Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2007

Το παιδί κι ο σκύλος

Καθώς περπατούσε στο δρόμο αμέριμνο έχοντας μόλις κατορθώσει να βρει κάτι να φάει ένιωσε κάτι να κινείται πίσω του. Γύρισε το κεφάλι αλλά δεν είδε τίποτα. «Η ιδέα μου θα είναι» σκέφτηκε και συνέχισε τα ανάλαφρα βήματά του. Όπως κατηφόριζε περνώντας τα τελευταία σπίτια του χωριού άκουσε αυτή τη φορά ξεκάθαρα κάτι πίσω του και στρέφοντας ξανά είδε αυτή τη φορά ένα σκύλο. Αρχικά φοβήθηκε νομίζοντας ότι θα του ορμήσει αλλά ο σκύλος έμενε ακίνητος. Βλέποντας ότι απλά τον ακολουθεί, ξεθάρρεψε λίγο κι άρχισε να τον καλεί:

- Έλα καλό σκυλάκι, έλα μη φοβάσαι! Ο σκύλος όμως δεν αντιδρούσε. Μετά από μια πεντάλεπτη προσπάθεια, βαρέθηκε κι αποφάσισε να συνεχίσει το δρόμο του προς το μικρό του καταφύγιο στην αρχή του δάσους λίγο έξω απ'το χωριό. Καθώς όμως έπαιρνε την τελευταία στροφή πριν εγκαταλείψει και το τελευταίο οίκημα, είδε με την άκρη του ματιού του ότι ο σκύλος τον ακολουθούσε διατηρώντας πάντα την ίδια απόσταση. Έκανε πως δεν τον είδε και συνέχισε το δρόμο του. Μόλις έφτασε στο αρχοντικό του, μια φυσική μικρή σπηλιά μέσα σ'ένα βράχο καλυμμένη με πυκνή φυλλωσιά στην είσοδο, έστρωσε να κοιμηθεί και ξαπλώνοντας είδε το σκύλο να έχει αράξει λίγα μέτρα έξω απ'τη σπηλιά. Είπε λοιπόν να κάνει άλλη μια προσπάθεια:

- Έλα καλό σκυλάκι, έλα μη φοβάσαι! Ο σκύλος όμως δεν αντιδρούσε παρά μόνο κοιτούσε σταθερά. Κουρασμένο καθώς ήταν, έπεσε να κοιμηθεί. Την επόμενη μέρα με το που ξύπνησε έψαξε να βρει το σκύλο αλλά αυτός ήταν άφαντος. «Κρίμα», σκέφτηκε, «θα ήταν καλή παρέα». Εκείνο το πρωινό αποφάσισε να πάει στο γειτονικό χωριό να ψάξει για φαγητό, όπως έκανε κάθε μέρα από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Εδώ πρέπει να πούμε ότι ήταν ορφανό, δε γνώρισε γονείς, ούτε θυμάται ένα σπιτικό. Η πρώτη ανάμνηση που έχει είναι ένα σκυλόσπιτο κι όλη του τη ζωή την πέρασε στο δρόμο, ζώντας από ελεημοσύνη κι αποφάγια. Κίνησε λοιπόν για το χωριό. Στη είσοδο να σου ο σκύλος, στεκόταν αγέρωχος κοιτώντας το στα μάτια. «Ε, δε μπορεί, αυτή τη φορά θα με ακούσει»:

- Έλα καλό σκυλάκι, έλα μη φοβάσαι! Αυτή τη φορά όντως ο σκύλος αντέδρασε και πλησίασε λίγο αλλά πάλι σταμάτησε. Όλη την υπόλοιπη μέρα το ακολουθούσε διατηρώντας πάντα την ίδια απόσταση. Οι επόμενες ημέρες κύλησαν με παρόμοιο τρόπο με το σκύλο να πλησιάζει κάθε φορά και λίγο παραπάνω μέχρι που μια μέρα έφτασε δίπλα του κουνώντας την ουρά του και γλείφοντάς του τα δάκτυλα. Από τότε γίνανε αχώριστοι οι δυο τους, μαζί στην αναζήτηση φαγητού, μαζί και τα βράδια στη σπηλιά. Και κύλησαν οι μέρες και γίνανε εβδομάδες, κι οι εβδομάδες μήνες, κι οι μήνες χρόνια. Κι οι δυο τους μεγάλωναν μαζί. Ώσπου έφτασε χειμώνας βαρύς που όμοιό του δε θυμόντουσαν στην περιοχή. Μόνο ο γέροντας του χωριού είχε να πει ότι όταν ήταν μικρός είχε ζήσει τόσο κρύο. Κι έψαχναν μάταια τροφή καθώς κανείς δεν τολμούσε να βγει απ'το σπίτι σ'αυτή τη παγωνιά. Κι οι ημέρες περνούσαν κι η πείνα μεγάλωνε αλλά ο χιονιάς δεν υποχωρούσε. Εξαντλημένο απ'την πείνα και την κούραση γύρισε στη σπηλιά με το σκύλο στο κατόπι του. Κι όπως κρύωνε φώναξε το σκύλο:

- Έλα καλό σκυλάκι, έλα να με ζεστάνεις! Και πλησίασε ο σκύλος. Και τον αγκάλισε:

- Μμμ, καλό σκυλάκι! είπε και ξεψύχησε. Κι απόμεινε ο σκύλος να το κοιτάζει λίγα λεπτά ώσπου...

- Μμμ, καλό παιδάκι, είπε ο σκύλος στην πρώτη δαγκωνιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: