Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2007

Ο Καθρέπτης

Ήταν ένα πρωινό όπως όλα τ'άλλα. Σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο να πλυθεί, να ετοιμαστεί. Έσκυψε στο νιπτήρα να βρέξει το πρόσωπό του κι αφού το σκούπισε, άφησε στην άκρη την πετσέτα κι έμεινε άφωνος να κοιτάζει τον καθρέπτη. Έτριψε τα μάτια του αλλά μάταια, δεν έβλεπε πλέον το είδωλό του. Δεν μπορεί σκέφτηκε, θα ονειρεύομαι, κι άρχισε να τσιμπιέται για να σιγουρευτεί. Τίποτα, κουνούσε χέρια, κεφάλι, χοροπηδούσε αλλά δεν έβλεπε τίποτα παρά μόνο τα πλακάκια από πίσω του. Μα τι συμβαίνει, είναι δυνατόν;

Ξαφνικά θυμήθηκε τι είχε πει χθες στη φίλη του: «Κάθε μέρα που περνά νιώθω όλο και πιο αόρατος, και πιο διαφανής. Ο κόσμος κινείται δίπλα μου χωρίς να μου δίνει σημασία. Ακόμη κι όταν είμαι με παρέα νιώθω δε με κοιτάνε αλλά το βλέμμα τους με διαπερνά κι εστιάζει πίσω μου.» Προς στιγμή σκέφτηκε ότι μπορεί κάποιος να του κάνει πλάκα κι άρχισε να ελέγχει τον καθρέπτη μήπως κι έβαλαν καμιά φωτογραφία. Όταν βεβαιώθηκε ότι αυτό δεν ισχύει δοκίμασε άλλον τρόπο προσέγγισης. Κρατούσε αντικείμενα και τα κουνούσε, αλλά το μόνο που έβλεπε ήταν τα αντικείμενα να αιωρούνται στο κενό.

Σιγά-σιγά άρχισε να συμβιβάζεται με την ιδέα ότι αυτό που (δεν) βλέπει είναι πραγματικότητα. Και τώρα; Τι θα μπορούσε να κάνει; Άραγε οι υπόλοιποι θα τον έβλεπαν ή συνέβαινε μόνο σ'αυτόν; Ή μήπως είχε ήδη αρχίσει απ'τους άλλους και τώρα ήρθε η ώρα του; Μην αντέχοντας να στέκεται εκεί χωρίς να βλέπει την αντανάκλασή του, πήγε ξανά να ξαπλώσει στο κρεβάτι, προσπαθώντας να σκεφτεί κάποια λύση. Δεν τα κατάφερε όμως διότι το μυαλό του επέστρεφε συνεχώς στο παρελθόν. Ήταν πραγματικές οι αναμνήσεις του; Αυτά που είχε ζήσει; Οι χαρές κι οι λύπες του; Υπήρξε ή ήταν απλά ομίχλη;

Αφού πέρασε ένα δίωρο στο κρεβάτι δεν άντεξε άλλο. Σηκώθηκε και ξαναπήγε στο μπάνιο, μπροστά στον καθρέπτη. Τα ίδια, δεν ήταν όνειρο. Απελπισμένος, στηρίχτηκε με τα χέρια του πάνω στον καθρέπτη. Τότε νόμισε πως είδε κάτι. Τραβήχτηκε αλλά τίποτα. Πλησίασε αργά το χέρι του και διαπίστωσε ότι όταν ακουμπούσε στο γυαλί σχηματιζόταν κάτι σαν σκιά. Του΄ρθε μια ιδέα. Πήγε στο γραφείο του και πήρε ένα μαρκαδόρο κι όταν επέστρεψε κόλλησε πάλι την παλάμη του και με το μαρκαδόρο σημείωσε το περίγραμμά της. Μόλις τράβηξε το χέρι είδε να αντικατοπτρίζεται αυτό το περίγραμμα. Μια μικρή ελπίδα άρχισε να σχηματίζεται.

Ξαναπήγε στο γραφείο του και πήρε όλους τους μαρκαδόρους κι όλες τις μπογιές του, σε όλα τα πιθανά χρώματα. Βρήκε ένα που να είναι πολύ κοντά στο χρώμα του δέρματός του και γέμισε το περίγραμμα. Είδε τότε το είδωλο της παλάμης του ξεκάθαρα. Ξεθάρρεψε κι άρχισε να ζωγραφίζει πάνω στον καθρέπτη όταν κάποια στιγμή πάνω στη βιασύνη του ξέφυγε μια μικρή κουκκίδα κάτω απ'το μάτι του που έμοιαζε με δάκρυ. Έκπληκτος διαπίστωσε τότε ότι έκλαιγε στην πραγματικότητα. Τι διάολο; Και τότε κατάλαβε: Δεν ήταν οι άλλοι που τον αγνοούσαν και δεν το έβλεπαν, ήταν ο ίδιος τυφλός. Κι αποφάσισε να γίνει ο ζωγράφος της ζωής του!

5 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Anuparkti pou moiazei i morfi sou,
sa fovismeno skulo pou'kane zimia,
koimasai kai xupnas ma i psychi sou ,
s'ena krevati demeni me schoinia.
Einai stichoi.Echei rythmo hip-hop ,ki etsi to pairneis kapos analafra to aisthima afto tis anuparxias..

Ανώνυμος είπε...

P.S.Grafeis polu omorfa:)

Νίκος Τσαχουρίδης είπε...

Gracias!

Ανώνυμος είπε...

Ας μην αναζητούμε την αλήθεια μόνο μέσα στον καθρέπτη.Τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται...

Νίκος Τσαχουρίδης είπε...

Δεν έχεις κι άδικο. Βέβαια ο ήρωάς μας δεν αναζητούσε την αλήθεια αλλά τον εαυτό του, ή αν προτιμάς την προσωπική του αντίληψη του εαυτού του...