Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2008

Η Γάτα

Ήταν καιρός τώρα που ήξερε ότι τον παρακολουθούν. Είχε δει τις σκιές να εξαφανίζονται στις γωνίες, ανθρώπους να αλλάζουν ή να σταματούν απότομα τη συζήτηση μόλις πλησίαζε, είχε ακούσει τα βήματά τους από πίσω του, τους περίεργους ήχους στο τηλέφωνο, τους ψιθύρους που τον ακολουθούσαν. Όμως έπαιρνε τα μέτρα του, πήγαινε πάντα σε μέρη με πολύ κόσμο, είχε βάλει συναγερμό στο διαμέρισμά του. Ήταν πάντα σε εγρήγορση αλλά δεν τους φοβόταν. Το τελευταίο διάστημα όμως τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Παρατήρησε ότι φίλοι και γνωστοί του ήταν κι αυτοί στην ομάδα παρακολούθησης, έβρισκε έπιπλα και πράγματα μετακινημένα μέσα στο σπίτι, έστω κι ελάχιστα, τα πόδια ενός τραπεζιού λίγα χιλιοστά εκτός θέσης, η οδοντόβουρτσά του μισάνοιχτη κλπ. Ακόμη και περίεργα παιχνιδίσματα της εικόνας της τηλεόρασης, μάλιστα κάποιες φορές στιγμιαία μιλούσαν γι'αυτόν. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Τους ένιωθε να μπαίνουν στο μυαλό του, να διαβάζουν τις σκέψεις του στην αρχή, να τις κλέβουν αλλά και να τις διαμορφώνουν στη συνέχεια. Πλέον δεν μπορούσε να εμπιστευτεί κανένα, κανέναν εκτός από εκείνη. Εκείνη ήταν πάντα δίπλα του και του συμπαραστέκονταν, όσο περίεργες κι αν τις φαίνονταν οι απόψεις του. Ευτυχώς που την είχε ακόμη κοντά του.

Εκείνο το πρωινό είχε ξυπνήσει κουρασμένος και σε πολύ άσχημη διάθεση. Δεν είχε κοιμηθεί σχεδόν καθόλου καθώς μπορούσαν πλέον να μπαίνουν και στα όνειρά του. Δεν ήξερε τι να κάνει. Μια απελπισία τον κυρίεψε, ήξερε ότι εκείνη την ημέρα κάτι θα γίνει, κάτι θα προσπαθούσαν. Πήγε στην κουζίνα, έβγαλε το μεγάλο μαχαίρι που είχε, κάθισε στο τραπέζι και περίμενε. Καθόταν εκεί ακίνητος, προσπαθώντας να μπλοκάρει τις επιθέσεις τους στο μυαλό. Κάποια στιγμή είδε μια γάτα να μπαίνει στο δωμάτιο, να περπατά αργά περνώντας από μπροστά του. Σταμάτησε στη μέση της διαδρομής, γύρισε, τον κοίταξε και του είπε: «Ετοιμάσου, έρχονται. Μην εμπιστεύεσαι κανένα!», και συνέχισε βγαίνοντας απ'το δωμάτιο. Κι αυτός ακίνητος περίμενε. Μετά από κάποιες ώρες ήρθε αυτή. Τον περίμενε απ'το πρωί κι όταν δεν εμφανίστηκε ήρθε και τον είδε να κάθεται με τα δυο χέρια πάνω στο τραπέζι κι εκεί μπροστά του το μαχαίρι. Φάνηκε η ανησυχία στο βλέμμα της. Όταν την είδε ο φόβος του άρχισε να μαλακώνει, τουλάχιστον ήταν αυτή μαζί του. Τον πλησίασε και άπλωσε το χέρι της στον ώμο του. «Τι συμβαίνει, τι έχεις;» του είπε κι η φωνή τον ηρέμησε ακόμη περισσότερο αλλά δεν ήταν έτοιμος να της μιλήσει ακόμη. Αυτή κάθισε δίπλα του: «Τι έχεις, μίλησέ μου σε παρακαλώ, άνοιξέ μου την καρδιά σου» του είπε και τότε αυτός κατάλαβε. Ήξερε ότι την είχε χάσει πλέον. Σηκώθηκε και με μια απότομη κίνηση έπιασε το μαχαίρι και το κάρφωσε στο στήθος του ανοίγοντάς το και βγάζοντας την καρδιά του, την άνοιξε στη μέση και της την πρόσφερε:

«Ορίστε, σου άνοιξα την καρδιά μου!» είπε κι έπεσε στα πόδια της.

Δεν υπάρχουν σχόλια: