Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2007

Εγώ δεν είμαι Ποιητής

Ένα τραγούδι, που πολλές φορές στη ζωή μου ένιωσα να ταυτίζομαι με αυτό.

Εγώ δεν είμαι ποιητής
είμαι στιχάκι
Είμαι στιχάκι της στιγμής
πάνω σε τοίχο φυλακής
και σε παγκάκι
Είμαι στιχάκι της στιγμής
πάνω σε τοίχο φυλακής
και σε παγκάκι

Με τραγουδάνε οι τρελοί
και οι αλήτες
Καταραμένη είμαι φυλή
με μιαν εξόριστη ψυχή
σ' άλλους πλανήτες
Καταραμένη είμαι φυλή
με μιαν εξόριστη ψυχή
σ' άλλους πλανήτες

Εγώ δεν είμαι ποιητής
είμ' ο λυγμός του
Είμαι ένας δείπνος μυστικός
δίπλα ο Ιούδας κλαίει σκυφτός
κι είμ' ο αδερφός του
Είμαι ένας δείπνος μυστικός
δίπλα ο Ιούδας κλαίει σκυφτός
κι είμ' ο αδερφός του

Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2007

Επιτέλους διακοπές

Επιτέλους διακοπές. Θα είχε την ευκαιρία να περάσει λίγες ημέρες ξεγνοιασιάς με τους αγαπημένους του φίλους. Ένιωθε τυχερός που είχε όχι έναν, αλλά τρεις πραγματικούς φίλους σ'αυτή τη ζωή. Τρία αγόρια, μια κοπέλα, μια παρέα αχώριστη τα τελευταία χρόνια. Ζούσαν μαζί τις χαρές και τις λύπες, μοιράζονταν τις όμορφες στιγμές της ζωής κι ήταν ικανοποιημένοι που είχαν ο ένας τον άλλο. Και νάτοι τώρα μέσα στο αυτοκίνητο, έτοιμοι για νέες περιπέτειες. Καθώς ήταν η σειρά του να οδηγήσει, ήταν κι αυτός που επέλεξε την μουσική. Μπορεί να μην είχαν τα ίδια γούστα αλλά μοιράζονταν την ίδια αισθητική κι έτσι εκτιμούσαν τις επιλογές αλλήλων. Πλησίαζε το σούρουπο και μόλις είχαν αρχίσει οι διακοπές. Η ευφορία διάχυτη μέσα στο αυτοκίνητο, οπότε όταν τον είδε και συνειδητοποίησε τι έκανε ήταν πλέον αργά. Προσπάθησε να τον αποφύγει αλλά δεν τα κατάφερε. Ξέφυγε απ΄την πορεία του, κατηφόρισε την πλαγιά και σταμάτησε απότομα σ'ένα δένδρο...

Είχε καιρό να βρεθεί σε καζίνο. Μετά από πολύχρονη θεραπεία είχε καταφέρει να αποβάλλει το πάθος του. Και τώρα πλησίαζαν οι εορτές. Μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό του μια μικρή παρεκτροπή. Λίγο, έτσι για να ξαναθυμηθεί την υπέροχη εκείνη αίσθηση. Κάθισε στο τραπέζι του μπλακ τζακ κι άρχισε να παίζει. Το ζεστό, ειλικρινές χαμόγελο της κρουπιέρισσας επιβεβαίωσε την επιλογή του. Καθώς περνούσε η ώρα κέρδιζε όλο και περισσότερα, κι η κρουπιέρισσα ακόμη χαμογελούσε. Ήξερε ότι η γυναίκα του θα θύμωνε αλλά τουλάχιστον όταν τις έδειχνε τα κέρδη θα μαλάκωνε, ειδικά βλέποντας ότι δεν έχασε τον έλεγχο. Αλλά τι γίνεται, εδώ και 2-3 γύρους χάνει; Δεν πειράζει είχε ακόμη αρκετά κέρδη οπότε σκέφτηκε να συνεχίσει για ακόμη λίγο. Αλλά συνεχώς έχανε, τα κέρδη του μειώνονταν σημαντικά. Τι είχαμε, τι χάσαμε σκέφτηκε και συνέχισε ώσπου έφτασε στα ίσα του. Σύμφωνα με όσα είχε ζήσει τα προηγούμενα χρόνια αλλά και τις ατέλειωτες ώρες θεραπείας ήξερε ότι τώρα έπρεπε να σταματήσει. Αλλά τι διάολο, ας το απολαύσει λίγο ακόμη. Κι όλο έχανε, και το χαμόγελο της κρουπιέρισσας γινόταν ολοένα κι πιο κρύο, πιο διστακτικό. Κι ήταν σαν κάτι να ήθελε να του πει, αλλά δε μιλούσε, μόνο μοίραζε τα φύλλα. Ώσπου έφτασε να χάσει όλες τις αποταμιεύσεις τους. Μα τι είχε κάνει; Πως θα επέστρεφε τώρα στην οικογένεια του, πως θα τους ανακοίνωνε ότι, για μια ακόμη φορά, πέταξε και το τελευταίο ευρώ λόγω του πάθους του; Όχι δεν μπορούσε να τους το κάνει αυτό. Η μόνη του επιλογή ήταν να συνεχίσει να παίζει για να τα ξανακερδίσει. Και ζήτησε να βάλει υποθήκη του σπίτι του. Το χαμόγελο της κρουπιέρισσας γέμισε τώρα με τρόμο αλλά πάλι δεν είπε τίποτα. Κι έχασε και το σπίτι. Έδωσε την τελευταία μάρκα στην κρουπιέρισσα κι έφυγε απ'το καζίνο. Ο κρύος αέρας τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Αυτήν τη φορά είχε πάει πολύ μακριά. Είχε καταστρέψει την οικογένειά του. Μόνο μια λύση έβλεπε: να έβαζε τέλος στη ζωή του. Έτσι, αφενός μεν θα είχε την επιλογή η οικογένεια να αποποιηθεί την κληρονομιά και να γλυτώσει το σπίτι, αφετέρου θα την απάλλασσε μια και καλή απ'την καταστροφική του παρουσία. Άρχισε να κατηφορίζει, περπατούσε αρκετές ώρες όταν βρήκε το θάρρος. Στάθηκε στην άκρη του δρόμου και περίμενε το πρώτο αυτοκίνητο που θα περνούσε. Κι όταν αυτό εμφανίστηκε έπεσε στις ρόδες του. Ο οδηγός του προσπάθησε να τον αποφύγει αλλά ευτυχώς δεν τα κατάφερε. Έμεινε ακίνητος στην άσφαλτο, ένιωθε τη ζωή να τον εγκαταλείπει. Επιτέλους θα πρόσφερε κάτι στην οικογένειά του...

Όταν συνήλθε ήταν ήδη νύχτα. Προς στιγμή νόμισε ότι δεν είχε ανοίξει τα μάτια αλλά στην πραγματικότητα ήταν το σκοτάδι που ήταν πολύ πυκνό. Τι είχε συμβεί; Θυμήθηκε τότε τον άνθρωπο που χτύπησε. Βγήκε απ'το αυτοκίνητο κι άρχισε να ανεβαίνει την πλαγιά ώσπου έφτασε στο δρόμο. Τον είδε εκεί, ακίνητο μέσα σε μια λίμνη αίματος, χωρίς σφυγμό. Ήταν νεκρός. Είχε σκοτώσει έναν άνθρωπο και θα έπρεπε να ζήσει μ'αυτό. Προσπάθησε να θυμηθεί πως είχε γίνει. Είχε την εντύπωση ότι αυτός ο άνθρωπος είχε πέσει μπροστά στο αυτοκίνητο. Ακόμη κι έτσι όμως, τον είχε σκοτώσει. Ίσως αν ήταν πιο προσεκτικός, αν δεν είχε αφαιρεθεί με τους φίλους του... Οι φίλοι του, που ήταν; Πήρε τρέχοντας την πλαγιά κι όταν έφτασε στο αυτοκίνητο τους αντίκρυσε εκεί και τους τρεις, νεκρούς. Όχι, δεν μπορεί. Ένιωθε να χάνεται, ο πόνος τον πλημμύριζε, γιατί; Γιατί δεν πέθανε κι αυτός μαζί τους; Έπεσε στα γόνατα κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς σιωπηρούς. Κι έκλαιγε ώρες πολλές. Ώσπου σηκώθηκε, εκτός πραγματικότητας πλέον, σε κατάσταση σοκ κι άρχισε να περιπλανιέται. Βρήκε κάτι χαλάσματα κι έπεσε και κοιμήθηκε. Όταν ξύπνησε, είχε ξημερώσει. Δε θυμόταν τίποτα αλλά πονούσε, πονούσε στην καρδιά του, στην ψυχή του. Και συνέχισε να περιπλανιέται σα ζωντανός νεκρός μέσα στην ερημιά. Χωρίς να θυμάται, χωρίς να αισθάνεται τίποτα άλλο πέρα απ'τον πόνο. Κι ήρθε η νύχτα, και μετά η αυγή. Κι αυτός περπατούσε χωρίς να ξέρει που πηγαίνει. Κάποια στιγμή η πορεία του σταμάτησε γιατί έφτασε στο Μεγάλο Κανάλι. Ο δρόμος ευθεία ήταν γκρεμός. Κι εκεί απέναντι, την είδε, μ'ένα μωρό στην αγκαλιά της να στέκεται στην άκρη του γκρεμού μ'ένα βλέμμα απλανές. Τότε τα θυμήθηκε όλα, τον άνθρωπο που έπεσε στις ρόδες του, τους φίλους του νεκρούς μέσα στο αυτοκίνητο κι αυτός να συνεχίζει να ζει. Μια κενή ζωή. Έφερε στο μυαλό του τις τελευταίες τους στιγμές στο αυτοκίνητο. Πονούσε τόσο πολύ κι ήταν έτοιμος να πέσει όταν... Μα τι κάνει, θα πέσει, κι έχει και το μωρό στα χέρια...

Ήταν χαρούμενη κι αυτό φαινόταν στο χαμόγελό της. Ευτυχώς είχαν δεχτεί την αίτησή της για άδεια κι έτσι θα μπορούσε να περάσεις τις εορτές με την κορούλα της. Μια βραδιά υπομονή ακόμη κι από αύριο λίγες ημέρες ξεκούρασης. Τον είδε τότε που μπήκε στην αίθουσα και κατευθύνθηκε προς το τραπέζι της. Ήταν κι αυτός χαρούμενος. Κάθισε, έβαλε τις μάρκες μπροστά του κι άρχισε να παίζει. Κι αυτή του μοίραζε φύλλα. Και του χαμογελούσε καθώς σκεφτόταν την κόρη της. Περνούσε έτσι ευχάριστα η ώρα. Αυτός στην αρχή κέρδιζε αλλά ώρα με την ώρα άρχισε να τα χάνει και πάλι. Ώσπου έχασε όλα τα κέρδη του. Αλλά συνέχιζε να παίζει και να χάνει. Σκεφτόταν να του μιλήσει, να του πει να σταματήσει, να γυρίσει στην οικογένειά του όσο ήταν ακόμη καιρός. Αλλά της έρχονταν συνεχώς στο μυαλό οι εντολές του αφεντικού της «όσο κι αν χάνουν δε θα τους εμποδίσεις ποτέ να παίξουν», και δεν τολμούσε να βγάλει λέξη. Αυτός όλο κι έχανε, κι όταν εξαφάνισε τις αποταμιεύσεις του αποφάσισε να βάλει υποθήκη το σπίτι του. Ήταν έτοιμη να του μιλήσει όταν είδε το αφεντικό της να την κοιτά. Κι απλά χαμογέλασε. Και τα έχασε όλα. Της άφησε την τελευταία μάρκα του κι έφυγε. Γιατί δεν του μίλησε; Τώρα αυτός ο άνθρωπος καταστράφηκε, και κατέστρεψε την οικογένειά του, κι αυτή έφερε μερίδιο της ευθύνης. Προσπάθησε να μην το σκέφτεται, τελείωσε τη βάρδιά της και επέστρεψε επιτέλους σπίτι. Η μικρούλα της κοιμόταν γλυκά. Την πήρε αγκαλιά και σκέφτηκε πόσο τυχερή είναι που την έχει. Για μια στιγμή θυμήθηκε πάλι τον άτυχο άνδρα κι οι τύψεις επέστρεψαν αλλά μόνο στιγμιαία, διότι με την κόρη της τίποτα δεν μπορούσε να της χαλάσει την ευτυχία. Ξεντύθηκε κι έπεσε να κοιμηθεί. Το επόμενο πρωί σηκώθηκε και βάλθηκε να ετοιμάζει πρωινό, έχοντας ανοίξει την τηλεόραση όταν άκουσε την είδηση: άνδρας, ο οποίος έχασε την περιουσία του στο καζίνο, αυτοκτόνησε πέφτοντας στις ρόδες αυτοκινήτου, το οποίο στην προσπάθεια να τον αποφύγει έφυγε απ'το δρόμο και καρφώθηκε σ'ένα δένδρο στην πλαγιά. Αποτέλεσμα: 4 νεκροί κι οδηγός του αυτοκινήτου να αγνοείται. Τα πιάτα έφυγαν μέσα απ'τα χέρια της και κόπηκαν τα γόνατά της. Τόσοι άνθρωποι νεκροί επειδή αυτή δεν τόλμησε να αρθρώσει μια κουβέντα, να τον εμποδίσει να χάσει όλα του τα λεφτά. Αδυνατούσε να δεχτεί ότι ευθύνονταν για το θάνατο τόσων λόγω της (μη) πράξης της, πήγε στο μπάνιο και βρήκε τα υπνωτικά χάπια της γιαγιάς της που είχε αφήσει πριν πεθάνει. Άδειασε όλο το κουτί, πήγε στο δωμάτιό της, ξάπλωσε δίπλα στην κόρη της κι έκλεισε τα μάτια της. Όταν τα ξανάνοιξε ήταν πάλι ημέρα. Είδε το ρολόι, είχαν περάσει 24 ώρες. Τι είχε κάνει; Και που θα άφηνε την κόρη της; Τότε ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου της, πήρε αγκαλιά τη μικρή κι έφυγε. Αφού έφτασε στο σημείο που έψαχνε, κατέβηκε κι άρχισε να προχωρά στην ερημιά, όταν μετά από διαδρομή μιας ώρας κατέληξε στο τέλος του δρόμου της, μπροστά στο Μεγάλο Κανάλι και στάθηκε ακίνητη. Μετά από λίγα λεπτά τον είδε να εμφανίζεται στην απέναντι άκρη. Άλλη μια χαμένη ψυχή που ψάχνει τη λύτρωση στο θάνατο, σκέφτηκε κι έκανε το βήμα στο κενό. Λίγο πριν αρχίσει την καθοδική της πτήση νόμισε πως τον είδε να ξυπνά από λήθαργο και να της φωνάζει.

Αλλά ήταν ήδη αργά. Η πορεία της προς το θάνατο ήταν πλέον χωρίς επιστροφή. Τότε βούτηξε κι αυτός να τη συναντήσει στα κρύα, μαύρα νερά το Καναλιού...

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2007

Αύγουστος

Μια που ο χειμώνας ήρθε για τα καλά, να ευχηθώ... καλό καλοκαίρι!

Μα γιατί το τραγούδι να 'ναι λυπητερό
με μιας θαρρείς κι απ' την καρδιά μου ξέκοψε
κι αυτή τη στιγμή που πλημμυρίζω χαρά
ανέβηκε ως τα χείλη μου και με 'πνιξε
φυλάξου για το τέλος θα μου πεις

Σ' αγαπάω μα δεν έχω μιλιά να στο πω
κι αυτό είναι ένας καημός αβάσταχτος
λιώνω στον πόνο γιατί νιώθω κι εγώ
ο δρόμος που τραβάμε είναι αδιάβατος
κουράγιο θα περάσει θα μου πεις

Πώς μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά
την άμμο που σαν καταρράχτης έλουζε
καθώς έσκυβε πάνω μου χιλιάδες φιλιά
διαμάντια που απλόχερα μου χάριζε
θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό

Σε ποιαν έκσταση απάνω σε χορό μαγικό
μπορεί ένα τέτοιο πλάσμα να γεννήθηκε
από ποιο μακρινό αστέρι είναι το φως
που μες τα δυο της μάτια πήγε κρύφτηκε
κι εγώ ο τυχερός που το 'χει δει

Μες το βλέμμα της ένας τόσο δα ουρανός
αστράφτει συννεφιάζει αναδιπλώνεται
μα σαν πέφτει η νύχτα πλημμυρίζει με φως
φεγγάρι αυγουστιάτικο υψώνεται
και φέγγει από μέσα η φυλακή

Πώς μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά
την άμμο που σαν καταρράχτης έλουζε
καθώς έσκυβε πάνω μου χιλιάδες φιλιά
διαμάντια που απλόχερα μου χάριζε
θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2007

Φλούδες Ελπίδες

Καθόταν στο γραφείο του. Μόλις είχε φάει ένα κρουασάν κι απολάμβανε το τσιγάρο του. Πάντα του άρεσε να δουλεύει τα Χριστούγεννα. Δεν υπήρχε κόσμος στο τμήμα, δεν υπήρχε ιδιαίτερη δουλειά, κάτι μικροπροβλήματα που μπορούσαν κάλλιστα να τα χειριστούν οι αστυφύλακες, κι αν παρουσιαζόταν κάτι αυτό ήταν συνήθως προς το σούρουπο. Επίσης είχε μια καλή δικαιολογία για να αποφεύγει τις ανιαρές οικογενειακές συγκεντρώσεις.

- Σήκω έχουμε δουλειά.
- Δε βλέπεις την ώρα, κάνω διάλειμμα.
- Άστα αυτά τώρα, ένας παλαβός έχει μαζέψει 3 Ελπίδες κι ετοιμ...
- Μα ποιος νομίζει ότι είναι, η Πανδώρα;
- Σταμάτα σου λέω, τα πράγματα είναι σοβαρά, ετοιμάζεται να τις σκοτώσει.
- Καλά θα κάνει αν είναι φρούδες!
- Αυτός λέει ότι είναι φλούδες.
- Φύγαμε.

Στο δρόμο σκεφτόταν τι μπορεί να ώθησε αυτόν τον άνθρωπο σ'αυτήν την πράξη. Να θέλει κάποιος να εξαλείψει τις φρούδες ελπίδες είναι κατανοητό, αν κι όχι πάντα επιθυμητό, αλλά τις φλούδες; Αυτές είναι επιφανειακές. Τι έψαχνε; Κι αν τις κατέστρεφε; Θα κατάφερνε να φτάσει στο υποκείμενο φρούτο, στον καρπό της αναζήτησης; Τι κρύβουν από κάτω οι φλούδες ελπίδες και πως τις ξεχωρίζει κανείς; Έφτασαν στο σημείο. Εκεί ήταν ήδη ένας ψυχολόγος της υπηρεσίας και προσπαθούσε να διαπραγματευτεί. Πως δεν τους μπορούσε αυτούς τους επαγγελματίες της ψυχής! Ειδικά αυτούς που δεν είχαν επίγνωση της αδυναμίας τους. Πότε επιτέλους θα καταλάβαιναν ότι η μελέτη της ψυχής δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια όμορφη επιστημονικοφανής απάτη;

Πλησίασε κι απηύθυνε το λόγο στο δράστη, παρά τις αντιρρήσεις του ψυχολόγου.

- Λοιπόν, είσαι περικυκλωμένος, δεν έχεις άλλη επιλογή, πρέπει να τις αφήσεις.
- Όχι, αυτό δε γίνεται, πρέπει να μ'αφήσετε να τελειώσω αυτό που ξεκίνησα.
- Και τι είναι αυτό;
- Πρέπει να εξολοθρεύσω και τις τελευταίες Φλούδες Ελπίδες.
- Πόσες είναι συνολικά;
- 12
- Και γιατί να τις εξολοθρεύσεις;
- Γιατί είναι φλούδες. Μόνο αν τις ξεφλουδίσουμε θα μπορέσουμε να δούμε την πραγματική Ελπίδα που κρύβεται από κάτω.

Ώρες-ώρες τον τρόμαζε το πόσο κοντά βρίσκεται η σκέψη του μ'αυτή διάφορων παλαβών. Μήπως δεν ήταν το ίδιο επικίνδυνος μ'αυτούς, αν όχι περισσότερο; Ένας παλαβός επιθεωρητής της αστυνομίας. Ή μήπως οι παλαβοί δεν ήταν τόσο παλαβοί; Αυτό που τον τρόμαζε περισσότερο ήταν ότι έβρισκε κάποιο νόημα στα λόγια του δράστη. Διάολε, δεν είχε προλάβει καν να τελειώσει το πρωινό του τσιγάρο μετά το γευστικότατο εκείνο κρουασάν! Θα έτρωγε ευχαρίστως ακόμη ένα. Ένα ελαφρύ σκούντημα του συναδέλφου του στον ώμο τον επανέφερε στο δρόμο. Μετά από τόσο καιρό μαζί είχε συνηθίσει αυτά τα μικρά διαλείμματα ονειροπόλησης και φρόντιζε να τον επαναφέρει πριν να το παίρνουν χαμπάρι οι υπόλοιποι.

- Και γιατί 12; Άκουσε δίπλα του τον ψυχολόγο να του ψιθυρίζει: Μην μπαίνεις στο παραλήρημά του, είναι επικίνδυνο. Τον αγνόησε.
- Γιατί 12 ήταν οι μαθητές του Χριστού που ανέλαβαν να διαδώσουν το μήνυμά του αλλά αποδείχτηκαν ανεπαρκείς, όπως ακριβώς οι φλούδες ελπίδες, που κρύβουν όμως από κάτω την αυθεντική ελπίδα, το τελικό σταθμό της αναζήτησης.
- Και πως τα ξέρεις εσύ όλα αυτά;
- Μου τα'πε ο Απόστολος Παύλος.

Μια ιδέα έλαμψε ξαφνικά στο κεφάλι του επιθεωρητή κι ένα ελαφρό μειδίαμα σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Ένα μειδίαμα που το είδε ο συνεργάτης του και κατάλαβε ότι έπρεπε να ετοιμάζεται για το χειρότερο. Συνήθως αυτό το μειδίαμα το ακολουθούσαν οι πιο τρελλές ιδέες που κατά περίεργο τρόπο είχαν αποτέλεσμα, αν και κανά 2 φορές είχαν οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις.

- Δεν καταλαβαίνεις που έχεις μπλέξει; του είπε ο αστυνόμος. Ετοιμάζεσαι να μπεις σ'ένα Παύλο Κύκλο. Ο ψυχολόγος από δίπλα είχε κοκκινίσει σαν το παντζάρι κι ετοιμάστηκε να το σταματήσει αλλά δεν τον άφησε ο συνάδελφος του αστυνόμου. Κάτι ψιθύρισε στο αυτί του αστυνόμου, ο οποίος του απάντησε κοφτά: Φέρτε τον αμέσως εδώ.

- Και μπορώ να στο αποδείξω σε λίγο, συνέχισε ο αστυνόμος. Αρκεί να μην κάνεις καμιά χαζομάρα μέχρι τότε.
- Τι θα μου αποδείξεις; Έχω λάβει εντολές από έγκυρη πηγή.
- Αυτό ακριβώς θα σου αποδείξω, ότι δεν είναι και τόσο έγκυρη. Εσύ δεν είπες ότι οι μαθητές του Χριστού αποδείχτηκαν ανεπαρκείς. Γιατί να μην ισχύει το ίδιο και με τον μεγαλύτερο απόστολό του; Περίμενε λίγα λεπτά και θα δεις. Και ταυτόχρονα σκέψου αυτό που σου'πα για τον παύλο κύκλο. Είναι πιο επικίνδυνος απ'τις φλούδες ελπίδες και το ξέρεις.

Είδε ότι το σχέδιό του δούλευε κι άφησε το δράστη στις σκέψεις του. Κατάφερε να του σπείρει την αμφιβολία και σε λίγο θα του έδινε το τελειωτικό χτύπημα. Θα μπορούσε επιτέλους να απολαύσει εκείνο το τσιγάρο. Σε λίγα λεπτά επέστρεψε ο συνάδελφός του κρατώντας απ'το μπράτσο ένα κύριο και τον έφερε δίπλα στον επιθεωρητή. Ορίστε ο άνθρωπός μας, ο κύριος Απόστολος Παύλου, δικηγόρος, είπε και τον άφησε στα χέρια του αστυνόμου. Όταν τον είδε ο δράστης τινάχτηκε πάνω.

- Ήρεμα, του'πε ο αστυνόμος, αυτός σου είπε για τις φλούδες ελπίδες;
- Ναι, απάντησε ο δράστης.
- Ε, λοιπόν αυτός δεν είναι ο Απόστολος Παύλος, αλλά ο Απόστολος Παύλου, δικηγόρος. Πιστεύεις ότι μπορείς να εμπιστευτείς το λόγο ενός δικηγόρου; Έχεις ακόμη μια ευκαιρία να αποφύγεις τον παύλο κύκλο.

Αποκαρδιωμένος ο δράστης πέταξε το όπλο του κάτω, έπεσε στα γόνατα κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Πάρτε τους και τους δυο στο τμήμα είπε ο αστυνόμος κι έβγαλε να ανάψει ένα τσιγάρο. Δεν άκουγε πλέον το θόρυβο γύρω του. Φανταζόταν ήδη την ηρεμία του γραφείου του.

Πίσω στο τμήμα κι ενώ απολάμβανε ακόμη τα τσιγάρα του, είδε τις 3 Ελπίδες να ετοιμάζονται να φύγουν αφού είχαν ολοκληρώσει την κατάθεσή τους. Κυρίες μου, τις ρώτησε, είστε τελικά Φλούδες; Αυτές του χαμογέλασαν και του έδωσαν ένα πορτοκάλι...

Ο αστυνόμος Θεόδωρος Ντελώμπ άφησε το πορτοκάλι στο γραφείο του κι άνοιξε τη σακούλα με τα κρουασάν. Τίποτα δεν θα του αποσπούσε πλέον την προσοχή κι άνοιξε το στόμα του για να απολαύσει εκείνη την πρώτη μπουκιά όταν μπήκε ο συνάδελφός του:

- Σήκω, ένας ιπτάμενος Ολλανδός απειλεί να σκοτώσει το βιολιστή στη στέγη.

Διάολε...

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2007

Το Χέρι

Άνοιξε τα μάτια του. Διαπίστωσε πως ήταν μέσα στο χέρι της. Ένιωθε υγρό. Τότε τον είδε απέναντι, ακίνητο στο πάτωμα με ματωμένη τη μπλούζα στην κοιλιά του. Τι συνέβη; Χαλάρωσε τη λαβή της και το άφησε τότε στην άκρη, φεύγοντας απ'το δωμάτιο. Θα είχε έτσι την ευκαιρία να σκεφτεί χωρίς την πίεσή της. Τον είδε τότε να ανοίγει τα μάτια του που ήταν γεμάτα απορία, σαν να μην ήξερε τι είχε συμβεί. Τον είδε να παρατηρεί την κόκκινη κηλίδα στο χαλί και να αρχίζει να συνειδητοποιεί. Τον είδε επίσης να χάνει τις αισθήσεις του.

Την είδε να επιστρέφει, να κάθεται στην καρέκλα και να το ξαναπέρνει στο χέρι της. Τώρα ένιωθε πιο απαλό το άγγιγμά της. Είναι δυνατό να είχε συμβεί αυτό μεταξύ τους, αυτοί που αγαπιόντουσαν, αυτοί που λατρευόντουσαν; Ένιωσε δυο σταγόνες απ'τα δάκρυά της να πέφτουν πάνω του. Τότε είδε αυτό να ανοίγει τα μάτια του. Ήταν διαφορετικά τώρα, με μια διεστραμμένη έκφραση πάθους. Το χέρι της έσφιξε γύρω απ'τη λαβή του και τα μάτια της τώρα γέμισαν με τρόμο και την ένιωσε να παλεύει ενάντια σ'αυτό που θα ακολουθούσε. Όχι, ας μην το έκανε, δεν μπορούσε να δεχτεί ότι είχε γίνει το όργανο τέτοιας πράξης. Και τότε τον άκουσε να βγάζει ένα στεναγμό, σαν να θέλει να πει κάτι. Είδε την οργή και τον τρόμο στα μάτια κι ένιωσε την ασφυκτική πίεση της στη λαβή του. Βγάζοντας μια κραυγή, ένιωσε να κόβει χωρίς δυσκολία το λαιμό του και το ζεστό του αίμα να το λούζει. Τον είδε να πνίγεται στο ίδιο του το αίμα. Και τότε τα μάτια της άλλαξαν έκφραση, γεμάτα αγάπη και πόνο τώρα. Και τα δικά του γεμάτα αγάπη κι ικανοποίηση, κι ας τον είχε σκοτώσει.

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2007

Η Καρέκλα

Άνοιξε τα μάτια της. Ήταν καθισμένη στην καρέκλα και τον είδε απέναντί της ξαπλωμένο στο πάτωμα, ακίνητο, με ματωμένη τη μπλούζα του στην κοιλιά του. Στο χέρι της είχε σφιγμένο ένα μαχαίρι γεμάτο αίματα. Ήταν σοκαρισμένη. Τι συνέβη; Δεν μπορούσε να θυμηθεί. Έβλεπε όμως στο χαλί μια κόκκινη κηλίδα να μεγαλώνει. Μα πως; Άφησε προς στιγμήν το μαχαίρι στην άκρη και πήγε στο μπάνιο να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της σε μια προσπάθεια να συνέλθει και να θυμηθεί τι έγινε.

Επέστρεψε μετά από λίγο στην καρέκλα. Πήρε ξανά στα χέρια της το μαχαίρι και το κοιτούσε μη μπορώντας να κάνει τίποτα. Είναι δυνατό να ευθύνεται αυτή για την κατάσταση, αυτή που τον αγαπούσε, αυτή που τον λάτρευε; Δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλά της. Τότε άνοιξε τα μάτια του. Ένα ρεύμα τρόμου διαπέρασε το κορμί της και την ακινητοποίησε στην καρέκλα. Στα μάτια του έβλεπε κάτι που ξεπερνούσε το πάθος. Αρκεί να μη μιλούσε, αχ μακάρι να μη μιλούσε, δεν ήξερε πως θα αντιδράσει. Και τότε τον άκουσε να βγάζει ένα στεναγμό, σαν να ήθελε να πει κάτι. Θόλωσε το μυαλό της και κυριεύτηκε από οργή και τρόμο. Όρμηξε κατά πάνω του και με το μαχαίρι του έκοψε το λαιμό. Έκανε ένα βήμα πίσω. Το αίμα του ζεστό άρχισε να τον πνίγει και τα μάτια άλλαξαν, τώρα γεμάτα αγάπη κι ικανοποίηση, κι ας τον είχε σκοτώσει.

Handle Silence!

................. ....................... ................. . .. . .................... . . . . .. .................. . . .......................... . ................ . . . . . .......... ................. ............ ....... ................ ............. ............... .................................... .......................... . .. . . . . ..... . . . .......................... ........ . . ....................... . . ............................................. ............................. ........................... .................... .......... . . . .............................. ............. ......... .... .......................... ...... . . ................... . . .. . . . . .. . .... .. . . . . . . . . ............................. . . . ............................................................... . . . . ................................... .. ....... . .......... .................... . ..................... .

...................................... ................. ...................... . . . .... . ....... . . . ...... . . ........................................... .............. ............. .................................. ......... ......... ...... .......................... ........................... .............. ................... ............................. ................. .......................... ...................... ........................ .............. . . ... . . . ..................................... ................... ................. ................ ...................... . . .. ............... ....... . . .. . . . . . . . . . . . . . . ....................... ... ... . .... .. . . ... . .. .. .. ... .. ..... ............................. ........... ............ .......... .. ............. . ................ ............. ........... ............ .. . . .. . . ............................ .

....... ......!

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2007

Merfy εσύ Super Star

Νομίζω ότι από το συγκεκριμένο Blog δε θα μπορούσε να λείπει οι νόμος του Merfy για αυτό τον παραθέτω:

Ο Νόμος του Μέρφυ :
Αν κάτι μπορεί να πάει στραβά , θα πάει.

Συνακόλουθα:
Αν από διάφορα πράγματα , ένα έχει την πιθανότητα να πάει στραβά , θα είναι αυτό που θα προκαλέσει την μεγαλύτερη ζημιά.
Αν ξέρεις ότι υπάρχουν μόνο 4 δυνατοί τρόποι για να πάει κάτι στραβά και φροντίσεις να τους προλάβεις, τότε αμέσως θα εμφανιστεί και ένας πέμπτος.
Αν αφήσεις τα πράγματα στην τύχη τους , πάντα έχουν την τάση να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο.
Κάθε λύση , γεννάει ένα καινούριο πρόβλημα.
Είναι αδύνατον να προφυλάξεις κάτι από τη βλακεία , διότι οι βλάκες είναι ικανότατοι.
Συμπεράσματα :
Χαμογελάστε...Ούτως η άλλως το αύριο θα είναι χειρότερο.
Αν αισθάνεσαι καλά , μην ανησυχείς...Θα περάσει.



Συμπληρωματικός Νόμος :
Όταν τα πράγματα πάνε καλά...Κάτι θα πάει στραβά.

Συνακόλουθα:
Όταν τα πράγματα δεν μπορούν να γίνουν χειρότερα , θα γίνουν.
Κάθε φορά που τα πράγματα δείχνουν να πηγαίνουν καλύτερα, κάπου έχεις κάνει λάθος.

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2007

Το Χαλί

Άνοιξε τα μάτια του. 'Ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα χωρίς να ξέρει πως βρέθηκε εκεί. Προσπάθησε να κινηθεί αλλά δεν τα κατάφερε. Ακινητοποιημένος, με μια περίεργη αίσθηση στην κοιλιά του. Πήρε δυο βαθιές ανάσες για να σκεφτεί καλύτερα. Τι συνέβη; Δεν μπορούσε να θυμηθεί. Έβλεπε όμως στο χαλί μια κόκκινη κηλίδα να απλώνεται και τότε κατάλαβε ότι πρέπει να αιμορραγούσε. Μα πως; Και γιατί δεν μπορούσε να κουνηθεί; Ένιωθε εξαντλημένος, τη ζωή να φεύγει σιγά-σιγά από μέσα του. Όλα γύρω θόλωσαν...

Συνήλθε. Δεν ήξερε πόση ώρα είχε μείνει αναίσθητος αλλά δεν είχε πεθάνει ακόμη. Εξακολουθούσε όμως να είναι ακινητοποιημένος και να μην μπορεί να μιλήσει. Και τότε την είδε να κάθεται απέναντί του στην καρέκλα κρατώντας ένα μαχαίρι γεμάτο αίματα. Είναι δυνατό να ευθύνεται αυτή για την κατάστασή του, αυτή που αγαπούσε, αυτή που λάτρευε; Κι ήταν εκεί δακρυσμένη με τον τρόμο ζωγραφισμένο στα μάτια της. Μόνο να μπορούσε να της μιλήσει, ήξερε ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Μετά από αρκετή προσπάθεια έβγαλε ένα μικρό στεναγμό. Μόλις τον άκουσε αυτή έβγαλε μια κραυγή κι έτρεξε προς το μέρος του, ανοίγοντας το λαιμό του με το μαχαίρι. Μια αλμυρή γεύση πλημμύρισε το στόμα του, άρχισε να πνίγεται στο ίδιο του το αίμα και να τη βλέπει κοκκινωπή μέσα από το φίλτρο του πάθος που πότιζε το αίμα του. Τουλάχιστον αυτή θα ήταν η τελευταία εικόνα πριν πεθάνει, κι ας τον είχε σκοτώσει.

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2007

Το Φλάουτο

Είχε γυρίσει πάλι αργά απ'τη δουλειά. Ένιωθε εξουθενωμένος. Ήθελε να χαλαρώσει λίγο, να ξεχαστεί. Έβγαλε το φλάουτο. Είχε καιρό να παίξει, ακόμη περισσότερο να ακούσει μουσική. Προσπάθησε με κάποια απλά κομμάτια, απλές μελωδίες να τον οδηγήσουν σταδιακά στη χαλάρωση αλλά μάταια. Δεν τα κατάφερε καθώς υπήρχε μια μελωδία κολλημένη στο μυαλό του, ένα κομμάτι που τον τάραζε συναισθηματικά. Όσες φορές το είχε ακούσει, όσες δηλαδή κατάφερε να τ'ακούσει μέχρι το τέλος, είχε βρεθεί να κλαίει με λυγμούς με τέτοια φόρτιση που ένιωθε πολύ κοντά στο θάνατο. Γι'αυτό δεν το άκουγε παρά μόνο σπάνια και ποτέ δεν είχε επιχειρήσει να το παίξει στο φλάουτο. Και τώρα που αναζητούσε ηρεμία, τώρα αυτό το ρημάδι ήρθε να το στοιχειώσει.

Αφού έβλεπε ότι δεν μπορούσε να το βγάλει απ'τη σκέψη του, αποφάσισε να το παίξει. Τρόμαζε στην ιδέα και μόνο αλλά ένιωθε ότι δε θα μπορούσε να ησυχάσει αν δεν το προσπαθήσει. Τι θα του προκαλούσε άραγε τώρα που όχι απλά θα το άκουγε αλλά θα το δημιουργούσε; Δεν είχε το κουράγιο να συνεχίσει τις σκέψεις του. Άρχισε να παίζει και με κάθε νότα η καρδιά του χτυπούσε πιο δυνατά και το φως χανόταν. Ώσπου όλα σκοτείνιασαν γύρω του κι έχασε τις αισθήσεις του...

...Ένας έντονος πόνος που διαπερνούσε όλο του το κορμί τον επανέφερε σε εγρήγορση. Με δυσκολία άνοιξε τα μάτια αλλά πάλι δεν έβλεπε τίποτα. Όλα ήταν σκοτεινά αλλά ο πόνος πάντα εκεί. Προσπάθησε να αρθρώσει μια κουβέντα αλλά τίποτα ο ήχος είχε χαθεί κι αυτός. Η ώρα περνούσε χωρίς να έχει αίσθηση για το ρυθμό της. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε ένα φως να φωτίζει μια έδρα δικαστική κι από πίσω της διέκρινε τρεις γυναικείες φιγούρες. Τις ήξερε. Ήταν οι τρεις σημαντικότερες γυναίκες της ζωής του. Αυτές που αγάπησε πραγματικά. Αλλά κάτι ήταν διαφορετικό.

Είχαν την ίδια εμφάνιση αλλά του δημιουργούσαν τρόμο. Με μάτια να αλλάζουν χρώμα διαρκώς κι μια ωχρή επιδερμίδα, σχεδόν νεκρική. Άκουσε τότε τη φωνή τους μέσα στο κεφάλι του διότι τα πρόσωπά τους έμεναν ανέκφραστα. Τον πρόσταζαν να σηκωθεί και παρά τον πόνο, δεν μπορούσε παρά να υπακούσει. Διαπίστωσε ότι ήταν γυμνός, με το κορμί του γεμάτο αίματα, σαν να είχε μαστιγωθεί. Άρχισε να ακούει σιγά-σιγά τη μελωδία που ήθελε να παίξει στο φλάουτο κι ήξερε ότι πλησίαζε στην κορύφωση. «Θέλουμε να σου δώσουμε την αγάπη μας» του είπαν κι αυτή τη φορά η φωνή βγήκε απ'το στόμα τους και ήταν τόσο αποκρουστική, τόσο έντονη που ένιωσε τα αυτιά του να ματώνουν, το κεφάλι έτοιμο να εκραγεί και την καρδιά του να χτυπά τόσο δυνατά και γρήγορα που πονούσε. «Θέλουμε να σου δώσουμε την αγάπη μας» ξαναείπαν και κατέβηκαν απ'την έδρα πλησιάζοντάς τον. Κι ο πόνος τον πλημμύριζε παντού. Έφτασαν δίπλα του, άρχισαν να τον χαϊδεύουν και κάθε τους άγγιγμα το σκότωνε χίλιες φορές. Δάκρυα σχηματίστηκαν στα μάτια του. Κι άκουγε ακόμη τη μουσική. Όταν έκαναν έρωτα μαζί του ήξερε ότι το τέλος είχε φτάσει. Και το κομμάτι έφτασε στην κορύφωσή του μαζί μ'αυτές, κι αυτός μαζί. Ώσπου εξαϋλώθηκε σ'ένα σύννεφο σκόνης. Και μόνο τα δυο του δάκρυα έμειναν εκεί στο κρύο πάτωμα να θυμίζουν ότι έζησε εκεί.

Την άλλη μέρα όταν δεν εμφανίστηκε στη δουλειά κι ήρθαν να τον ψάξουν, το βρήκαν νεκρό στο πάτωμα του δωματίου του, με το φλάουτο σφιχτά κλεισμένο στα χέρια του. Δυο δάκρυα είχαν κρυσταλλωθεί στα μάτια του κι είπαν ότι η καρδιά είχε σχιστεί στα τρία!

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2007

Καλά Χριστούγεννα !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Για άλλη μία χρονιά λοιπόν ήρθαν τα Χριστούγεννα, που παιδιά αλλά και μεγαλύτεροι, περιμένουμε με τόση προσδοκία και ανυπομονησία.
Για μία ακόμη χρονιά θα ζήσουμε την ευχαρίστηση του να πληρώνουμε δώρο στα Ταξί και στα κομμωτήρια, ενώ η ψυχική κορύφωση σε συνδυασμό με τα συναισθήματα λύτρωσης, τη στιγμή του Double Dot θα κάνουν αμφότερα την εμφάνιση τους.
Εργαζόμενοι αλλά και συνταξιούχοι θα παραλάβουν τον 13ο μισθό τον οποίο θα αποθέσουν σε δώσεις πιστωτικών καρτών, κρεοπωλεία, Super Markets, Μαγαζιά με είδη ένδυσης – υπόδησης και άλλα ωραία πράγματα που για να τα αναφέρω θα πρέπει να γράφω για άλλες 2 ώρες.
Όλοι τούτες τις άγιες μέρες θα νιώσουμε την αγάπη ενώ στιγμές περισυλλογής θα φέρουν στο μυαλό μας τα παιδιά όλου του κόσμου πολλά εκ των οποίων πεινούν και που όλο τον υπόλοιπο χρόνο έχουμε χεσμένα.
Θα ευχηθούμε για ειρήνη τρώγοντας το τραγανό κουραμπιέ που έφτιαξε με τα χεράκια της η θεία Μελπομένη και φυσικά, για ακόμη μία χρονιά, θα ρίξουμε (από μέσα μας ), τις σχετικές Χριστο – Παναγίες, που το γαμημένο το φλουρί έκατσε σε κάποιον άλλο. Εδώ ομολογώ ότι εκφράζω μία προσωπική πικρία, αλλά τα τελευταία 22 – 23 χρόνια που είμαι σε θέση να θυμάμαι, δε μου έχει κάτσει. Και αν υποθέσουμε ότι η πίτα κόβεται σε 7 περίπου κομμάτια και στατιστικά να το δει κανείς θα έπρεπε να μου έχει κάτσει τουλάχιστο 3 φορές. Να μη λησμονήσω να αναφέρω και τη χρονιά που η βασιλόπιτα ήταν αγοραστή. Τη χρονιά εκείνη και μετά από μισάωρη επίμονη αναζήτηση του φλουριού από 6 άτομα, αποδείχθηκε πως ο ζαχαροπλάστης είχε κάνει μαλακία και ξέχασε να βάλει φλουρί.
Αλλά να πάρουμε λίγο τα πράγματα από την αρχή. Η πρώτη αίσθηση του ότι πλησιάζουν οι γιορτές γίνεται αντιληπτή από δύο γεγονότα. Πρώτον από τα στολισμένα εμπορικά μαγαζιά και δεύτερον από το μποτιλιάρισμα που δημιουργείται, από τα καταναλωτικά θύματα, τα οποία σπεύδουν να καταθέσουν σε αυτά. Έντονη αίσθηση εορτών δίνει επίσης και η ουρά αναμονής στις τράπεζες, η οποία δημιουργείται από τους συνταξιούχους, που σπεύδουν να εισπράξουν το δώρο τους.
Η διαδικασία της μεγάλης εξόδου από τις πόλεις, σε συνδυασμό με τις ατελείωτες ουρές των διοδίων, έρχονται να ολοκληρώσουν το κλίμα κατάνυξης των άγιων ημερών που πλησιάζουν και να καταστήσουν σαφές πως τα Χριστούγεννα είναι προ των πυλών.
Κορυφαίο είναι και το συναίσθημα του πρωινού ξυπνήματος τις παραμονές Χριστουγέννων και πρωτοχρονιάς από το φάλτσο γιο του γείτονα και την παρέα του που σπεύδουν να μας πουν τα κάλαντα.
Στιγμές απείρου κάλους εκτυλίσσονται και τις ημέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς από τους συμπολίτες μας οι οποίοι βγαίνουν στο δρόμο να οδηγήσουν μετά από κατανάλωση τεραστίων ποσοτήτων αλκοόλ, ανεβάζοντας την αδρεναλίνη μας στα ύψη.
Τέλος ως σουβενίρ για την ανάμνηση των εορτών μας μένουν τα 3 – 4 κιλά που πήραμε μετά από τη κτηνώδη κατανάλωση γλυκών και κοψιδιών.
Κλείνοντας να ευχηθώ σε όλους καλή χρονιά, με υγεία και για το καθένα ένα βήμα προς τη πραγματοποίηση των στόχων και των ονείρων του.

Υ.Γ Τα κοψίδια με φειδώ.
Υ.Γ2 Μην πίνετε τον άμπακο και μετά οδηγείτε.
ΥΓ3 Αν για μία ακόμη χρονιά δε σας κάτσει του φλουρί μην απελπίζεστε. Θα έρθουν και καλύτερες Πρωτοχρονιές.
ΥΓ4 Για να γλιτώσετε από το φάλτσο γιο του γείτονα που θα έρθει να σας πει πρωί – πρωί τα κάλαντα αναρτήστε στην είσοδο σημείωμα το οποίο θα γράφει: Είμαι δίπλα !!!!

Μία βραδιά με τον ιπτάμενο Ολλανδό


Μία καταπληκτική συναυλία πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 15/12/2007 στο ιστορικό Rock στέκι της Αθήνας, Rodeo Club. Ο λόγος για τη συναυλία του κιθαρίστα των θρυλικών Focus, Jan Akkerman. O Jan Akkerman για πρώτη φορά στη καριέρα του, παρουσίασε αποσπάσματα από το έργο του στο Ελληνικό κοινό. Άψογη τεχνική, πολύ καλή μπάντα και φυσικά απόλυτος σεβασμός στο Κοινό.
Η συναυλία άνοιξε με τον γνωστό από τα 70s Χρήστο Στασινόπουλο. Από ότι κατάλαβα από τις ευχαριστίες του Jan Akkerman ο Στασινόπουλος είναι και η αιτία της διοργάνωσης της συγκεκριμένης συναυλίας. Επίσης από ότι έμαθα ο Στασινόπουλος είναι αυτός ο οποίος έφερε και τη θρυλική βρετανική Free Jazz μπαντα, Soft Machine, που εμφανίσθηκε πριν από τρεις περίπου εβδομάδες στον ίδιο χώρο.
Άντε παιδιά πάντα τέτοια, για να βλέπουμε και εμείς οι pou-rockers κάνα καλό Live.

Υ.Γ Βασίλη γράψε κάτι για το Live των Zeppelin...

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2007

Τρεις στο δρόμο

Ξαφνικά σηκώθηκαν κι οι τρεις και χωρίς να ανταλλάξουν κουβέντα βγήκαν έξω στο δρόμο κι άρχισαν να περπατάνε ο ένας δίπλα στον άλλο, χωρίς να μιλάνε. Ήξεραν ότι αυτή η ώρα θα έφτανε. Πήραν λοιπόν όλα τους τα λεφτά κι άρχισαν να ακολουθούν τον ένα δρόμο μετά τον άλλο και σταματούσαν μόνο για φαγητό, ξεκούραση κι ύπνο. Δε μιλούσαν ποτέ μεταξύ τους, μόνο κοιτάζονταν σαν συνομιλούσαν σιωπηλά. Κάποιες στιγμές απολάμβαναν μουσική, άλλες πάλι καλό φαγητό με συνοδεία καλού τσίπουρου. Και περπατούσαν...

Κάποια στιγμή έφτασαν στα σύνορα, έδειξαν τα διαβατήριά τους και συνέχισαν με τον ίδιο ρυθμό. Όταν ξεκίνησαν αυτό το ταξίδι, δεν ήξεραν που και πως θα κατέληγε ούτε κι από που θα περνούσαν. Μόνο προχωρούσαν, ακολουθούσαν το δρόμο. Και γνώριζαν νέα μέρη αλλά ποτέ δεν έμεναν. Πέρασε ο καιρός και κάποια στιγμή άρχισε να απλώνεται η φήμη ότι τρεις ταξιδευτές γυρίζουν την υφήλιο με τα πόδια χωρίς να ξέρει κανείς γιατί. Σιγά-σιγά άρχισαν κάποιοι άρχισαν να τους ακολουθούν. Κι από δεκάδες, έγιναν εκατοντάδες και μετά χιλιάδες.

Οι υποθέσεις για τους λόγους αυτής της πορείας έδιναν κι έπαιρναν. Άλλοι έλεγαν ότι πρόκειται για θρησκευόμενους προσκυνητές που με τη σιωπή τους και την απλότητα του ταξιδιού τους θέλουν να δείξουν ότι ο δρόμος για το θείο θέλει απλότητα κι υπομονή. Άλλοι πάλι έλεγαν ότι πρόκειται για οικολόγους που διαμαρτύρονται για την εκούσια καταστροφή της μητέρας γης κι η πεζοπορία τους αποτελεί μήνυμα να περιοριστούν οι εκπομπές καυσίμων. Υπήρχαν κι εκείνοι που έλεγαν ότι βρίσκονται σε αναζήτηση ομορφιάς και γνώσης. Κι άλλες απόψεις, ότι δέχτηκαν μήνυμα από εξωγήινους κι αναζητούν το σημείο προσγείωσης, ότι είναι τρελλοί, ότι επιδιώκουν τη δημοσιότητα κλπ. Ο καθένας είχε και τη δική του άποψη για τους λόγους αυτής της πορείας. Και τα βράδια όταν οι τρεις φίλοι μας σταματούσαν για να κοιμηθούν, οι συζητήσεις των ακολούθων άναβαν περί φιλοσοφίας, οικολογίας, θρησκείας, πολιτικής κλπ. Κι έφτασε μια στιγμή όπου τα λεφτά τους τελείωσαν. Αλλά δεν έμεινα χωρίς φαγητό, οι ακόλουθοί τους φρόντιζαν γι'αυτό.

Και πέρασε ο καιρός. Ώσπου, μια ημέρα καθώς πλησίαζε η δύση του ήλιου, είδαν στο βάθος του ορίζοντα ένα δέντρο. Κι ήξεραν ότι έφτασαν στο τέλος της διαδρομής τους. Διότι εκεί πάνω στο δέντρο με φόντο το δύοντα ήλιο ήταν αυτό που έψαχναν. Γύρισαν και για πρώτη φορά μίλησαν προς τους ακόλουθούς τους: «Η πορεία μας έφτασε στο τέλος. Ευχαριστούμε για την παρέα και τη βοήθειά σας αλλά είναι καιρός να πάτε στα σπίτια σας». Και ξεκίνησαν για το δέντρο με τους ακόλουθους να τους κοιτούν αποσβολωμένοι και να αρχίζουν να αποχωρούν ώσπου δεν έμεινε κανείς. Κι αυτοί έφτασαν στο δέντρο. Πάνω στο δέντρο καθόταν ένας κούκος. «Σας περίμενα από καιρό» τους είπε.

Κι έμειναν τρεις κι κούκος!

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2007

Τι είναι τελικά Τέχνη;

Κλισέ ερώτηση, εκνευριστική, κι ενδεχομένως χωρίς νόημα. Ας προσπεράσουμε. Η αφορμή για το κείμενο Η Υπέρτατη Τέχνη ήταν ο Karlheinz Stockhausen. Για την ακρίβεια κάποιες δηλώσεις που είχε κάνει λίγο μετά τις επιθέσεις της 11.09.2001, που τις ξαναθυμήθηκα με την αναγγελία της είδησης του θανάτου του, καθώς και διαβάζοντας ένα πρόσφατο κείμενο του Old Boy.

Είχε πει τότε:
«Οι τρομοκρατικές επιθέσεις στη Νέα Υόρκη είναι ένα έργο τέχνης, και μάλιστα το μεγαλύτερο που έγινε ποτέ στον κόσμο»
«...μυαλά κατορθώνουν κάτι, το οποίο εμείς στη μουσική ούτε να ονειρευόμαστε δεν μπορούμε, άνθρωποι ασκούνται για δέκα χρόνια σαν τρελοί και εντελώς φανατικά για ένα κοντσέρτο και μετά πεθαίνουν, προσπαθήστε να καταλάβετε τι ακριβώς έχει συμβεί... Άνθρωποι, τόσο συγκεντρωμένοι σε μια παράσταση και 5.000 που διώκονται στον παράδεισο, σε μια στιγμή. Αυτό δεν θα μπορούσα να το κάνω. Μπροστά σε αυτό είμαστε ένα τίποτα, σαν συνθέτες. Υπάρχουν βέβαια και κάποιοι καλλιτέχνες που προσπαθούν να υπερβούν τα όρια αυτού που είναι δυνατόν και που μπορεί να σκεφτεί κανείς για να γίνει αντιληπτός ένας νέος κόσμος»
«Πρόκειται για έγκλημα, επειδή οι άνθρωποι δεν ήταν σύμφωνοι. Δεν συμμετείχαν στο "κοντσέρτο". Αυτό είναι σαφές... Όμως, από πνευματική άποψη, αυτό που έγινε εκεί, αυτό το άλμα πέρα από τα όρια της ασφάλειας, της ζωής, συμβαίνει μερικές φορές και στην τέχνη.
Αλλιώς, η τέχνη δεν είναι τίποτε»
.

Πρέπει να ομολογήσω ότι δεν είχα μέχρι σήμερα επαφή με το έργο του συγκεκριμένου καλλιτέχνη. Όμως οι δηλώσεις που είχε κάνει τότε μου έχουν μείνει εντυπωμένες. Όχι γιατί με σοκάρισαν ή γιατί διαφωνώ αλλά επειδή είναι ένα ερώτημα που με ακολουθεί: Μπορούμε να βρούμε τέχνη ή ομορφιά μέσα απ'την καταστροφή; Πριν πω δυο λόγια γι'αυτό να αναφέρω ότι λόγω αυτών των δηλώσεών του ακυρώθηκαν τότε όλες οι προγραμματισμένες συναυλίες του. Νέα ερωτήματα: αρκεί η συναισθηματική φόρτιση των ημερών για να το δικαιολογήσει; Και για να το πάω λίγο πιο πέρα. Προσωπικά πιστεύω ότι ένα έργο τέχνης δεν μπορεί να είναι ηθικό ή ανήθικο εξ ορισμού, είναι α-ηθικό. Ο δημιουργός του απ'την άλλη μπορεί να είναι δεξιός ή αριστερός, θρησκευόμενος ή άθεος, ψυχικά διαταραγμένος, παιδεραστής ή δολοφόνος, ή ό,τιδήποτε άλλο θέλει. Το έργο του όμως δεν (πρέπει να) κρίνεται σε αυτή τη βάση.

Ας επιστρέψουμε όμως στο Stockhausen. Μπορεί ένα έργο να είναι έργο τέχνης αν ο δημιουργός του δεν το προόριζε ως τέτοιο; Νομίζω ότι ένα έργο τέχνης λειτουργεί καθαρτήρια στο δημιουργό του. Προκαλεί όμως και συναισθήματα στους αποδέκτες. Επιτρέπεται όμως να προκαλέσει όλα τα πιθανά συναισθήματα; Μπορεί να προκαλεί ευφορία, χαρά, θλίψη, πόνο αλλά μπορεί να προκαλέσει επίσης απέχθεια, αποστροφή, τρόμο;

Προσωπικά δεν έχω απαντήσεις σ'αυτά τα ερωτήματα. Μπορώ όμως να πω ότι αντιμετωπίζω κάθε έργο με βάση το αισθητικό μου κριτήριο, την προσωπική μου αντίληψη της αισθητικής. Και συνεχίζω...

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2007

Σωκράτης Μάλαμας - Τα Διόδια


Στον κόσμο που γεννήθηκα
Τα βρήκα όλα γραμμένα
Πάνω σε βλέφαρα κλειστά
Σε χείλη σφραγισμένα
Γυναίκα ατρύγητη η ζωή
Με βυσσινιά πορφύρα
Δεν έχει ο μόνος πέρασμα
Ήλιο δεν έχει η μοίρα

Πόσες φωτιές στα πέλαγα
Πόσοι ξενιτεμένοι
Ήταν για τα διόδια
Κι όχι για την Ελένη
Στης λησμονιάς το μαγαζί
Μάτια κεριά σβησμένα
Άμα δε λιώσουμε μαζί
Πως θες να γίνουμ' ένα
Πως θες να γίνουμ' ένα

Στο κόσμο που γεννήθηκα
Δε χάραξα πορεία
Τσιγάρο μ' ανεμόχαρτο
Στρίβω στα πρακτορεία
Να δω τον ήλιο ανάστροφα
Και τ' άστρα ζαλισμένα
Να σταματήσω τη στιγμή
Με τα φτερά ανοιγμένα

Πόσες φωτιές στα πέλαγα
Πόσοι ξενιτεμένοι
Ήταν για τα διόδια
Κι όχι για την Ελένη
Στης λησμονιάς το μαγαζί
Μάτια κεριά σβησμένα
Άμα δε λιώσουμε μαζί
Πως θες να γίνουμ' ένα
Πως θες να γίνουμ' ένα

στίχοι: Άλκης Αλκαίος
μουσική: Σωκράτης Μάλαμας

Η Υπέρτατη Τέχνη

Μόλις είχε γυρίσει απ'την τελετή απονομής. Άλλο ένα βραβείο για διακοσμητικό! Η διάθεσή του ήταν πάλι άσχημη. Είχε αναγνωριστεί απ'όλους τους κριτικούς ως ο μεγαλύτερος εν ζωή καλλιτέχνης κι ένας απ'τους 5 κορυφαίους όλων των εποχών, σύμφωνα με κάποιους μάλιστα ο κορυφαίος. Είχε δεχτεί αμέτρητα βραβεία για τα έργα του και την προσφορά του, μάλιστα σε διάφορα καλλιτεχνικά πεδία (ζωγραφική, γλυπτική, αρχιτεκτονική, μουσική, multimedia κλπ). Ήταν επίτιμος καθηγητής σε αμέτρητες έδρες σε πανεπιστήμια ανά την υφήλιο. Είχε γίνει ένα είδος γκουρού στους καλλιτεχνικούς, κι όχι μόνο, κύκλους. Ήταν ο πρόεδρος της οργάνωσης του ΟΗΕ για την προστασία και προώθηση των τεχνών και γενικά ήταν απ'τις πιο αναγνωρίσιμες προσωπικότητες παγκοσμίως.

Κι όμως αυτός ένιωθε λειψός, ανολοκλήρωτος. Τόσα χρόνια προσπαθούσε να καλύψει αυτό το κενό που ένιωσε μέσα του, έψαχνε να βρει νόημα στη ζωή του. Αρχικά ξεκίνησε με σπουδές στη φυσική. Πίστευε ότι ερευνώντας τη φύση θα μπορούσε να βρει κάποιες απαντήσεις, κάποιες ερμηνείες. Μετά από 5 χρόνια εντατικής ενασχόλησης με την έρευνα και κάποιες, σημαντικές για τον επιστημονικό κόσμο, ανακαλύψεις, τα παράτησε. Δεν έβρισκε αυτό που έψαχνε. Τότε στράφηκε στις τέχνες, πρώτα στη μουσική που πάντα τον γοήτευε, έπειτα επεκτάθηκε και στις υπόλοιπες. Το αποτέλεσμα ήταν κάπως καλύτερο. Ήταν στιγμές που κάλυπτε το εσωτερικό κενό, αλλά όχι πλήρως. Με κάθε του δημιουργία ένιωθε να γεμίζει μέρος του κενού, γεγονός που του έδειχνε ότι είναι στο σωστό δρόμο αλλά ήθελε να βρει την έσχατη λύση. Πως θα μπορούσε να πληρώσει εκείνο το μέρος που έμενε πάντα κενό;

Το τελευταίο διάστημα είχε αρχίσει να δουλεύει την έννοια του υπέρτατου έργου τέχνης. Μια δημιουργία που θα δε θα μπορούσε να ενταχθεί σε μια τέχνη αλλά θα τις περιλάμβανε όλες, ή σχεδόν όλες, έτσι ώστε να καλύψει όλες τις πλευρές του κενού του. Δεν είχε καταφέρει όμως να τη φανταστεί, τι θα ήταν και πως θα την πραγματοποιούσε. Ήταν κουρασμένος. Άρχισε να βγάζει τα ρούχα του κι άνοιξε την τηλεόραση για να του αποσπάσει τις σκέψεις. Έπεσε πάνω σε ειδήσεις, έλεγαν για μια μεγάλη παγκόσμια σύνοδο για το περιβάλλον προγραμματισμένη σε 2 χρόνια από σήμερα κι όπου θα λαμβάνονταν σημαντικές αποφάσεις. Δεν είχε όρεξη, την έκλεισε, πέταξε το βραβείο στη βραβειοθήκη του κι έπεσε να κοιμηθεί ελπίζοντας σ'ένα ήρεμο ύπνο, κάτι που δεν είχε βιώσει πολύ καιρό τώρα.

Άνοιξε τα μάτια του. Η κούραση και το κενό ήταν πάλι εδώ. Αλλά κάτι ήταν διαφορετικό. Τις λίγες στιγμές ήρεμου ύπνου είχε ονειρευτεί κάτι. Αλλά τι; Προσπαθούσε να θυμηθεί. Είχε σχέση με κάτι που είχε δει χθες. Ναι, η παγκόσμια σύνοδος για το περιβάλλον. Αλλά γιατί αυτή η σκέψη του έδινε ένα περίεργο συναίσθημα; Και τότε το είδε καθαρά. Είχε ονειρευτεί το ολικό έργο τέχνης που έψαχνε τόσο καιρό. Κι είχε 2 χρόνια για να το σχεδιάσει...

Η ημέρα της συνόδου έφτασε. Τα είχε σχεδιάσει όλα μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια. Γνωρίζοντας πόσο σημαντική θα ήταν αυτή η σύνοδος ήξερε ότι θα πραγματοποιηθούν μεγάλες συγκεντρώσεις παγκοσμίως. Χρησιμοποιώντας την αναγνωρισιμότητα και την επιρροή του άρχισε να καλεί τον κόσμο μέσα από ιστολόγια, φόρα, άρθρα σε εφημερίδες και συμμετοχές σε ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές. Και τους καλούσε να συγκεντρωθούν στα 3 μεγαλύτερα φράγματα του κόσμου, σε Βραζιλία, Κίνα κι Αίγυπτο. Και το κάλεσμά του είχε απήχηση καθώς πάνω από 1,5 εκατομμύριο κόσμος ήταν εκεί. Μέσω του ΟΗΕ είχε καταφέρει να αναλάβει το συντονισμό και τη σκηνοθεσία της εκδήλωσης. Είχε τοποθετήσει οργανώσει ένα είδος κέντρου παρακολούθησης απ'όπου θα λειτουργούσε ως μαέστρος διευθύνοντας το έργο του. Υπήρχαν κάμερες και μικρόφωνα σε καίρια σημεία εδάφους κι αέρος κι όλα κατέληγαν στο κέντρο του απ'όπου θα διοχέτευε εικόνα κι ήχο σε τηλεοπτικά δίκτυα και το διαδίκτυο, πυροτεχνήματα βρίσκονταν στα σωστά σημεία των φραγμάτων. Είχε συνθέσει την κατάλληλη μουσική. Όλα θα περνούσαν απ'τα χέρια του, ήταν υπό τον έλεγχό του. Το μόνο που περίμενε ήταν η έναρξη της συνόδου που θα συνέβαινε σε λίγα λεπτά. Η δημιουργική ταραχή του ήταν στο μέγιστο. Λίγο ακόμη...

Η στιγμή έφτασε. Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ ανέβηκε στο βήμα για να κηρύξει την έναρξη της συνόδου. «Σας καλωσορίζω σήμερα, μια σημαντική ημέρα για τη γη μας». Μόλις άκουσε τα λόγια αυτά πάτησε το διακόπτη. Τεράστιες φλόγες φωτιάς αναδύθηκαν απ'τα φράγματα τα οποία κατέρρεαν απ'τις συντονισμένες εκρήξεις. Η πρώτη αντίδραση χαράς κι ενθουσιασμού του κόσμου νομίζοντας ότι πρόκειται για τα πυροτεχνήματα άρχισε να μετατρέπεται σε προθανάτια αγωνία, σε μια απορία ζωγραφισμένη στα πρόσωπα. Και στις μεγάλες πλατείες ανά τον κόσμο όπου ήταν συγκεντρωμένοι να παρακολουθήσουν από γιγαντο-οθόνες το θέαμα μια κραυγή απόγνωσης και θρήνου. Και στον ΟΗΕ οι ηγέτες αποσβολωμένοι να κοιτούν μην κατανοώντας τι συμβαίνει. Κι αυτός να δημιουργεί, να διοχετεύει εικόνα κι ήχο και μουσική με όλες αυτές τις εικόνες. Και το γλυπτό του να σχηματίζεται προοδευτικά. Οι τόνοι υδάτων να πέφτουν πάνω στους ανθρώπους οδηγώντας τους μαζικά στο θάνατο. Άνθρωποι απ'όλο την υφήλιο κι όλες τις φυλές να σχηματίζουν ορμητικούς χειμάρρους άψυχων κορμιών. Κι αυτός να δημιουργεί και να νιώθει το κενό του να πληρώνεται σιγά-σιγά. Και μετά την καταστροφή, η ηρεμία. 3 λίμνες από 1,5 εκατομμύρια ανθρώπινα σώματα. Κι οι ψυχές τους να τον καταλαμβάνουν, κι η μουσική του να συνοδεύει. Το καφέ νερό άρχισε να γεμίζει με κόκκινες κηλίδες, ένας ζωγραφικός πίνακας εν δημιουργία.

Επιτέλους τα κατάφερε. Γέμισε το κενό του, έστω και παροδικά. Έκατσε στο τραπέζι βάζοντας ένα ποτό να πιει και περίμενε τη σειρά του...

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2007

Παραλλαγές

Επιτέλους κατάφερε να βρει λίγα λεπτά να κάτσει. Πήγε στο γραφείο, εκεί ήταν κι αυτή μόνη της και διάβαζε απορροφημένη. Έκατσε, κοίταξε το ρολόι: 11:17:33. Ένιωθε τόσο κουρασμένος σωματικά, αλλά κυρίως πνευματικά. Ήθελε να περάσει κάποιες στιγμές χωρίς σκέψεις, να αδειάσει το κεφάλι του. Σιγά-σιγά τα κατάφερνε ώσπου την είδε να σηκώνει το κεφάλι και να του χαμογελά. Διαπίστωσε ότι στην προσπάθειά του να αφαιρεθεί είχε αφήσει το βλέμμα του πάνω της. Ένιωσε λίγο αμήχανα και προσπάθησε να σχηματίσει ένα χαμόγελο με τα χείλη του το οποίο μεγάλωσε την αμηχανία του. Εκείνη όμως συνέχισε να του χαμογελά τόσο ζεστά κι αθώα που η αμηχανία του μετατρέπονταν σε οικειότητα, σε έλξη. Ήθελε να την πλησιάσει, να την αγγίξει αλλά δεν τολμούσε.

Τότε εκείνη σηκώθηκε κι ήρθε δίπλα του. Τον ακούμπησε στον ώμο και στη συνέχεια του χάιδεψε τα μαλλιά. Ένιωσε να παραλύει, να το διαπερνά αυτό το ερωτικό ρεύμα που υπερδιεγείρει τις αισθήσεις, χίλιοι μικροί οργασμοί εν αναμονή μιας άλλης αίσθησης. Όταν κατάφερε να πάρει μια ανάσα, γύρισε και την κοίταξε. Ήταν το ίδιο πρόσωπο αλλά αυτός το έβλεπε μέσα απ'το φίλτρο του πάθους. Του χαμογελούσε ακόμη, τα μπλε της μάτια ήταν υγρά από διέγερση και τα μαύρα της μαλλιά χάιδευαν απαλά τα μάγουλά της. Έσκυψε και κάθισε στα πόδια του, πέρασε τα χέρια της στα μαλλιά του και πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό του σε σημείο που ένιωθε την ερωτική ταραχή της στην ανάσα της και τα αναψοκοκκινισμένα της μάγουλα, πρόσκληση σε γιορτή αισθήσεων.

Έκλεισε τα μάτια της και τον φίλησε. Το υγρό της στόμα δότης δροσερών γευστικών ερεθισμάτων κι οι χυμοί του έρωτα να τον πλημμυρίζουν. Κι ένιωσε να γίνονται ένα, να λιώνουν τα σώματά τους και να ενώνονται. Ένας χείμαρρος ερωτικών αισθήσεων. Κι όλα γύρω τους χάθηκαν. Βρέθηκαν να αιωρούνται μέσα σ'ένα λευκό φως, δεν ήξερε αν είχε πεθάνει κι ούτε τον ένοιαζε. Ήθελε να μείνει εκεί για πάντα...

«Άντε, σήκω, έχουμε δουλειά!», ήταν η φωνή του συναδέλφου του απ'το διπλανό δωμάτιο. Κοίταξε το ρολόι: 11:17:34. Αυτή συνέχιζε αφοσιωμένη το διάβασμα αλλά προς στιγμή νόμισε ότι ανέπνεε πιο γοργά. «Ποια είναι άραγε η φαντασιακή χωρητικότητα ενός δευτερολέπτου;», αναρωτήθηκε, κι άφησε ένα μικρό αναστεναγμό για να πάρει κουράγιο να συνεχίσει τη δουλειά. Καθώς σηκωνόταν, έριξε το βλέμμα της επάνω του.

Χαμογελούσε! Τα χείλη και τα μάτια της ήταν ακόμη υγρά...

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2007

Θέλουμε πίσω όσα μας ανήκουν

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2007. Η γενική απεργία της ΓΕΣΕΕ είναι επίκαιρη όσο ποτέ. Η παρουσία όλων επιβεβλημένη όσο ποτέ. 34 χρόνια μετά τη μεταπολίτευση τα πάντα τίθενται υπό διαπραγμάτευση. Τίποτα δεν είναι δεδομένο και τα κεκτημένα έπαψαν να είναι κεκτημένα λόγο της επανάπαυσης. Επιτρέπεται στις κάμερες ρύθμισης της κυκλοφορίας να καταγράφουν πλέον ποιους άραγε ??? Αυτούς που φοράνε κουκούλες στις πορείες ??? Μα πως θα αναγνωρισθούν, αφού φοράνε κουκούλες??? Μήπως σκοπός τους είναι η δημιουργία ενοχών για το μέσω πολίτη ο οποίος κατεβαίνει στο δρόμο να διαμαρτυρηθεί ??? Μήπως ο κάθε ένας από εμάς πρέπει να νιώθει ότι η παρουσία του σε μία πορεία διαμαρτυρίας είναι κάτι παράνομο ???
Τα ασφαλιστικά δικαιώματα είναι επίσης ένα μεγάλο ζήτημα όπου τα πάντα και εδώ μπαίνουν υπό αμφισβήτηση. Ακούμε καθημερινά για βιωσιμότητα ή μη του ασφαλιστικού μας συστήματος. Πως άραγε μπορούμε να συζητάμε για βιωσιμότητα του συστήματος όταν η εισφοροδιαφυγή στο ΙΚΑ αγγίζει το 35% ενώ αυτή του ΤΕΒΕ πλησιάζει το 55% ??? Πως μπορούμε να υπολογίσουμε το χρόνο αντοχής του συστήματος όταν η διαχείριση των αποθεματικών γίνεται με σκανδαλώδη τρόπο από ανίδεους διοικητές ταμείων η οποίοι διορίζονται από την εκάστοτε κυβέρνηση στα πλαίσια της αποκατάστασης των αποτυχόντων να εκλεγούν κατά τις βουλευτικές εκλογές καθώς και άλλων αποτυχημένων ημετέρων. Καμία διαπραγμάτευση για το ασφαλιστικό εάν δεν περιορισθεί η εισφοροδιαφυγή σε λογικά ποσοστά τα οποία δε μπορούν να ξεπερνούν το 3%. Καμία διαπραγμάτευση για το ασφαλιστικό αν δεν υπάρξει ορθή και τεχνοκρατική από πραγματικά γνωρίζοντες διαχείριση των αποθεματικών.
Ξάφνου και έσχατος ανακαλύψαμε στην Ελλάδα ότι η Ολυμπιακή Αεροπορία πρέπει να κλείσει και ότι βαραίνει τον Έλληνα φορολογούμενο. Ποιος όμως ευθύνεται για την κατάσταση αυτή ??? Μήπως αυτοί που τα τελευταία 30 χρόνια αντιλαμβάνονταν τη διακυβέρνηση του τόπου ως νομιμοποίηση για να διορίζουν τους ψηφοφόρους τους???
Και όλα τα παραπάνω είναι κάποια από τα θέματα που αυτό το καιρό μας απασχολούν λόγο επικαιρότητας. Γιατί η αισχροκέρδεια, η ασυδοσία, η αδικία, και η αναξιοκρατία βασιλεύουν με αυξανόμενες τάσεις.
Πίστευα ότι η προσωπική μου συμμέτοχή σε πορείες διαμαρτυρίας είχε παρέλθει την εποχή που έπαψα να είμαι φοιτητής. Δυστυχώς σήμερα συντρέχουν ποιο πολύ από ποτέ οι λόγοι για μα συμμετάσχει κάποιος σε μία πορεία. Όχι υπό τη καθοδήγηση κάποιου ΠΑΜΕ (ή ερχόμαστε) αλλά υπό τη καθοδήγηση του δίκιου μας. Όχι υπό κάποια σημαία που φέρει σφυριά και δρεπάνια αλλά υπό το πανό της αγανάκτησης.
Όλοι τη Τετάρτη 12/12/2007 στη μεγάλη συγκέντρωση της ΓΕΣΕΕ να διεκδικήσουμε πίσω τα κεκτημένα.

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2007

Το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν, το λαπωνίζειν;

Έχει αναλογιστεί κανείς τη σημασία της καρφίτσας στο σημερινό πολιτισμό; Πως έχει καταφέρει να μπει σε στερεότυπες φράσεις, όπως «Δεν πέφτει ούτε καρφίτσα», ή να γίνει μέγεθος αναφοράς (βασικά η κεφαλή της) «μέγεθος κεφαλής καρφίτσας, αλλά και μέγεθος φακής, δραχμής κλπ»; Τι κοινό έχουν οι πατάτες με τις μέντες και γιατί ότι τις κλάνουμε σημαίνει ότι φοβόμαστε; Με τις πατάτες ειδικά θέλει προσοχή, να αποφεύγετε τις χοντρές και καυτές. Γιατί κάποιος μπορεί να πεθάνει απ'τα γέλια και πόσο παίζουν ρόλο σ'αυτό τ'αυγά που του καθαρίζουν; Πως σχετίζονται η κατανόηση με το χριστό; Τι μέγεθος είχαν οι τρύπες των βελονών την εποχή του χριστού; Επίσης, θέλει προσοχή στο πόσο σφίγγουμε τη βίδα. Αν το παρακάνουμε, έχουμε εκρήξεις οργής αλλά δεν πρέπει να την έχουμε και χαλαρή (εδώ οι απόψεις διίστανται), μην ξεχνάμε ότι είναι η ίδια βίδα που συγκρατεί την μπιέλα.

Γιατί όταν σκεφτόμαστε κοιτάμε πάνω δεξιά; Γιατί όταν λέμε ψέμματα ξύνουμε τη μύτη; Γιατί όταν συλλογιζόμαστε τρίβουμε το σαγόνι; Πόσα διαφορετικά σχέδια έχουν οι νιφάδες; Έχουν όλα τα είδη αραχνών 8 πόδια; Υπάρχουν μέλη του ζωικού βασιλείου χωρίς πόδια αλλά με χέρια; Γιατί έχουμε δυο ρουθούνια και πέντε δάκτυλα ανά μέλος; Αν το πράσινο είναι ο Γρηγόρης και το κόκκινο ο Σταμάτης, το πορτοκαλί ποιος είναι; Γιατί ενώ σε κάθε γραφείο σχεδόν υπάρχει τουλάχιστον ένας διακορευτής είναι ανήθικο να διακορεύεις; Έχει φορέσει ποτέ κανείς την απαγορευμένη ζώνη;

Τέλος πρέπει να αποδώσουμε φόρο τιμής (ο οποίος εκπίπτει σε δηλώσεις κάτω των 10,000 ευρώ) σ'αυτούς που έκαναν τη ζωή μας πιο εύκολη με τις ιδέες τους: στυλό με σφαιρίδιο, κλειδί στην κλειδαριά, κορδόνια, καλαμάκι, συνδετήρας, φερμουάρ, μπιντές, χαρτί υγείας, 4 τρύπες στα κουμπιά και φυσικά γραμμές στα τετράδια!

Πριν κλείσω είναι κάτι που ήθελα πολύ καιρό να πω: Κατάρα σ'αυτούς που έφεραν το σουτιέν και τη γραβάτα (σαλιάρα για ενήλικες;) στη ζωή μας! (Αλήθεια είδατε το νέο σουτιέν με την ψεύτικη θηλή ώστε να δίνει την εντύπωση ότι δεν υπάρχει σουτιέν. Σε τι βαθμό το «φαίνεσθαι» μπορεί να μετασχηματιστεί σε «είναι»; Αλλά αυτό θα αποτελέσει θέμα μιας άλλης δημοσίευσης...)

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2007

Thick As A Brick

Really don't mind if you sit this one out.

My words but a whisper -- your deafness a SHOUT.
I may make you feel but I can't make you think.
Your sperm's in the gutter -- your love's in the sink.
So you ride yourselves over the fields and
you make all your animal deals and
your wise men don't know how it feels to be thick as a brick.
And the sand-castle virtues are all swept away in
the tidal destruction
the moral melee.
The elastic retreat rings the close of play as the last wave uncovers
the newfangled way.
But your new shoes are worn at the heels and
your suntan does rapidly peel and
your wise men don't know how it feels to be thick as a brick.

And the love that I feel is so far away:
I'm a bad dream that I just had today -- and you
shake your head and
say it's a shame.

Spin me back down the years and the days of my youth.
Draw the lace and black curtains and shut out the whole truth.
Spin me down the long ages: let them sing the song.

See there! A son is born -- and we pronounce him fit to fight.
There are black-heads on his shoulders, and he pees himself in the night.
We'll
make a man of him
put him to trade
teach him
to play Monopoly and
to sing in the rain.

The Poet and the painter casting shadows on the water --
as the sun plays on the infantry returning from the sea.
The do-er and the thinker: no allowance for the other --
as the failing light illuminates the mercenary's creed.
The home fire burning: the kettle almost boiling --
but the master of the house is far away.
The horses stamping -- their warm breath clouding
in the sharp and frosty morning of the day.
And the poet lifts his pen while the soldier sheaths his sword.

And the youngest of the family is moving with authority.
Building castles by the sea, he dares the tardy tide to wash them all aside.

The cattle quietly grazing at the grass down by the river
where the swelling mountain water moves onward to the sea:
the builder of the castles renews the age-old purpose
and contemplates the milking girl whose offer is his need.
The young men of the household have
all gone into service and
are not to be expected for a year.
The innocent young master -- thoughts moving ever faster --
has formed the plan to change the man he seems.
And the poet sheaths his pen while the soldier lifts his sword.

And the oldest of the family is moving with authority.
Coming from across the sea, he challenges the son who puts him to the run.

What do you do when
the old man's gone -- do you want to be him? And
your real self sings the song.
Do you want to free him?
No one to help you get up steam --
and the whirlpool turns you `way off-beam.

LATER.
I've come down from the upper class to mend your rotten ways.
My father was a man-of-power whom everyone obeyed.
So come on all you criminals!
I've got to put you straight just like I did with my old man --
twenty years too late.
Your bread and water's going cold.
Your hair is too short and neat.
I'll judge you all and make damn sure that no-one judges me.

You curl your toes in fun as you smile at everyone -- you meet the stares.
You're unaware that your doings aren't done.
And you laugh most ruthlessly as you tell us what not to be.
But how are we supposed to see where we should run?
I see you shuffle in the courtroom with
your rings upon your fingers and
your downy little sidies and
your silver-buckle shoes.
Playing at the hard case, you follow the example of the comic-paper idol
who lets you bend the rules.

So!
Come on ye childhood heroes!
Won't you rise up from the pages of your comic-books
your super crooks
and show us all the way.
Well! Make your will and testament. Won't you?
Join your local government.
We'll have Superman for president
let Robin save the day.

You put your bet on number one and it comes up every time.
The other kids have all backed down and they put you first in line.
And so you finally ask yourself just how big you are --
and take your place in a wiser world of bigger motor cars.
And you wonder who to call on.

So! Where the hell was Biggles when you needed him last Saturday?
And where were all the sportsmen who always pulled you though?
They're all resting down in Cornwall --
writing up their memoirs for a paper-back edition
of the Boy Scout Manual.

LATER.
See there! A man born -- and we pronounce him fit for peace.
There's a load lifted from his shoulders with the discovery of his disease.
We'll
take the child from him
put it to the test
teach it
to be a wise man
how to fool the rest.

QUOTE
We will be geared to the average rather than the exceptional
God is an overwhelming responsibility
we walked through the maternity ward and saw 218 babies wearing nylons
cats are on the upgrade
upgrade? Hipgrave. Oh, Mac.



LATER
In the clear white circles of morning wonder,
I take my place with the lord of the hills.
And the blue-eyed soldiers stand slightly discoloured (in neat little rows)
sporting canvas frills.
With their jock-straps pinching, they slouch to attention,
while queueing for sarnies at the office canteen.
Saying -- how's your granny and
good old Ernie: he coughed up a tenner on a premium bond win.

The legends (worded in the ancient tribal hymn) lie cradled
in the seagull's call.
And all the promises they made are ground beneath the sadist's fall.
The poet and the wise man stand behind the gun,
and signal for the crack of dawn.
Light the sun.

Do you believe in the day? Do you?
Believe in the day! The Dawn Creation of the Kings has begun.
Soft Venus (lonely maiden) brings the ageless one.
Do you believe in the day?
The fading hero has returned to the night -- and fully pregnant with the day,
wise men endorse the poet's sight.
Do you believe in the day? Do you? Believe in the day!

Let me tell you the tales of your life of
your love and the cut of the knife
the tireless oppression
the wisdom instilled
the desire to kill or be killed.
Let me sing of the losers who lie in the street as the last bus goes by.
The pavements ar empty: the gutters run red -- while the fool
toasts his god in the sky.

So come all ye young men who are building castles!
Kindly state the time of the year and join your voices in a hellish chorus.
Mark the precise nature of your fear.
Let me help you pick up your dead as the sins of the father are fed
with
the blood of the fools and
the thoughts of the wise and
from the pan under your bed.
Let me make you a present of song as
the wise man breaks wind and is gone while
the fool with the hour-glass is cooking his goose and
the nursery rhyme winds along.

So! Come all ye young men who are building castles!
Kindly state the time of the year and join your voices in a hellish chorus.
Mark the precise nature of your fear.
See! The summer lightning casts its bolts upon you
and the hour of judgement draweth near.
Would you be
the fool stood in his suit of armour or
the wiser man who rushes clear.
So! Come on ye childhood heroes!
Won't your rise up from the pages of your comic-books
your super-crooks and
show us all the way.
Well! Make your will and testament.
Won't you? Join your local government.
We'll have Superman for president
let Robin save the day.
So! Where the hell was Biggles when you needed him last Saturday?
And where were all the sportsmen who always pulled you through?
They're all resting down in Cornwall -- writing up their memoirs
for a paper-back edition of the Boy Scout Manual.

OF COURSE
So you ride yourselves over the fields and
you make all your animal deals and
your wise men don't know how it feels to be thick as a brick.


Jethro Tull

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2007

Jesus on the main line - Mississippi Fred MacDowell


Jesus on the main line, tell Him what you want
Jesus on the main line, tell Him what you want
Jesus on the main line, tell Him what you want
You can call Him up and tell Him what you want

You can call Him up, call Him up and tell Him what you want
You can call Him up, call Him up and tell Him what you want
Call Him up, call Him up and tell Him what you want
Go on, call Him up and tell Him what you want

Hey, Jesus on the main line, tell Him what you want
Jesus on the main line, tell Him what you want
Jesus on the main line, tell Him what you want
Go on, call Him up and tell Him what you want

Hey, if you’re sick and you want to get well, tell Him what you want
Oh, if you’re sick and you want to get well, tell Him what you want
Oh, if you’re sick and you want to get well, tell Him what you want
Go on, call Him up and tell Him what you want

Hey, Jesus on the main line, tell Him what you want
Jesus on the main line, tell Him what you want
Jesus on teh main line, tell Him what you want
You can call Him up and tell Him what you want

His line ain’t never busy, tell Him what you want
His line ain’t never busy, tell Him what you want
His line ain’t never busy, tell Him what you want
Go on, call Him up and tell Him what you want

Hey, Jesus on the main line, tell Him what you want
Jesus on the main line, tell Him what you want
Jesus on the main line, tell Him what you want
You can call Him up and tell Him what you want
You can call Him up and tell Him what you want