Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2007

Τρεις στο δρόμο

Ξαφνικά σηκώθηκαν κι οι τρεις και χωρίς να ανταλλάξουν κουβέντα βγήκαν έξω στο δρόμο κι άρχισαν να περπατάνε ο ένας δίπλα στον άλλο, χωρίς να μιλάνε. Ήξεραν ότι αυτή η ώρα θα έφτανε. Πήραν λοιπόν όλα τους τα λεφτά κι άρχισαν να ακολουθούν τον ένα δρόμο μετά τον άλλο και σταματούσαν μόνο για φαγητό, ξεκούραση κι ύπνο. Δε μιλούσαν ποτέ μεταξύ τους, μόνο κοιτάζονταν σαν συνομιλούσαν σιωπηλά. Κάποιες στιγμές απολάμβαναν μουσική, άλλες πάλι καλό φαγητό με συνοδεία καλού τσίπουρου. Και περπατούσαν...

Κάποια στιγμή έφτασαν στα σύνορα, έδειξαν τα διαβατήριά τους και συνέχισαν με τον ίδιο ρυθμό. Όταν ξεκίνησαν αυτό το ταξίδι, δεν ήξεραν που και πως θα κατέληγε ούτε κι από που θα περνούσαν. Μόνο προχωρούσαν, ακολουθούσαν το δρόμο. Και γνώριζαν νέα μέρη αλλά ποτέ δεν έμεναν. Πέρασε ο καιρός και κάποια στιγμή άρχισε να απλώνεται η φήμη ότι τρεις ταξιδευτές γυρίζουν την υφήλιο με τα πόδια χωρίς να ξέρει κανείς γιατί. Σιγά-σιγά άρχισαν κάποιοι άρχισαν να τους ακολουθούν. Κι από δεκάδες, έγιναν εκατοντάδες και μετά χιλιάδες.

Οι υποθέσεις για τους λόγους αυτής της πορείας έδιναν κι έπαιρναν. Άλλοι έλεγαν ότι πρόκειται για θρησκευόμενους προσκυνητές που με τη σιωπή τους και την απλότητα του ταξιδιού τους θέλουν να δείξουν ότι ο δρόμος για το θείο θέλει απλότητα κι υπομονή. Άλλοι πάλι έλεγαν ότι πρόκειται για οικολόγους που διαμαρτύρονται για την εκούσια καταστροφή της μητέρας γης κι η πεζοπορία τους αποτελεί μήνυμα να περιοριστούν οι εκπομπές καυσίμων. Υπήρχαν κι εκείνοι που έλεγαν ότι βρίσκονται σε αναζήτηση ομορφιάς και γνώσης. Κι άλλες απόψεις, ότι δέχτηκαν μήνυμα από εξωγήινους κι αναζητούν το σημείο προσγείωσης, ότι είναι τρελλοί, ότι επιδιώκουν τη δημοσιότητα κλπ. Ο καθένας είχε και τη δική του άποψη για τους λόγους αυτής της πορείας. Και τα βράδια όταν οι τρεις φίλοι μας σταματούσαν για να κοιμηθούν, οι συζητήσεις των ακολούθων άναβαν περί φιλοσοφίας, οικολογίας, θρησκείας, πολιτικής κλπ. Κι έφτασε μια στιγμή όπου τα λεφτά τους τελείωσαν. Αλλά δεν έμεινα χωρίς φαγητό, οι ακόλουθοί τους φρόντιζαν γι'αυτό.

Και πέρασε ο καιρός. Ώσπου, μια ημέρα καθώς πλησίαζε η δύση του ήλιου, είδαν στο βάθος του ορίζοντα ένα δέντρο. Κι ήξεραν ότι έφτασαν στο τέλος της διαδρομής τους. Διότι εκεί πάνω στο δέντρο με φόντο το δύοντα ήλιο ήταν αυτό που έψαχναν. Γύρισαν και για πρώτη φορά μίλησαν προς τους ακόλουθούς τους: «Η πορεία μας έφτασε στο τέλος. Ευχαριστούμε για την παρέα και τη βοήθειά σας αλλά είναι καιρός να πάτε στα σπίτια σας». Και ξεκίνησαν για το δέντρο με τους ακόλουθους να τους κοιτούν αποσβολωμένοι και να αρχίζουν να αποχωρούν ώσπου δεν έμεινε κανείς. Κι αυτοί έφτασαν στο δέντρο. Πάνω στο δέντρο καθόταν ένας κούκος. «Σας περίμενα από καιρό» τους είπε.

Κι έμειναν τρεις κι κούκος!

3 σχόλια:

Vasilis είπε...

Πολύ καλό!!!!

Παρατήρησα ότι αυτό και το προηγούμενο άρθρο έχουν ώρα ανάρτησης 13:13. Επίτηδες το κάνεις βρε γκαντέμη;

Νίκος Τσαχουρίδης είπε...

Ευχαριστώ!

Είναι η ώρα που έχω έμπνευση...

chmarni είπε...

Μετά τα παλούκια τα 13-άρια. Είναι και αυτό μία πρόοδος !!!