Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2008

Industrial Sunset

Κοιτούσε συνεπαρμένος το ηλιοβασίλεμα. Όπως κάθε μέρα από τότε που μπορούσε να θυμηθεί τον εαυτό του, μετά το τέλος της βάρδιάς του, και πριν πάρει το δρόμο για το σπίτι, στεκόταν πάνω στο λόφο παρακολουθώντας, ζώντας τη δύση του ηλίου. Είχε εξελιχθεί σε πνευματική τελετουργία. Κοιτούσε και νοσταλγούσε. Νοσταλγούσε μια ζωή που δεν έζησε ποτέ. Είναι δυνατό να νοσταλγεί κανείς κάτι που δεν έχει βιώσει; Κι όμως κάθε μέρα στεκόταν εκεί, άλλοτε κλαίγοντας, άλλοτε γελώντας, αναπολώντας τη ζωή που δεν υπήρξε, τις αναμνήσεις που δεν είχε, τις εμπειρίες που δεν ένιωσε. Παλαιότερα προσπαθούσε να καταλάβει γιατί συνέβαινε αυτό εφόσον ζούσε μια ζωή γεμάτη κι ευτυχισμένη. Ήταν παντρεμένος με μια γυναίκα που λάτρευε, που εξακολουθούσε να λατρεύει, κάθε έκφρασή της, κάθε σημείο του σώματός της, κάθε λέξη που έβγαινε απ'τα χείλη της, κάθε κίνησή της, κάθε μικρό της ελάττωμα. Μια γυναίκα που του'χε χαρίσει 2 υπέροχα παιδιά που είχαν δώσει άλλο νόημα στη ζωή του. Είχε τους φίλους του, 2 πολύ καλούς φίλους με τους οποίους μπορούσε να μοιραστεί τα πάντα. Είχε μια σταθερή δουλειά, μ'ένα ικανοποιητικό εισόδημα που του επέτρεπε να μην έχει οικονομικά προβλήματα και να ζει άνετα. Είχε το χρόνο να ασχολείται με τα χόμπι του, τη μουσική και το διάβασμα.

Τώρα πλέον δεν το σκέφτονταν. Το είχε αποδεχτεί και κάθε μέρα επαναλάμβανε την ίδια διαδρομή που τον έφερνε στο λόφο. Και περίμενε το ηλιοβασίλεμα, απολαμβάνοντας αυτό το παιχνίδι των χρωμάτων λίγο πριν κοιμηθεί ο ήλιος και χαθεί κάθε χρώμα, με παράλληλη μουσική υπόκρουση το θόρυβο των μηχανών του εργοστασίου πίσω του. Το μουσικό βίντεο της νοσταλγίας του, μιας νοσταλγίας της λήθης, της φαντασίας ή της επερχόμενης μνήμης; Δεν τον ένοιαζε πλέον, απλά το ζούσε. Ξαφνικά φύσηξε ένα απαλό αεράκι κι ένιωσε κοντά του μια παρουσία. Γύρισε και την είδε, λίγα μέτρα πιο πέρα. Τα μαύρα της μαλλιά κυμάτιζαν στο ρυθμό του ανέμου κι είχε κι αυτή την ίδια έκφραση νοσταλγίας στο βλέμμα της, στα υγρά μαύρα μάτια της. Ένιωσε μια ακατανίκητη έλξη και προχώρησε προς το μέρος της. Πριν προλάβει να της απευθύνει το λόγο, τον κοίταξε στα μάτια και του είπε: «Δεν είναι υπέροχο αυτό το παιχνίδισμα των χρωμάτων λίγο πριν κοιμηθεί ο ήλιος;» Μια περίεργη, απόκοσμη αίσθηση τον κυρίευσε. Είναι δυνατό να έχει μπροστά του μια αδελφή ψυχή; Δεν είχε το χρόνο να το σκεφτεί γιατί την είδε να τον πλησιάζει, χωρίς αυτός να έχει τη δυνατότητα να κινηθεί, και τα χείλη της άγγιξαν στιγμιαία τα δικά του. Όταν αποτραβήχτηκε πίσω έβλεπε τον εαυτό του σα σε καθρέπτη. Μετά την αρχική σύγχυση διαπίστωσε ότι βρισκόταν πλέον μέσα στο σώμα της. Είδε τότε να του μιλά με τη φωνή του:

- Μπορείς τώρα να ξεκινήσεις την αναζήτηση της ζωής που νοσταλγείς κι εγώ θα μείνω εδώ διατηρώντας ζεστή τη θέση σου, φροντίζοντας την οικογένειά σου.
- Ποια είσαι;
- Όταν θα έχεις ολοκληρώσει αυτήν την αναζήτηση, θα είμαι εδώ και θα σε περιμένω.
- Ποια είσαι;
- ...

Ο ήλιος είχε ήδη κοιμηθεί. Κατηφόρισε, αλλά αυτή τη φορά όταν έφτασε στο σταυροδρόμι, αφού κοίταξε το δρόμο που οδηγούσε στο σπίτι του μια τελευταία φορά, γύρισε και πήρε τον άλλο δρόμο. Και το ταξίδι ξεκίνησε...

1 σχόλιο:

angeliki είπε...

Re su Niko,merikes istories tis afineis pano sto kalutero,en anamoni tis sunecheias...