Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2007

Επιτέλους διακοπές

Επιτέλους διακοπές. Θα είχε την ευκαιρία να περάσει λίγες ημέρες ξεγνοιασιάς με τους αγαπημένους του φίλους. Ένιωθε τυχερός που είχε όχι έναν, αλλά τρεις πραγματικούς φίλους σ'αυτή τη ζωή. Τρία αγόρια, μια κοπέλα, μια παρέα αχώριστη τα τελευταία χρόνια. Ζούσαν μαζί τις χαρές και τις λύπες, μοιράζονταν τις όμορφες στιγμές της ζωής κι ήταν ικανοποιημένοι που είχαν ο ένας τον άλλο. Και νάτοι τώρα μέσα στο αυτοκίνητο, έτοιμοι για νέες περιπέτειες. Καθώς ήταν η σειρά του να οδηγήσει, ήταν κι αυτός που επέλεξε την μουσική. Μπορεί να μην είχαν τα ίδια γούστα αλλά μοιράζονταν την ίδια αισθητική κι έτσι εκτιμούσαν τις επιλογές αλλήλων. Πλησίαζε το σούρουπο και μόλις είχαν αρχίσει οι διακοπές. Η ευφορία διάχυτη μέσα στο αυτοκίνητο, οπότε όταν τον είδε και συνειδητοποίησε τι έκανε ήταν πλέον αργά. Προσπάθησε να τον αποφύγει αλλά δεν τα κατάφερε. Ξέφυγε απ΄την πορεία του, κατηφόρισε την πλαγιά και σταμάτησε απότομα σ'ένα δένδρο...

Είχε καιρό να βρεθεί σε καζίνο. Μετά από πολύχρονη θεραπεία είχε καταφέρει να αποβάλλει το πάθος του. Και τώρα πλησίαζαν οι εορτές. Μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό του μια μικρή παρεκτροπή. Λίγο, έτσι για να ξαναθυμηθεί την υπέροχη εκείνη αίσθηση. Κάθισε στο τραπέζι του μπλακ τζακ κι άρχισε να παίζει. Το ζεστό, ειλικρινές χαμόγελο της κρουπιέρισσας επιβεβαίωσε την επιλογή του. Καθώς περνούσε η ώρα κέρδιζε όλο και περισσότερα, κι η κρουπιέρισσα ακόμη χαμογελούσε. Ήξερε ότι η γυναίκα του θα θύμωνε αλλά τουλάχιστον όταν τις έδειχνε τα κέρδη θα μαλάκωνε, ειδικά βλέποντας ότι δεν έχασε τον έλεγχο. Αλλά τι γίνεται, εδώ και 2-3 γύρους χάνει; Δεν πειράζει είχε ακόμη αρκετά κέρδη οπότε σκέφτηκε να συνεχίσει για ακόμη λίγο. Αλλά συνεχώς έχανε, τα κέρδη του μειώνονταν σημαντικά. Τι είχαμε, τι χάσαμε σκέφτηκε και συνέχισε ώσπου έφτασε στα ίσα του. Σύμφωνα με όσα είχε ζήσει τα προηγούμενα χρόνια αλλά και τις ατέλειωτες ώρες θεραπείας ήξερε ότι τώρα έπρεπε να σταματήσει. Αλλά τι διάολο, ας το απολαύσει λίγο ακόμη. Κι όλο έχανε, και το χαμόγελο της κρουπιέρισσας γινόταν ολοένα κι πιο κρύο, πιο διστακτικό. Κι ήταν σαν κάτι να ήθελε να του πει, αλλά δε μιλούσε, μόνο μοίραζε τα φύλλα. Ώσπου έφτασε να χάσει όλες τις αποταμιεύσεις τους. Μα τι είχε κάνει; Πως θα επέστρεφε τώρα στην οικογένεια του, πως θα τους ανακοίνωνε ότι, για μια ακόμη φορά, πέταξε και το τελευταίο ευρώ λόγω του πάθους του; Όχι δεν μπορούσε να τους το κάνει αυτό. Η μόνη του επιλογή ήταν να συνεχίσει να παίζει για να τα ξανακερδίσει. Και ζήτησε να βάλει υποθήκη του σπίτι του. Το χαμόγελο της κρουπιέρισσας γέμισε τώρα με τρόμο αλλά πάλι δεν είπε τίποτα. Κι έχασε και το σπίτι. Έδωσε την τελευταία μάρκα στην κρουπιέρισσα κι έφυγε απ'το καζίνο. Ο κρύος αέρας τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Αυτήν τη φορά είχε πάει πολύ μακριά. Είχε καταστρέψει την οικογένειά του. Μόνο μια λύση έβλεπε: να έβαζε τέλος στη ζωή του. Έτσι, αφενός μεν θα είχε την επιλογή η οικογένεια να αποποιηθεί την κληρονομιά και να γλυτώσει το σπίτι, αφετέρου θα την απάλλασσε μια και καλή απ'την καταστροφική του παρουσία. Άρχισε να κατηφορίζει, περπατούσε αρκετές ώρες όταν βρήκε το θάρρος. Στάθηκε στην άκρη του δρόμου και περίμενε το πρώτο αυτοκίνητο που θα περνούσε. Κι όταν αυτό εμφανίστηκε έπεσε στις ρόδες του. Ο οδηγός του προσπάθησε να τον αποφύγει αλλά ευτυχώς δεν τα κατάφερε. Έμεινε ακίνητος στην άσφαλτο, ένιωθε τη ζωή να τον εγκαταλείπει. Επιτέλους θα πρόσφερε κάτι στην οικογένειά του...

Όταν συνήλθε ήταν ήδη νύχτα. Προς στιγμή νόμισε ότι δεν είχε ανοίξει τα μάτια αλλά στην πραγματικότητα ήταν το σκοτάδι που ήταν πολύ πυκνό. Τι είχε συμβεί; Θυμήθηκε τότε τον άνθρωπο που χτύπησε. Βγήκε απ'το αυτοκίνητο κι άρχισε να ανεβαίνει την πλαγιά ώσπου έφτασε στο δρόμο. Τον είδε εκεί, ακίνητο μέσα σε μια λίμνη αίματος, χωρίς σφυγμό. Ήταν νεκρός. Είχε σκοτώσει έναν άνθρωπο και θα έπρεπε να ζήσει μ'αυτό. Προσπάθησε να θυμηθεί πως είχε γίνει. Είχε την εντύπωση ότι αυτός ο άνθρωπος είχε πέσει μπροστά στο αυτοκίνητο. Ακόμη κι έτσι όμως, τον είχε σκοτώσει. Ίσως αν ήταν πιο προσεκτικός, αν δεν είχε αφαιρεθεί με τους φίλους του... Οι φίλοι του, που ήταν; Πήρε τρέχοντας την πλαγιά κι όταν έφτασε στο αυτοκίνητο τους αντίκρυσε εκεί και τους τρεις, νεκρούς. Όχι, δεν μπορεί. Ένιωθε να χάνεται, ο πόνος τον πλημμύριζε, γιατί; Γιατί δεν πέθανε κι αυτός μαζί τους; Έπεσε στα γόνατα κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς σιωπηρούς. Κι έκλαιγε ώρες πολλές. Ώσπου σηκώθηκε, εκτός πραγματικότητας πλέον, σε κατάσταση σοκ κι άρχισε να περιπλανιέται. Βρήκε κάτι χαλάσματα κι έπεσε και κοιμήθηκε. Όταν ξύπνησε, είχε ξημερώσει. Δε θυμόταν τίποτα αλλά πονούσε, πονούσε στην καρδιά του, στην ψυχή του. Και συνέχισε να περιπλανιέται σα ζωντανός νεκρός μέσα στην ερημιά. Χωρίς να θυμάται, χωρίς να αισθάνεται τίποτα άλλο πέρα απ'τον πόνο. Κι ήρθε η νύχτα, και μετά η αυγή. Κι αυτός περπατούσε χωρίς να ξέρει που πηγαίνει. Κάποια στιγμή η πορεία του σταμάτησε γιατί έφτασε στο Μεγάλο Κανάλι. Ο δρόμος ευθεία ήταν γκρεμός. Κι εκεί απέναντι, την είδε, μ'ένα μωρό στην αγκαλιά της να στέκεται στην άκρη του γκρεμού μ'ένα βλέμμα απλανές. Τότε τα θυμήθηκε όλα, τον άνθρωπο που έπεσε στις ρόδες του, τους φίλους του νεκρούς μέσα στο αυτοκίνητο κι αυτός να συνεχίζει να ζει. Μια κενή ζωή. Έφερε στο μυαλό του τις τελευταίες τους στιγμές στο αυτοκίνητο. Πονούσε τόσο πολύ κι ήταν έτοιμος να πέσει όταν... Μα τι κάνει, θα πέσει, κι έχει και το μωρό στα χέρια...

Ήταν χαρούμενη κι αυτό φαινόταν στο χαμόγελό της. Ευτυχώς είχαν δεχτεί την αίτησή της για άδεια κι έτσι θα μπορούσε να περάσεις τις εορτές με την κορούλα της. Μια βραδιά υπομονή ακόμη κι από αύριο λίγες ημέρες ξεκούρασης. Τον είδε τότε που μπήκε στην αίθουσα και κατευθύνθηκε προς το τραπέζι της. Ήταν κι αυτός χαρούμενος. Κάθισε, έβαλε τις μάρκες μπροστά του κι άρχισε να παίζει. Κι αυτή του μοίραζε φύλλα. Και του χαμογελούσε καθώς σκεφτόταν την κόρη της. Περνούσε έτσι ευχάριστα η ώρα. Αυτός στην αρχή κέρδιζε αλλά ώρα με την ώρα άρχισε να τα χάνει και πάλι. Ώσπου έχασε όλα τα κέρδη του. Αλλά συνέχιζε να παίζει και να χάνει. Σκεφτόταν να του μιλήσει, να του πει να σταματήσει, να γυρίσει στην οικογένειά του όσο ήταν ακόμη καιρός. Αλλά της έρχονταν συνεχώς στο μυαλό οι εντολές του αφεντικού της «όσο κι αν χάνουν δε θα τους εμποδίσεις ποτέ να παίξουν», και δεν τολμούσε να βγάλει λέξη. Αυτός όλο κι έχανε, κι όταν εξαφάνισε τις αποταμιεύσεις του αποφάσισε να βάλει υποθήκη το σπίτι του. Ήταν έτοιμη να του μιλήσει όταν είδε το αφεντικό της να την κοιτά. Κι απλά χαμογέλασε. Και τα έχασε όλα. Της άφησε την τελευταία μάρκα του κι έφυγε. Γιατί δεν του μίλησε; Τώρα αυτός ο άνθρωπος καταστράφηκε, και κατέστρεψε την οικογένειά του, κι αυτή έφερε μερίδιο της ευθύνης. Προσπάθησε να μην το σκέφτεται, τελείωσε τη βάρδιά της και επέστρεψε επιτέλους σπίτι. Η μικρούλα της κοιμόταν γλυκά. Την πήρε αγκαλιά και σκέφτηκε πόσο τυχερή είναι που την έχει. Για μια στιγμή θυμήθηκε πάλι τον άτυχο άνδρα κι οι τύψεις επέστρεψαν αλλά μόνο στιγμιαία, διότι με την κόρη της τίποτα δεν μπορούσε να της χαλάσει την ευτυχία. Ξεντύθηκε κι έπεσε να κοιμηθεί. Το επόμενο πρωί σηκώθηκε και βάλθηκε να ετοιμάζει πρωινό, έχοντας ανοίξει την τηλεόραση όταν άκουσε την είδηση: άνδρας, ο οποίος έχασε την περιουσία του στο καζίνο, αυτοκτόνησε πέφτοντας στις ρόδες αυτοκινήτου, το οποίο στην προσπάθεια να τον αποφύγει έφυγε απ'το δρόμο και καρφώθηκε σ'ένα δένδρο στην πλαγιά. Αποτέλεσμα: 4 νεκροί κι οδηγός του αυτοκινήτου να αγνοείται. Τα πιάτα έφυγαν μέσα απ'τα χέρια της και κόπηκαν τα γόνατά της. Τόσοι άνθρωποι νεκροί επειδή αυτή δεν τόλμησε να αρθρώσει μια κουβέντα, να τον εμποδίσει να χάσει όλα του τα λεφτά. Αδυνατούσε να δεχτεί ότι ευθύνονταν για το θάνατο τόσων λόγω της (μη) πράξης της, πήγε στο μπάνιο και βρήκε τα υπνωτικά χάπια της γιαγιάς της που είχε αφήσει πριν πεθάνει. Άδειασε όλο το κουτί, πήγε στο δωμάτιό της, ξάπλωσε δίπλα στην κόρη της κι έκλεισε τα μάτια της. Όταν τα ξανάνοιξε ήταν πάλι ημέρα. Είδε το ρολόι, είχαν περάσει 24 ώρες. Τι είχε κάνει; Και που θα άφηνε την κόρη της; Τότε ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου της, πήρε αγκαλιά τη μικρή κι έφυγε. Αφού έφτασε στο σημείο που έψαχνε, κατέβηκε κι άρχισε να προχωρά στην ερημιά, όταν μετά από διαδρομή μιας ώρας κατέληξε στο τέλος του δρόμου της, μπροστά στο Μεγάλο Κανάλι και στάθηκε ακίνητη. Μετά από λίγα λεπτά τον είδε να εμφανίζεται στην απέναντι άκρη. Άλλη μια χαμένη ψυχή που ψάχνει τη λύτρωση στο θάνατο, σκέφτηκε κι έκανε το βήμα στο κενό. Λίγο πριν αρχίσει την καθοδική της πτήση νόμισε πως τον είδε να ξυπνά από λήθαργο και να της φωνάζει.

Αλλά ήταν ήδη αργά. Η πορεία της προς το θάνατο ήταν πλέον χωρίς επιστροφή. Τότε βούτηξε κι αυτός να τη συναντήσει στα κρύα, μαύρα νερά το Καναλιού...

2 σχόλια:

Vasilis είπε...

Πολύ ωραία η διασύνδεση των 3 ιστοριών, αλλά αυτή η τραγικότητα βρε παιδί μου είναι αφόρητη.

Νίκος Τσαχουρίδης είπε...

Η τραγικότητα φίλε μου είναι πηγή δημιουργίας. Αν φτάνει λοιπόν να γίνει αφόρητη τότε μια σημαντική δημιουργία επίκειται.

Βέβαια μετά από αρκετά λίτρα κρασί μπορώ να λέω ότι θέλω...