Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2007

Λευκή ομορφιά


Ξεκίνησαν για τα καλά τα χιόνια εδώ. Ξέρω εκεί στην Ελλάδα δε σας αφορά ακόμη. Εδώ όμως είναι πραγματικότητα. Θα μου ασπρίσουν πρόωρα τα μαλλιά μου με το καθημερινό πατινάζ σε 4 τροχούς. Αλλά όσο κι αν είναι δύσκολο μόλις σβήνω τη μηχανή και βγαίνω απ'το αυτοκίνητο δεν παύει να με συναρπάζει.


Είναι απόκοσμη η ησυχία όταν χιονίζει. Ξέρω, χιλιοειπωμένα αλλά παρόλα αυτά αληθινά. Είναι εκπληκτικό ότι δεν ακούγεται τίποτα, χάνεται κάθε ηχώ κι αντίλαλος, σε σημείο που το μόνο που ακούγεται να είναι ήχος της νιφάδας που πέφτει απαλά στο υπάρχον στρώμα χιονιού. Τα πάντα λευκά με μερικές πινελιές μαύρου ή καφέ. Και τα δέντρα μεταμορφώνονται σε γλυπτά, κρυστάλλινα, που νομίζεις ότι θα σπάσουν στο πρώτο άγγιγμα. Αλλά κυρίως σιωπή.


Και ξαφνικά δεν υπάρχει κανείς άλλος. Είσαι μόνος με τον εαυτό σου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Και νιώθεις μια ηρεμία. Και νιώθεις μια νοσταλγία. Χωρίς αντικείμενο, δεν ξέρεις τι νοσταλγείς. Και μπορεί να περάσουν ώρες κοιτώντας το χιόνι να πέφτει, χωρίς σκέψεις, με το μυαλό άδειο. Απλά κοιτώντας...

2 σχόλια:

chmarni είπε...

Τα συγκεκριμένα τοπία θα μπορούσαν να συνοδεύονται κάλλιστα με ποίηση Καρυωτάκη...

Νίκος Τσαχουρίδης είπε...

Ή Καββαδίας...

A BORD DE L' "ASPASIA"

Ταξίδευες κυνηγημένη από τη μοίρα σου
για την κατάλευκη μα πένθiμη Ελβετία,
πάντα στο deck, σε μιά σαίζ-λόγκ πεσμένη, κάτωχρη
απ' την γνωστή και θλιβερότατην αιτία.

Πάντοτε ανήσυχα οι δικοί σου σε τριγύριζαν,
μα εσύ κοιτάζοντας τα μάκρη αδιαφορούσες.
Σ' ό,τι σου λεγαν πικρογέλαγες, γιατί ένιωθες
πως για τη χώρα του θανάτου οδοιπορούσες.

Κάποια βραδιά, που από το Στρόμπολι περνούσαμε,
είπες σε κάποιον γελαστή, σε τόνο αστείου:
" Πώς μοιάζει τ' άρρωστο κορμί μου, καθώς καίγεται,
με την κορφή τη φλεγομένη του ηφαιστείου!"

'Υστερα σ'είδα στη Μαρσίλια σαν εχάθηκες
μέσα στο θόρυβο χωρίς να στρέψεις πίσω.
Κ' εγώ, που την υγρή έκταση αγάπησα,
λέω πως εσένα θα μπορούσα ν' αγαπήσω.