόμη και να σοδομηθεί η πραγματικότητα; Και ποια πραγματικότητα; Κοινά σημεία και χωριστοί δρόμοι. Μέσα από διαφορετικά ενδιαφέροντα, διαφορετικές απόψεις, διαφορετική έκφραση θα επιχειρηθεί μια σύνθεση, που ακούει στο όνομα ΤσΑ(χ)σλαΜάρ.

ΥΓ1: Ο Μητσοτάκης αντιπροσωπεύει εδώ το ανάλογο του θεού Σίβα στην ελληνική του έκδοση, ο θεός της καταστροφής...