Παρασκευή, 29 Φεβρουαρίου 2008

Αίσθημα Εφορίας

Μια καινούργια ημέρα είχε ξεκινήσει κι ο αστυνόμος Ντελώμπ ετοιμαζόταν να την απολαύσει όπως της άξιζε. Κάτι που γι'αυτό σήμαινε να απολαύσει απερίσπαστος τον πρωινό καφέ με το αγαπημένο του κρουασάν. Εκείνο το πρωινό αποφάσισε μάλιστα να προσθέσει στο μενού του το χυμό από το πορτοκάλι που του έδωσαν κάποτε κάποιες Ελπίδες. Και φυσικά το απαραίτητο τσιγάρο, ο καρκίνος της ζωής όπως το ονόμαζε. «Ένας καρκίνος την ημέρα το γιατρό τον κάνει πέρα» συνήθιζε να απαντά στους συναδέλφους του και λοιπούς παρατρεχάμενους όταν του έκαναν παρατηρήσεις και του έδιναν συμβουλές σ'αυτό το θέμα, περιμένοντας εκείνο το οργισμένο βλέμμα που του έφτιαχνε τη διάθεση. Το τελευταίο διάστημα είχε βρει κι ένα νέο χόμπι (το χόμπιτ το έψαχνε ακόμη), έκανε συλλογή τα νέα πακέτα τσιγάρων με τις φωτογραφίες πνευμόνων με καρκίνο, βουλωμένων αρτηριών κλπ. Μάλιστα τα έβαζε σ'ένα έπιπλο σε εμφανές σημείο στο σαλόνι του, ως μια μόνιμη έκθεση για τους επισκέπτες του που την ονόμαζε «Στον Αστερισμό του Καρκίνου» και μικροσκοπικά λαμπάκια φώτιζαν κάθε πακέτο.

Αφού πρόσθεσε ένα ακόμη πακέτο στην έκθεσή του, πήρε το καπέλο του και κίνησε για την εφορία. Αυτός ήταν κι ο λόγος που η σημερινή ημέρα προβλεπόταν ευχάριστη γι'αυτόν. Σε αντίθεση με όλους σχεδόν τους υπόλοιπους ανθρώπους (με εξαίρεση ίσως τον υπουργό των Οικονομικών), αυτός πάντα περίμενε εναγωνίως αυτήν την ημέρα που θα πήγαινε στην εφορία διότι αυτό του προκαλούσε ευφορία. Μπήκε μέσα και προς μεγάλη του ευχαρίστηση η ουρά ήταν τεράστια. Με βάση τους υπολογισμούς του, και δεν έπεφτε ποτέ έξω, θα ήταν εκεί μέχρι τις πρώτες απογευματινές ώρες. Και για να απολαύσει καλύτερα αυτές τις στιγμές ε(υ)φορίας, άναψε ένα τσιγάρο αλλά δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την πρώτη τζούρα του όταν άκουσε από πίσω του μια κραυγή. Ένα σαρδόνιο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του κι ετοιμάστηκε να εκτοξεύσει ένα εξοργιστικό σχόλιο στη φεμινίστρια-αντικαπνίστρια που έκραξε. Γυρίζοντας όμως είδε πολύ κόσμο μαζεμένο στην είσοδο ενός διπλανού γραφείου. Νιώθοντας το γνωστό ελαφρό τρεμόπαιγμα του αριστερού του βλεφάρου που σήμαινε ότι θα έπρεπε να ξεχάσει τις ευφορικές στιγμές για σήμερα, πήγε προς τα εκεί.

- Τι τρέχει εδώ; είπε ανοίγοντας δρόμο εκπνέοντας τον καπνό απ'το τσιγάρο του.
- Ποιος είστε κύριε; Και γιατί καπνίζετε εδώ μέσα;
- Αστυνόμος Θεόδωρος Ντελώμπ, είπε κι έδειξε την ταυτότητά του με μια κίνηση που του προκαλούσε δυσφορία κι είχε ορκιστεί στον εαυτό του ότι δε θα την ξανακάνει, γιατί κάπνιζα κι εκεί έξω. Τι συμβαίνει;
- Ο προϊστάμενος, στη μέση της φράσης του...
- Τι έλεγε;
- Ορίστε;
- Τι έλεγε κυρία μου ο προϊστάμενός σας;
- ... «Πρέπει η διάρκεια μιας υποθήκης...»
- Μμμ! Και μετά τι έγινε;
- Μετά ένιωσε μια δυσφορία κι έπεσε νεκρός πάνω στο γραφείο.
- Διάολε, ποιος προσπαθεί να βάλει τη δυσφορία μέσα στις εφορίες;
- Τι είπατε;
- Πάνω στην υποθήκη;
- Απ'ότι φαίνεται, ναι.

Το αριστερό του βλέφαρο δε σταμάτησε να χορεύει όλην αυτήν την ώρα. Δυο συμπεριφορές που είχαν εμφανιστεί νωρίς στη ζωή του. Η πρώτη ήταν αυτός ο χορός του βλεφάρου όταν βρισκόταν μπροστά σ'ένα πρόβλημα που απαιτούσε λύση, την οποία συνήθως έδινε αυτός. Κάτι που τον οδήγησε στην ακαδημία επιθεωρητών της αστυνομίας. Η δεύτερη ήταν όταν διαπίστωσε ότι του άρεσε να ζει την κυριολεξία. Έτσι όταν ήταν έκτη δημοτικού και του ζήτησαν οι γονείς του να πάει στην τελετή της Θείας Κοινωνίας, να φάει το αντίδωρο και να πιει το κρασί η αρχική του αντίδραση ήταν να πει ότι προτιμά το δώρο. Όταν μετά τις πιέσεις των γονέων πήγε τελικά στην εκκλησία, φτάνοντας η σειρά του μπροστά στον παπά ανεφώνησε: «Αυτή δεν είναι η θεία Κοινωνία αλλά ο θείος Πέτρος, ο αδελφός του μπαμπά» κι αφού έφτυσε τη μεταλαβιά, έφυγε και δεν ξαναπάτησε το πόδι του σε εκκλησία.

Ήταν σίγουρος λοιπόν ότι τώρα κάτι δεν κολλούσε σ'αυτήν την υπόθεση. Και θυμήθηκε ότι πριν από λίγες ημέρες διαβάζοντας τις κηδειολογίες (μια απ'τις αγαπημένες του ασχολίες στο υπηρεσιακό συμβούλιο της Πέμπτης) στην εφημερίδα είχε διαβάσει για το θάνατο ενός εφοριακού. Πήρε αμέσως τηλέφωνο το συνεργάτη του:

- Αστυνόμος Αιμίλιος Ζυμά, λέγετε.
- Ποιος λέγεται;
- Καλημέρα αστυνόμε, σήμερα είναι ημέρα εφορίας, τι συμβαίνει;
- Ψάξε αμέσως να βρεις όλους τους θανάτους εφοριακών ή ατόμων που πέθαναν μέσα σε μια εφορία των τελευταίων 6 μηνών.
- Μα γιατί αστυνόμε, τι τρέχει;
- Μόλις πέθανε κάποιος εδώ.
- Φόνος;
- Έμφραγμα μάλλον.
- Ε, τότε;
- Χορεύει το αριστερό μου βλέφαρο...
- Ω, όχι πάλι!

Μετά από τόσα χρόνια συνεργάτες ο αστυνόμος Ζυμά ήξερε τι σημαίνει αυτό. Όταν τον είχαν αναθέσει ως συνεργάτη του Ντελώμπ νόμισε ότι πρόκειται για τιμωρία καθώς είχε τη φήμη ενός περίεργου κι δύστροπου επιθεωρητή της αστυνομίας που δεν είχε στεριώσει συνεργάτη γιατί κανείς δεν τον άντεχε. Στην πορεία ανακάλυψε ότι πρόκειται για τον καλύτερο επιθεωρητή που είχε ποτέ το σώμα. Κι όταν έφτασε να συνηθίσει τις ιδιαιτερότητές του η σχέση τους άνθισε. Και μπορεί κάθε ημέρα να ήταν και μια καινούργια έκπληξη αλλά με τον καιρό άρχισε να του αρέσει, αν και ποτέ δεν το έδειξε ξεκάθαρα στον αστυνόμο. Απ'την πλευρά του ο Ντελώμπ μπορεί να τον βομβάρδιζε με μια ιδιαίτερη αντίληψη της πραγματικότητας αλλά για κάποιο, άγνωστο μέχρι στιγμής στο Ζυμά, λόγο τον είχε αποδεχτεί απ'την αρχή ως ισότιμο συνεργάτη. Έψαξε λοιπόν στα αρχεία και βρήκε ότι τους τελευταίους 6 μήνες είχαν σημειωθεί 11 θάνατοι εφοριακών κι 2 απλών πολιτών από έμφραγμα, όλοι σ'ένα συγκεκριμένο κατάστημα, στην εφορία όπου βρίσκονταν τώρα ο Ντελώμπ. Μάζεψε τα στοιχεία που βρήκε κι έφυγε αμέσως για την εφορία για να τα παρουσιάσει στον επιθεωρητή.

- Πρέπει να βρούμε ποιος ευθύνεται γι'αυτούς τους θανάτους;
- Πως ξέρεις ότι κάποιος ευθύ...
- Σου'πα, το βλέφαρο, μη χάνουμε άσκοπα χρόνο. Κάποιος έχει βαλθεί να μετατρέψει την εφορία σε δυσφορία. Και δεν έχω σκοπό να το αφήσω να μου χαλάσει μια απ'τις λίγες απολαύσεις μου.
- Οι 11 εφοριακοί έχουν ένα κοινό σημείο, είπε ο Ζυμά συνηθισμένος σε τέτοιου είδους σχόλια αγνοώντας τα ανοιχτά στόματα όσων άκουσαν την τελευταία φράση του Ντελώμπ, εργάζονταν όλοι σε τμήματα σχετικά με υποθήκες.
- Κι οι 2 πολίτες;
- Ο ένας πέθανε μπαίνοντας στο κτίριο κι ο άλλος βρέθηκε στη δεύτερη αποθήκη.
- Φέρτε μου αμέσως εδώ τον αποθηκάριο και βρείτε το συντομότερο δυνατό ότι στοιχεία έχουμε γι'αυτόν.

Παρά την απορία του ο Ζυμά έκανε ένα νεύμα στους αστυφύλακες που τον συνόδεψαν στην εφορία και σε λίγα λεπτά ο αποθηκάριος ήταν μπροστά στο Ντελώμπ ο οποίος άρχισε να του δείχνει μια-μια τις φωτογραφίες των νεκρών εφοριακών αναμένοντας αντιδράσεις. Στο μεταξύ έφτασε κι ο φάκελος του αποθηκάριου και τον άφησε μπροστά στον επιθεωρητή που άρχισε να τον ξεφυλλίζει.

- Κοίτα, δεν υπάρχει περίπτωση να γλυτώσεις, καλύτερα να ομολογήσεις τώρα.
- Τι να ομολογήσω, δεν καταλαβαίνω για τι μιλάτε;
- Διαβάζω εδώ ότι είχες κάνεις αίτηση να γίνεις υποθηκάριος αλλά απορρίφθηκε.
- ...
- Θα πρέπει να σε ενόχλησε να μην μπορείς να χειρίζεσαι τις υποθήκες. Θα πρέπει να σου προκάλεσε μια κάποια δυσφορία...
- Αφήστε με να φύγω.
- Δεν έχεις να πας πουθενά, αποθηκάριε!
- Στο διάολο κι εσύ κι όλοι τους, αφού δε μ'έκαναν υποθηκάριο αποφάσισα να γίνω υπερθηκάριος και να τους στερήσω την ευφορία να ασχολούνται με υποθήκες.
- Και τα εμφράγματα;
- Μικρές ενέσεις καλίου και μια μπανάνα για κολατσό.
- Δεν αξίζεις να δουλεύεις σε μια εφορία. Πάρτε τον από μπροστά μου.

Έχοντας γλυτώσει την εφορία από μια μεταμόρφωση σε δυσφορία ο αστυνόμος Ντελώμπ άναψε ένα τσιγάρο. Από δίπλα του αμέσως ακούστηκε η κραυγή της κυρίας που του είχε δώσει τις πρώτες πληροφορίες:

- Σβήστε το τσιγάρο κύριε, απαγορεύεται εδώ μέσα, κι επιπλέον προκαλεί ανικανότητα.
- Μην ανησυχείτε κυρία μου και σ'αυτήν την περίπτωση έχω πάντα το συνεργάτη μου διαθέσιμο...

είπε ο αστυνόμος Θεόδωρος Ντελώμπ κι ρούφηξε μια τζούρα εφορίας!

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2008

ΑΝΔΡΕΙΚΕΛΑ - ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Σα να μην ήρθαμε ποτέ σ' αυτήν εδώ τη γη,
σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως μια μαρμαρυγή.
Ανθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία.

Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ' αστέρια.

Μακρινή χώρα είναι για μας κάθε χαρά,
η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρημένη.
Αλλος δεν ξέρει οτι βρισκόμαστε, παρά
όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει.

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός.
Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιά λύπη στο σώμα,
ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός
πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα..

Ηθικό δίδαγμα: Πονάω άρα υπάρχω !!!

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2008

Ζητείται η Ελπίς

Κάθε που βράδιαζε έστεκε σκεπτικός στο σπίτι του. Κάθε βράδυ θυμόταν τις ίδιες κοπέλες. Ήταν δύο κοπέλες τις οποίες είχε συναντήσει περίπου επτά με οκτώ φορές στη ζωή του.
Η πρώτη τους συνάντηση ήταν όταν αυτός ήταν ακόμη μικρό παιδί. Θυμάται τις δύο κοπέλες, να τον προτρέπουν να είναι καλός μαθητής χαϊδεύοντας του το κεφάλι. Το περίεργο είναι ότι παρά το γεγονός ότι είχαν περάσει πάνω από είκοσι πέντε χρόνια από τη πρώτη φορά που τις είδε αυτές παρέμεναν νέες και όμορφες. Συνέχιζαν να διατηρούν αναλλοίωτη την αίσθηση πόθου που μετέδιδαν στους άλλους ανθρώπους. Ενώ είχε αρχίσει να συμφωνεί με το θρύλο που έλεγε ότι κάθε φορά που κάποιος τις βλέπει τις ποθεί δύο φορές περισσότερο από τη προηγούμενη.
Βλέποντας ότι τα χρόνια περνούσαν και είχαν αργήσει να φανούν αποφάσισε να τις αναζητήσει ο ίδιος. Άρχισε να ρωτάει κόσμο για τις δύο αυτές κοπέλες. Αρκετοί δε γνώριζαν τίποτα για αυτές κάποιοι του δήλωναν ότι και οι ίδιοι χρόνια τις αναζητούν ενώ πέντε - έξι άνθρωποι έφυγαν με δάκρυα στα μάτια, αντικρίζοντας τη φωτογραφία που τους έδειξε, με τις δύο όμορφές κοπέλες. Στη φωτογραφία υπήρχε και αφιέρωση που έλεγε: Θα επιστρέφουμε πάντα, η Ελπίδα σου και η Προσδοκία σου.
Ένα βράδυ και αφού από το σπίτι του είχε περάσει λίγο νωρίτερα, η καλή του φίλη η απόγνωση, είχε πάρει τους δρόμους ψάχνοντας τις δύο κοπέλες. Δεν ήξερε καν αν είναι μόνιμες κάτοικοι της πόλης που ζούσε. Ο καιρός, όσο περνούσε η ώρα αγρίευε. Η συννεφιά είχε πυκνώσει για τα καλά και ο αέρας δυνάμωνε διαρκώς. Αυτός είχε φτάσει σχεδόν στην άκρη της πόλης. Εκεί ήταν η ποιο κακόφημη συνοικία στην οποία υπήρχαν πολλοί οίκοι ανοχής. Η κατάσταση είχε αρχίσει να γίνεται δύσκολη όταν ο δυνατός αέρας του πήρε από τα χέρια την ομπρέλα ενώ ήταν αδύνατο να προφυλαχθεί από τη καταρρακτώδη βροχή η οποία έπεφτε. Εκείνη την ώρα θυμήθηκε το δελτίο καιρού το οποίο είχε δει στη τηλεόραση μία μέρα νωρίτερα. Η πόλη του θα πλήττονταν από ένα ισχυρό τυφώνα για μία περίπου ώρα. Μη έχοντας άλλη επιλογή μπήκε σε ένα οίκο ανοχής προκειμένου να προφυλαχθεί από τα έντονα καιρικά φαινόμενα.
Εντός του οίκου, συνάντησε έναν μακρύ διάδρομο ο οποίος οδηγούσε σε μία αίθουσα αναμονής. Με μεγάλη του έκπληξη εκεί συνάντησε τον δήμαρχο της πόλης δύο γερουσιαστές οι οποίοι εξελέγχονταν από την περιφέρεια της πόλης και πέντε από τους ποιο επιτυχημένους επιχειρηματίες της πόλης. Προσπαθούσε να καταλάβει τι συμβαίνει. Από τις συζητήσεις αντιλήφθηκε ότι πρόκειται για τον ποιο “καλό”, ακριβό και με τη καλύτερη παροχή “υπηρεσιών”, οίκο ανοχής στη πόλη. Αισθάνθηκε φοβερά αμήχανα αλλά δεν είχε άλλη επιλογή μιας και έξω τα καιρικά φαινόμενα είχαν αγριέψει για τα καλά.
Μετά από λίγο εμφανίσθηκε η προαγωγός του μαγαζιού για ενημερώσει για τις παρεχόμενες υπηρεσίες αλλά και τους όρους χρήσης του χώρου και των κοριτσιών. Αισθάνονταν απαίσια και η ανυπομονησία των παριστάμενων να δουν τις κοπέλες του έκανε το όλο σκηνικό ποιο αηδιαστικό.
Εν συνεχεία, συνοδεία της προαγωγού, εμφανίσθηκαν οι δύο κοπέλες που εργάζονταν εκεί. Προς τεράστια απογοήτευση του ήταν οι δύο κοπέλες που αναζητούσε. Η συντριβή ολοκληρώθηκε μέσα του όταν πληροφορήθηκε από τη προαγωγό, πως οποιοσδήποτε θα μπορούσε να έχει τη, Ελπίδα και τη Προσδοκία, αρκεί να πλήρωνε χίλια δολάρια. Ο μέγιστος χρόνος συνεύρεσης με τις δύο κοπέλες ήταν μία ώρα.
Με αυτά και μ’ αυτά η ώρα είχε περάσει και τα καιρικά φαινόμενα ήταν πλέον σε ύφεση.
Βγήκε έξω στο δρόμο με κομμένα τα πόδια. Ότι ποιο όμορφο είχε μέσα του ως εικόνα από μικρό παιδί είχε γκρεμιστεί. Η εικόνα της πόλης μετά τον τυφώνα που τη σάρωσε, θύμιζε βομβαρδισμένο τοπίο. Ένοιωσε ένα χέρι να τον ακουμπάει στον ώμο. Σήκωσε το κεφάλι και αντίκρισε μία ηλικιωμένη, άσχημη και με έντονη δυσοσμία γυναίκα. Να συστηθώ του είπε, Απογοήτευση λέγομαι, και εδώ και πάρα πολλά χρόνια προσπαθώ να παρηγορήσω αυτούς που βγαίνουν από αυτόν τον οίκο. Αποστολή μου όσοι άνθρωποι ανακάλυψαν πως η Ελπίδα και η Προσμονή είναι μεν δύο πολύ όμορφες και γλυκές κοπέλες αλλά επί χρήμανση εκδιδόμενες…

Η Αναμονή

Στεκόταν στην είσοδο του χωριού κι άρχισε να περπατά προς την έρημο. Ήταν σκεπτικός. Αυτήν την ημέρα την περίμενε λίγο διαφορετική. Όταν πριν από καιρό είχε παρουσιαστεί μπροστά του η Ευαγγελία ανακοινώνοντάς του τη μελλοντική άφιξη της Εκπλήρωσης, αρχικά δεν την πίστεψε. Την Ευαγγελία όμως ακολούθησαν άλλες κυρίες, η Προσδοκία, η Επιθυμία, η Επιβεβαίωση κι όλες επαναλάμβαναν την έλευση της Εκπλήρωσης. Κι άρχισε να πιστεύει, και περίμενε. Περνούσε ο καιρός αλλά πουθενά δε διαφαίνονταν η επικείμενη έλευση. Έχανε σταδιακά την πίστη του και μετά την επίσκεψη της Απογοήτευσης και της Απελπισίας, δεν περίμενε πλέον.

Ώσπου μια ηλιόλουστη ημέρα φάνηκε στο βάθος, σαν οπτασία μια γυναικεία φιγούρα να πλησιάζει. Ήταν η Ελπίς κι όταν έφτασε ανανέωσε την πίστη του, λέγοντάς του ότι η Εκπλήρωση πλησιάζει και θα την περιμένουν μαζί. Και περίμεναν. Έκανε όλες τις προετοιμασίες για την υποδοχή, για μια μεγαλειώδη γιορτή που θα ακολουθούσε και για την παραμονή της Εκπλήρωσης. Αλλά όσο περνούσαν οι ημέρες ένιωθε όλο και πιο ανήσυχος χωρίς να μπορεί να το εξηγήσει. Κι έφτασε επιτέλους η ημέρα της άφιξης. Κι ήταν εκεί δίπλα του η Ευαγγελία, η Ελπίς κι η Επιθυμία. Όταν εμφανίστηκε στο βάθος του ορίζοντα η μορφή της Εκπλήρωσης αυτός ένιωσε την ανησυχία του να μεγαλώνει. Κάτι έλειπε αλλά δεν ήξερε τι. Και τότε άκουσε στο βάθος απ'την άλλη κατεύθυνση κάτι παιδικές φωνές, γέλια και παιχνίδια. Γύρισε προς τα εκεί και τις είδε. Ήταν οι τρεις αδελφές, η Απορία, η Αμφιβολία κι η Αμφισβήτηση.

Τώρα μπορούσε ήσυχος να υποδεχτεί την Εκπλήρωση...

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2008

Δώσ'μου λίγη ακόμα αγάπη!

Η πιο δύσκολη νύχτα της ζωής του μόλις είχε τελειώσει. Καθώς το φως του ήλιου άρχισε να μπαίνει στο δωμάτιο ξεχώριζε σταδιακά τα διασπαρμένα κομμάτια του. Είχε σπάσει σε χίλια κι ένα κομμάτια χθες και τώρα ήταν η ώρα της επανένωσης. Επιδόθηκε σ'αυτήν την επίπονη διαδικασία, διότι είναι κι αυτή πολύ επίπονη και το χειρότερο, διαρκεί περισσότερο. Ενώ η θραύση είναι στιγμιαία, η επανένωση γίνεται σταδιακά, κομμάτι-κομμάτι. Έτσι κι αυτός συγκέντρωνε το ένα κομμάτι μετά το άλλο υπομένοντας το νέον αυτόν πόνο. Διότι τα σπασμένα κομμάτια διατηρούν τις νευρικές απολήξεις του πόνου που μάλιστα γίνονται πιο ευαίσθητες. Γι'αυτό και πολλοί δεν αντέχουν να ολοκληρώσουν τη διαδικασία και σταματούν αφήνοντας, λιγότερα ή περισσότερα, κομμάτια εκτός. Και τα πιο δύσκολα κομμάτια για επανένωση είναι αυτά της αυτοεκτίμησης, της ελπίδας κλπ. Έτσι κυκλοφορούν ως λειψά αντίτυπα του αρχικού τους εαυτού. Αυτοί αποκαλούνται σπασμένοι.

Ο φίλος μας όμως δεν ήθελε να μείνει σπασμένος και παρά τον ανείπωτο πόνο βάλθηκε να μαζέψει όλα του τα κομμάτια. Κι όταν μετά από μακρόχρονη διαδικασία δεν είχε απομείνει κομμάτι, σηκώθηκε νομίζοντας ότι ήταν πλήρης και πάλι. Αλλά πολύ σύντομα διαπίστωσε ότι κάτι έλειπε. Η καρδιά του! Φοβούμενος ότι θα μείνει άκαρδος, βάλθηκε να την ψάχνει. Αλλά όσο κι έψαξε δεν τη βρήκε. «Πως είναι δυνατό να χάθηκε;» αναρωτήθηκε κι εκείνη τη στιγμή μια άλλη σκέψη πέρασε απ'το μυαλό του σαν ένα παγωμένο ρεύμα αέρα. «Κι αν την είχε κλέψει εκείνη;» κι όσο το σκεφτόταν τόσο πιο σίγουρος γινόταν γι'αυτήν την εκδοχή. Αλλά γιατί να του κλέψει την καρδιά. Αφού αυτή ήταν η αιτία της θραύσης του, όταν του ξεκαθάρισε ότι δε νιώθει τίποτα γι'αυτόν. Τι την ήθελε; Να πούμε εδώ ότι οι άκαρδοι είναι μια ειδική κατηγορία σπασμένων. Η καρδιά δεν είναι απ'τα τελευταία κομμάτια που επανενώνονται. Έτσι για να μείνει εκτός απαιτούνται μια έξωθεν παρέμβαση, συνήθως η κλοπή αλλά και σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις είχε πραγματικά χαθεί, ή μια προσωπική επιλογή του σπασμένου να μην την επανενώσει (όπως υπήρχαν και σπασμένοι που το έκαναν συνειδητά για άλλα κομμάτια). Τέλος να αναφέρουμε και τους εκ γενετής άκαρδους (όμοια κι εκ γενετής σπασμένους), αλλά αυτή η κατηγορία ήταν τόσο σπάνια που από κάποιους αμφισβητείται ακόμη κι ύπαρξή τους.

Κίνησε για να τη βρει και να ζητήσει πίσω την καρδιά του. Όταν έφτασε τον περίμενε μ'ένα παγωμένο χαμόγελο.

- Καλώς όρισες, του'πε, διαπίστωσες ότι κάτι σου λείπει!
- Γιατί; Τι τη χρειάζεσαι εσύ;
- Χρειάζομαι κάθε καρδιά που με αγαπά, του αποκρίθηκε.

Και τότε θυμήθηκε κάτι που του'χε πει «θέλω να με αγαπούν». Ταυτόχρονα συνειδητοποίησε ότι είχε απέναντί του μια άκαρδη. Κι οι άκαρδοι δεν μπορούν να αγαπήσουν τους άλλους, αλλά ούτε και τον εαυτό τους. Κι αυτή έκανε τους άλλους να την αγαπήσουν κι όταν αυτή η αγάπη γίνονταν δυνατή, χωρίς όρους, τους έσπαζε για να τους πάρει την καρδιά και να τη βάλει στη θέση της δική της που έλειπε και να ξαναγαπήσει τον εαυτό της. Αλλά καμιά δεν ταίριαζε. Και τις κρατούσε γύρω της μήπως κι η αγάπη των γι'αυτή μπορέσει να την πλημμυρίσει αλλά μάταια. Και συνέχιζε την προσπάθεια.

- Ποιος σου την έκλεψε; τη ρώτησε
- Κανείς. Όταν έσπασα εξαιτίας μιας αναπάντητης αγάπης αποφάσισα ότι δεν τη χρειάζομαι πλέον για να μην πληγωθώ ξανά. Αλλά μη σκεπτόμενη τις συνέπειες αυτής μου της πράξης, την πέταξα. Κι όταν συνειδητοποίησα ότι δεν αγαπώ ούτε τον εαυτό μου, ήταν πλέον αργά. Από τότε ψάχνω μια καρδιά να με αγαπά. Αλλά καμιά δεν ταιριάζει.
- Λυπάμαι για σένα, αλλά τη δική μου μπορείς να μου τη δώσεις πίσω.
- Όσο δεν αγαπώ εγώ, κι όσο περνά απ'το χέρι μου, κανείς άλλος δε θα πρέπει να αγαπά, είπε και πέταξε την καρδιά του φίλου μας στη φωτιά.

Κι ένιωθε όση αγάπη είχε μέσα του να σβήνει, για τους φίλους του, την οικογένειά του, εκείνη, τον εαυτό του. Προχώρησε προς τη φωτιά κι έμεινε ακίνητος να βλέπει την καρδιά του να καίγεται. Όταν και το τελευταίο κομμάτι της έσβησε, γύρισε και της είπε:

«Θέλεις συντροφιά στην αναζήτησή σου;»

Έτσι φίλοι μου, όταν συναντήσετε έναν άκαρδο άνθρωπο να ξέρετε ότι κοντά υπάρχει και κάποιος άλλος, πιθανότατα άκαρδος, άνθρωπος που κλέβει καρδιές για να ξαναβρεί τη χαμένη του αγάπη για τον εαυτό του (ή για άλλους λόγους μαύρους και μυστικούς που δεν πρέπει να φανερωθούν)

Σημείωση γι'αυτούς που θα ήθελαν ένα διαφορετικό τέλος: Αυτό υπάρχει πλέον μέσα στη μνήμη μου αλλά θα πρέπει να με σπάσετε για να το κλέψετε...

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2008

Απλοί Στίχοι - Τάσος Λειβαδίτης

Ένα σπίτι για να γεννηθείς

ένα δέντρο για ν’ ανασάνεις

ένας στίχος για να κρυφτείς

ένας κόσμος για να πεθάνεις.

Το Μηδέν και το Ένα (και το Δύο)

Ήταν τρεις το πρωί. Το φεγγάρι ήταν σχεδόν γεμάτο. Το σεληνόφως έριχνε τις αργυρές του αχτίδες που σε συνδυασμό με τα παιχνιδίσματα των φυλλωσιών των δένδρων δημιουργούσαν ένα ιδιόμορφο θέατρο σκιών στο δρόμο του. Η πρωινή αύρα ήταν αρκούντως κρύα, διεγερτική. Το ερέθισμα που χρειαζόταν για την νευρωνική διέγερση. Χρειαζόταν να σκεφτεί μετά τις αποκαλύψεις της προηγούμενης ημέρας. Τον είχαν συνταράξει, και κυρίως το τι σήμαιναν γι'αυτόν, για τη ζωή που είχε ζήσει μέχρι τούδε. Και πως θα συνέχιζε;

Είχε διάγει μια ζωή γεμάτη, αφιερωμένη στην αναζήτηση της πνευματικής του ολοκλήρωσης (ή θέωσης, ή φώτισης, ή όπως αλλιώς λέγεται σε διάφορες φιλοσοφικές και θρησκευτικές προσεγγίσεις) μέσω του έρωτα, αυτής της υπέροχης ανθρώπινης λειτουργίας που συνδύαζε αρμονικά τη σωματική και πνευματική ηδονή. Προς την επίτευξη αυτού του σκοπού είχε επιδοθεί σε αναζήτηση όλων των διαφορετικών τύπων γυναικών. Είχε γνωρίσει τον έρωτα με γυναίκες όλων των ηλικιών (παιδίσκες, έφηβες, νέες, ώριμες, ακόμη και στο τέλος της ζωής τους, ακόμη και με ηλικιωμένες που άφησαν την τελευταία τους πνοή στην ερωτική κορύφωση), όλων των φυλών και των συνδυασμών των, όλων των δερματικών αποχρώσεων, με ξανθές, μελαχρινές, κοκκινομάλλες κλπ, με κυοφορούσες, ακόμη και αμέσως μετά τον τοκετό, όλων των σωματομορφών (καλλίγραμμων, ασύμμετρων, αρτιμελών και μη), όλων των κοινωνικών τάξεων κι όλων των ευφυιών, και γενικά με κάθε διαφορετική γυναίκα που θα μπορούσε να σκεφτεί.

Καθώς προχωρούσε σ'αυτό του το ταξίδι διαπίστωνε κάποιες ομοιότητες. Στις συναισθηματικές του αντιδράσεις, στις αντίστοιχες των ερωμένων του, σε κοινές σωματικές αντιδράσεις, στο πρόσωπο του οργασμού. Αρχικά τα ανέλυσε ψυχρά όλα αυτά μέσα από μια ορθολογική ματιά αποδίδοντάς τες στη φυσιολογία της ερωτικής πράξης. Δεν ήταν όμως απόλυτα ικανοποιημένος απ'αυτή του την ανάλυση κι όσο συνέχιζε την πορεία του ένιωθε ότι υπήρχε κάτι άλλο, κάτι που με κάθε νέα συνουσία ερχόταν και πιο κοντά. Ειδικά εκείνο το πρόσωπο του οργασμού έμοιαζε να θέλει να του πει κάτι και κάθε φορά εξαφανιζόταν πριν φανερώσει το μυστικό του. Και στα ελάχιστα εκείνα δευτερόλεπτα του συμπαντικού χορού ένιωθε το μεγαλείο χωρίς όμως να καταφέρει μέχρι στιγμής να το δει, να το συνειδητοποιήσει.

Ώσπου έφτασε εκείνη η ημέρα! Ήταν μια 40άρα, παντρεμένη με δυο παιδιά, μελαχρινή με τα κατάμαυρα μαλλιά της να σταματούν λίγο κάτω απ'τους ώμους, πιασμένα χαμηλά στη βάση του κεφαλιού με δυο αφέλειες να δημιουργούν ένα κάδρο για το όμορφα ώριμο πρόσωπό της που φωτιζόταν από δυο βαθυγάλανα μάτια, δυο ροδοκόκκινα ζυγωματικά χωρισμένα από μια απαλή μύτη κι ένα χαμόγελο ικανό να σε ακινητοποιήσει και να σε αφήσει άφωνο για ώρες. Ήταν καθισμένη σ'ένα καφέ στην προκυμαία κρατώντας ένα βιβλίο ανοιχτό στο δεξί της χέρι κι ένα μισοφαγωμένο μπισκότο στο αριστερό, μασώντας αργά, απορροφημένη στην ανάγνωση. Σταυροπόδι, μ'ένα γαλάζιο τζην και μια μαύρη μπλούζα ανοιχτή στο πάνω μέρος του θώρακα κι ένα γαλάζιο μενταγιόν που δημιουργούσε ένα φράγμα ανάμεσα στα καλοσχηματισμένα στήθη της. Ο τρόπος που έπινε τον καφέ της, που έτρωγε το μπισκότο της, που κρατούσε το βιβλίο αλλά και ο ήλιος που την έλουζε αφήνοντας μια αχνή αύρα γύρω της και δημιουργώντας ελκυστικές ασυμμετρίες με το παιχνίδισμα των σκιών στο πρόσωπό της.

Ήξερε ότι θα ήταν ο επόμενος σταθμός του ταξιδιού του. Κάθισε απέναντί της. Μετά από τόσους σταθμούς στην πορεία του μπορούσε να σαγηνεύσει πλέον μόνο με τη μη λεκτική επικοινωνία, τη γλώσσα του σώματος. Το πως θα την κοιτούσε, η στάση του σώματός του απέναντί της, η συχνότητα των κινήσεών του, όλα προσαρμοσμένα στη γυναίκα-σταθμό. Αφού τελείωσαν τον καφέ τους συνέχισαν για το μικρό αλσύλλιο έξω απ'την πόλη. Έστρωσαν μια κουβέρτα κάτω από μια ανθισμένη μυγδαλιά κι άρχισαν το χορό του έρωτα. Παρέδωσε τον έλεγχο στην πείρα του, όπως συνήθιζε να κάνει για να απολαύσει το χορό. Μια ιδιόμορφη, ελεγχόμενη απώλεια ελέγχου για να αρχίσει την εξερεύνηση του κορμιού της. Ένα κορμί λυγερό, παλλόμενο, με μια επιδερμίδα απαλή, λευκή, διάσπαρτη με ανοιχτόχρωμες καφετί κηλίδες που το έκαναν πιο θελκτικό, να αναδύει τον ερωτικό πόθο. Μια ανάσα ανήσυχη με τα στήθη της παλλόμενα να δίνουν το βήμα στο ερωτικό χορό, οι φλέβες στο λευκό της λαιμό να ακολουθούν στον ίδιο ρυθμό, τα μάτια της υγρά, κυκλωμένα απ'τις αισθησιακές ρυτίδες της ηλικίας, της γνώσης της ζωής, οι πρώτες στάλες ιδρώτα να κάνουν την εμφάνισή τους αυξάνοντας τον αισθησιασμό της σωματικής τριβής, γεμίζοντας το βαθούλωμα στο λαιμό της με ερωτικό ποτό. Κι οσμές του έρωτα να διεγείρουν την πέριξ φύση.

Είδε πάλι το πρόσωπο του οργασμού. Αλλά αυτή τη φορά του μίλησε: «Γεια σου» του είπε, «να που ξανασυναντιόμαστε». Και στο πρόσωπο της γυναίκας εν οργασμώ που είχε απέναντί του έβλεπε όλα τα πρόσωπα των γυναικών που είχε συναντήσει, που είχε ερωτευτεί. Και συνειδητοποίησε τι σήμαιναν όλα αυτά που ένιωθε. Υπήρχε μόνο μια γυναίκα, η Παγγυνή που εμφανιζόταν σε διαφορετικές εκφάνσεις όλων των θηλυκών υπάρξεων αυτού του κόσμου. Στην πορεία αναζήτησης της προσωπικής του πνευματικής ανάτασης, τελείωσης ανακάλυψε μια αλήθεια όμορφη και συνάμα ανησυχητική, ελπιδοφόρα αλλά κι απειλητική. Η ολοκλήρωση ήταν συγκλονιστική και για τους δυο. Απέμειναν εκεί, ακίνητοι και κοιμήθηκαν με τα ζέχνοντα σώματά τους ενωμένα ως τις πρώτες πρωινές ώρες.

Τον ξύπνησε το ελαφρό θρόισμα των φύλλων. Το φεγγάρι ήταν ψηλά στο στερέωμα και έδινε μια απόκοσμη ομορφιά στο γυμνό κορμί της Παγγυνής. Τη σκέπασε στοργικά με μια κουβέρτα, τη φίλησε απαλά στο λαιμό πίσω απ'το αυτί, άφησε στο προσκεφάλι ένα λευκό τριαντάφυλλο, ντύθηκε και κατηφόρισε προς την παραλία. Είχε ανάγκη την πρωινή δρόσο για να σκεφτεί. Τι σήμαινε αυτή η αποκάλυψη; Μόνο μια γυναίκα και την είχε δει στην ολότητά της, όχι μόνο τις μερικές εκδηλώσεις της. Άραγε υπήρχε και μόνο ένα άνδρας; Ο Πανανήρ; Και πως θα επηρέαζε αυτό το ταξίδι του; Θα έπρεπε να συμπεριλάβει κι αυτή την ηδονή; Η αλήθεια είναι ότι υπήρξαν κάποιες φορές που ένιωσε την ερωτική ταραχή από μια ανδρική παρουσία αλλά δε σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος της πορείας του. Κι αν ίσχυε αυτό θα ήταν δυνατό να το βιώσει; Προχωρώντας τη σκέψη του λίγο παραπέρα, αναρωτήθηκε αν δεν υπήρχε παρά μόνο μια ύπαρξη, Ένα Συμπαντικό Όν-Όλον; Ή μήπως δεν υπήρχε τίποτα, το Μηδέν, το Κενό απ'το οποίο γεννάται το Δυο (Παγγυνή και Πανανήρ) μέχρι να ξαναενωθούν για ένα νέο Μηδέν;

Στεκόταν στην άκρη της προκυμαίας. Το κύμα έσκαγε απαλά στον τσιμεντένιο όγκο. Στο βάθος ο ήλιος έκανε την εμφάνισή του με τις χρυσαφένιες αχτίδες του δίνοντας χρώμα κι αντικαθιστώντας τον ασημένιο κόσμο της αδελφής του σελήνης στέλνοντάς της ένα χαιρετισμό, μια μαρμαρυγή φωτός και χρωμάτων. Η θαλασσινή αύρα του χάιδευε τα μαλλιά και στέγνωνε τα δάκρυά του.

Ένα νέο ταξίδι ξεκινά!

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2008

Κόλαση και Παράδεισος

Θεσσαλονίκη, Δευτέρα 19 Απριλίου 1993 ώρα τρεις και δέκα επτά (περίπου) τα ξημερώματα. Μία ηλιόλουστη, με τη δέουσα πάντα για τα δεδομένα της πόλης υγρασία, Κυριακή έχει περάσει.
Ήταν όμορφη η Κυριακή. Ξύπνησα σχεδόν μεσημέρι και πήγα από τον φίλο μου το Ματθαίο με τον οποίο καταλήξαμε για καφέ στο Αχίλλειον. Παρότι δε συμπαθούσα ούτε το στιλ του μαγαζιού, αλλά ούτε και το κόσμο που σύχναζε σ’ αυτό εντούτοις συνήθιζα να πηγαίνω γιατί μου άρεζε ο φραπέ που έκαναν. Χορταστικός σε μεγάλο ποτήρι και με πολλά παγάκια να σου δίνουν μία όμορφη αίσθηση όταν τον ανακατεύεις.
Εν συνεχεία στον κυρ’ Γιάννη για φαγητό. Τα καλύβια, το εστιατόριο ίσως με το νοστιμότερο φαγητό στην Ελλάδα. Ήπιαμε και ωραίο βαρελίσιο κόκκινο κρασί το οποίο μας πρότεινε ο κυρ’ Γιάννης. Μετά από έναν ωραίο καφέ του οποίου ακολούθησε ένα πολύ καλό γεύμα ίσια για κούρα στο σπίτι του Ματθαίου.
Ο Ματθαίος έμενε επί της Αγίου Δημητρίου κοντά στο τούρκικο προξενείο. Εκεί συναντήσαμε και τον συγκάτοικο του τον Βασίλη που τα είχε με μία κοπέλα η οποία σπούδαζε στη φιλοσοφική. Προς το Απόγευμα ήρθε από το σπίτι και μία συμφοιτήτρια της κοπέλας του Βασίλη. Μία ψιλή απίστευτα όμορφη κοπέλα με καστανόξανθα μαλλιά και μελιά μάτια. Η πρώτη μου σκέψη όταν μας χαμογέλασε ήταν, πως οι άγγελοι πρέπει να είναι πλασμένοι κατ’ εικόνα της. Η όμορφη κοπέλα λέγονταν Υακίνθη. Καθώς σουρούπωνε έκαναν την εμφάνιση τους και οι πρώτες μπίρες τις οποίες ο Ματθαίος έσπευσε να προμηθευθεί από το γειτονικό μπουγατσάδικο. Ο Βασίλης φημίζονταν για τις καλύτερες άκρες στη πανεπιστημιούπολη. Δε ξέρω από που προμηθεύονταν το Stuff. Ακόμη θυμάμαι το άρωμα και τη λάμψη από τη καύτρα των τσιγάρων που ο Βασίλης περίτεχνα και όλο καμάρι είχε στρίψει. Ήπιαμε τις μπίρες μας, μαζί και τα τσιγάρα μας και η ώρα είχε πάει δέκα και κάτι. Πάμε για ένα ποτό στο ARK αναφώνησε ο Ματθαίος όλο ενθουσιασμό, Ναι, Ναι αναφώνησε η Υακίνθη και έτσι παρότι δεν είχαμε και πολλά χρήματα ξεκινήσαμε για το γνωστό οινοπωλείο. Λίγο πριν βγούμε ο Βασίλης που για κάποιο λόγο μου έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθια, τύλιξε στο σακουλάκι από το πακέτο των τσιγάρων του λίγο Stuff λέγοντας μου: Καβάτζα είναι, για την ώρα τη δύσκολη, και μου το τοποθέτησε στη δεξιά τσέπη.
Το Ark δε θα ήταν πάνω από δέκα πέντε λεπτά ποδαρόδρομος από το σπίτι των παιδιών. Έτσι και λίαν συντόμως, φτάσαμε στο προορισμό μας. Θυμάμαι ακόμη το ξύλινο τροχό ο οποίος ήταν στερεωμένος στην οροφή του μαγαζιού έχοντας τσιγκέλια στο δακτύλιο και τις ακτίνες του, από τα οποία κρέμονταν τα ποτήρια για τη βαρελίσια μπίρα. Η βραδιά κύλησε υπό τους ήχους της Rock μουσικής και με τη βότκα να ρέει άφθονη. Όλο το βράδυ ο Βασίλης είχε αγκαλιά τη κοπέλα του ενώ εγώ και ο Ματθαίος ξεροσταλιάζαμε κοιτάζοντας την Υακίνθη. Το ποιο παράξενο της βραδιάς ήταν βέβαια ο φθόνος με τον οποίο μας κοίταζαν όλοι οι υπόλοιποι θαμώνες του μαγαζιού, άντρες και γυναίκες, λόγο της παρουσίας της Υακίνθης. Η ώρα πέρασε και πλησιάζαμε τις δύο και μισή. Πληρώσαμε καλή τη πίστη τη σερβιτόρα μιας και είχαμε χάσει το μέτρημα των ποτών που είχαμε πιει και κινήσαμε για τα σπίτια μας.
Αφού χαζολογήσαμε κάνα πεντάλεπτο στο πεζοδρόμιο ξεκινήσαμε, ο Ματθαίος με τον Βασίλη και τη κοπέλα του Βασίλη για το σπίτι τους στην Αγίου Δημητρίου και εγώ με την Υακίνθη κατευθυνθήκαμε προς τη παραλιακή λεωφόρο. Συνόδεψα την Υακίνθη μέχρι την Εθνικής Αμύνης και τις έκανα παρέα μέχρι να βρει ένα ταξί. Αν και ήθελα πολύ να αργήσει να βρεθεί ταξί, λόγο του προχωρημένου της ώρας και της άδειας πόλης που ετοιμάζονταν για την άχαρη έναρξη της εβδομάδας, βρέθηκε ταξί εντός πέντε λεπτών. Α ρε πούστηδες ταρίφες σκέφτηκα, όταν σας χρειάζεται κανείς δε σας βρίσκει με τίποτα και όταν δε πρέπει εμφανίζεστε σα τα κοράκια. Αφού αποχαιρέτησα τη πανέμορφη Υακίνθη, αποφάσισα πριν πάρω και εγώ ένα ταξί για το σπίτι, να κατευθυνθώ προς τη παραλία για να περπατήσω λίγο, μπας και συνέλθω από τα τσιγάρα τις μπίρες και τις βότκες που είχα αφειδώς καταναλώσει. Μ’ αυτά και μ’ αυτά η ώρα είχε πάει τρεις παρά πέντε. Κατέβηκα στο Λευκό πύργο με κατεύθυνση προς το Μακεδονία Παλλάς. Πέρασα κάτω από το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου χαιρετώντας τους όρχεις του Βουκεφάλα έχοντας στο μυαλό μου την εικόνα της πανέμορφης Υακίνθης. Λίγο μπροστά μου περπατούσε ένα ζευγάρι ομοφυλόφιλων ανδρών, έχοντας περασμένο το χέρι ο ένας στη πίσω τσέπη του άλλου. Με τη σκέψη της Υακίνθης η ώρα κυλούσε γρήγορα και θα είχε ξεπεράσει τις τρεις και τέταρτο.
Η λεωφόρος ήταν άδεια. Δύο – Τρία αυτοκίνητα περίμεναν σταματημένα στο φανάρι που βρίσκονταν διακόσια μέτρα ποιο πίσω μου. Το μούγκρισμα του κινητήρα του ενός εκ των αυτοκινήτων που εκκινούσαν από το φανάρι ήρθε να σπάσει τη σιωπή δημιουργώντας μου μία πρωτόγνωρη αίσθηση πανικού. Παράλληλα την εμφάνιση τους έκαναν τα φώτα ενός αυτοκινήτου που κινούταν με υπερβολική ταχύτητα από την οδό Αγίας τριάδος κάθετα προς τη Λεωφόρο Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η αίσθηση πανικού μου κορυφώθηκε όταν ένας συνδυασμός απαίσιων ήχων που αποτελούνταν, από το ουρλιαχτό των φρένων, μία γυναικεία κραυγή και τον ήχο των λαμαρινών που συνθλίβονται διατάραξε το μέχρι πρότινος γαλήνιο τοπίο. Γύρισα τη πλάτη προς τη λεωφόρο κοιτώντας τη θάλασσα νιώθοντας παράλληλα το οστικό κύμα που έρχονταν συνοδευόμενο από θραύσματα γυαλιού. Με την άκρη του αριστερού μου ματιού είδα ταυτόχρονα μία ανθρώπινη φιγούρα να ίπταται και εν συνεχεία να σωριάζεται στην άσφαλτο. Αν ο θάνατος έχει εικόνα και ήχο τότε είναι αυτό που εγώ είδα και άκουσα. Και ξαφνικά για μία στιγμή η απόλυτη σιωπή. Η σιγή είναι νεκρική στη κυριολεξία όμως. Γύρισα το κεφάλι μου προς τη λεωφόρο αντικρίζοντας ένα συνοθύλευμα λαμαρινών ενώ πενήντα μέτρα ποιο μπροστά διακρίνονταν ένα κορμί το οποίο κείτονταν στο οδόστρωμα. Ξαφνικά ένιωσα μέσα μου το απόλυτο κενό. Συναισθήματα και σκέψεις ήταν άδεια.. Με άδεια καρδιά και άδειο μυαλό κατευθύνθηκα προς τις παραμορφωμένες λαμαρίνες των δύο αυτοκινήτων τα οποία απείχαν μόλις μερικά μέτρα μεταξύ τους. Μία απαίσια οσμή καμένου ελαστικού κυριαρχούσε στην ατμόσφαιρα. Μέσα από τις παραμορφωμένες λαμαρίνες το αίμα έσταζε στο δρόμο. Δε μπόρεσα να πλησιάσω άλλο. Εν το μεταξύ είχαν αρχίσει και μαζεύονταν κόσμος από διερχόμενα οχήματα που σταματούσαν για να δουν τι έχει συμβεί. Οδηγοί ταξί πρέπει να ήταν οι περισσότεροι. Ενώ και οι πρώτες συζητήσεις του τύπου “δε προσέχουν, πίνουν και οδηγούν” ήταν γεγονός. Είχε μαζευτεί αρκετός κόσμος όταν το πρώτο ασθενοφόρο και το πρώτο περιπολικό έκαναν αμφότερα την εμφάνιση τους. Μετά από λίγο ακολούθησαν και άλλα περιπολικά καθώς και μοτοσικλέτες της αστυνομίας. Η τροχαία ρωτούσε αν υπάρχει αυτόπτης μάρτυρας του τροχαίου. Δεν είπα κουβέντα, είχα και το stuff που μου είχε δώσει ο Βασίλης στη τσέπη και φοβήθηκα. Αυτόπτες δήλωσαν οι δύο ομοφυλόφιλοι που νωρίτερα περπατούσαν μπροστά μου, ένας οδηγός ταξί που κινούταν επί της Μεγάλου Αλεξάνδρου, έχοντας μία απόσταση κάπου στα τριακόσια μέτρα από το σημείο που έγινε το συμβάν καθώς και ένας άσχετος ο οποίος έφτασε στο σημείο επτά με οκτώ λεπτά μετά το συμβάν.
Είχε μαζευτεί πλέον πολύς κόσμος. Η ώρα θα ήταν περίπου τέσσερις. Ήρθαν πολλά ασθενοφόρα ενώ μετά από λίγο έκαναν την εμφάνιση τους και κάποια συνεργεία του δήμου.
Μέσα στο πολύ κόσμο και ενώ πλέον η υγρασία σε συνδυασμό με την αύρα του επερχόμενου πρωινού τρυπούσαν το κόκαλο, ένιωσα ένα χέρι μέσα στην αριστερή μου τσέπη. Τρόμαξα, μου κόπηκαν τα γόνατα, το stuff σκέφτηκα !!! Το χέρι πίεζε κινούμενο προς το κέντρο του παντελονιού μου ενώ ταυτόχρονα αισθάνθηκα την αίσθηση γυναικείων νυχιών στο μηρό μου. Ταυτόχρονα μία αίσθηση ανακούφισης με κυρίεψε όταν συνειδητοποίησα ότι το stuff βρίσκεται στη δεξιά τσέπη. Γύρισα απότομα και αντίκρισα μία γυναικεία φιγούρα, άνω των σαράντα πέντε με πολύ έντονο βάψιμο ενώ το άρωμα που φορούσε μου έφερε κάτι σαν ανακατωσούρα. Πέντε χιλιάδες δραχμές και θα περάσουμε πολύ ωραία μου είπε. Τρόμαξα, τραβήχτηκα πίσω, τι κάνεις εκεί τις φώναξα . Όλοι οι παρευρισκόμενοι έστρεψαν το πρόσωπο τους προς τα εμένα. Φοβήθηκε και έφυγε με ταχύ βήμα. Η ώρα είχε πάει πέντε παρά πέντε και έτσι αποφάσισα να κατευθυνθώ προς τη Δελφών προκειμένου να πάρω ένα ταξί και να πάω σπίτι μου.
Έφτασα σπίτι μου κοντά στις πέντε και είκοσι.
Δε κοιμήθηκα, στις οκτώ και τέταρτο είχα εργαστήριο στη σχολή παρέα με τον Ματθαίο. Ήπια ένα καφέ αναλογιζόμενος όλα όσα είχα ζήσει από το μεσημέρι της Κυριακής που έφυγα από το σπίτι μου μέχρι και την ώρα που επέστρεψα. Ο καφές στο Αχίλλειον, το φαγητό στα καλύβια, οι μπίρες και τα τσιγάρα στο σπίτι του Ματθαίου, η μορφή της πανέμορφης Υακίνθης, το ARK, το τροχαίο, και η γυναίκα που θέλησε να μου πουλήσει τον έρωτα στριφογύριζαν στο μυαλό μου. Αποφάσισα να μη μιλήσω ποτέ και σε κανένα για το τι είχε συμβεί από τη στιγμή που χωρίσαμε με την Υακίνθη και έπειτα. Έτσι αυτό παρέμεινε το μεγάλο μου μυστικό. Την Υακίνθη δεν τη συνάντησα ποτέ ξανά από τότε. Αυτό που σήμερα θυμάμαι είναι πως σε λίγες ώρες μέσα είδα την εικόνα του παράδεισου, που αναλογούσε στην ομορφιά της Υακίνθης και την Εικόνα της κόλασης που αντιστοιχούσε στο τροχαίο.
Η ώρα πήγε επτά και τέταρτο, η μέρα είχε ξημερώσει κανονικά. Κατέβηκα να πάρω το αστικό για να πάω στη σχολή. Η Δευτέρα είχε κάνει με δυναμικό τρόπο αισθητή τη παρουσία της και η πόλη έμπαινε στους ρυθμούς της εργάσιμης εβδομάδας. Ένιωθα περίεργα. Ανήκω στους λίγους σκέφτηκα. Τώρα ξέρω πως είναι η κόλαση και ο παράδεισος…
.

Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΒΙΑΝΗ - Γιάννης Σκαρίμπας




Ήταν ένας άνθρωπος απλός, θεοφοβούμενος, όπως είναι όλοι οι ναυτικοί –ο Καπετάν Γιάννης ο Σαλαμάτας.
Σαν του χύνονταν κρασί τόχε για γούρι. Βούταε το δάχτυλο τότες στο χυμένο και τ' άγγιζε –έκανε μιά βούλα– στο κούτελο. Αν του χύνονταν λάδι, τόχε για κακό. Χτύπαε ξύλο σαν εμιλάγανε για αρρώστους. Κι από τον τόπο του μετατόπαε σαν άκουγε κακό για ελόγου του ή για τους εδικούς του. Τρίτη δεν καταπιάνονταν δουλειά, ούτε τα νύχια του έκοβε Παρασκευή ή Τετράδη. Φοβόταν το Θεό και τους αγίους. Πίστευε τα μάγια. Δεν αγαπούσε τ' άδικο. Το ίσο τ' άρεσε.
Σαν πήγε στο χωριό του, χάρηκε.
Εκεί στο κεφαλόσκαλο τον δέχτηκε η Ζαχαρένια, η γυναικούλα του.
Αν και ντρέπονταν στον κόσμο μπρος, έσγουψε λιγάκι να τον ανησπαστεί η καϋμένη.
Σαν ήμπαν σπίτι τους, τότες μόνον αυτός την έσφιξε στην αγκαλιά του. Αχ, πόσο γλυκά τη φίλησε τότες ξέγνοιαστα στα μάτια.
Σαν κούκλα την έστησε στο 'σώμπατο και πισοπάτησε δυό βήματα. Στάθη και την καμάρωσε μιά ψύχα. Χαμογελούσε κάτω απ' τα μουστάκια του. Γλυκές σκέψεις στα μάτια του γυάλιζαν.
Από κοντά την αρώτηξε για όλα. Και πώς τα πέρασε στο μεταξύ τούτο που έλειπε αυτός.
Και κάθισε.
Άνοιξε το ναυτικό σεντούκι πούσερνε μαζί του.
Της είχε φέρει καραμέλα ζάχαρη. Της είχε φέρει Συριανό λουκούμι. Τρακόσια δράμια μέντα της είχε φέρει μέσα σε μιά μπουκάλα φιαχμένη επίτηδες να παριστάνει έναν κόκορα. Ένα τόπι χασέ της είχε φέρει, με στάμπα ολόχρυση, που παρίστανε δυό λιοντάρια ορθά κι αγκαλιασμένα.
Της είχε φέρει σκαρπίνια τελατίνι. Της είχε φέρει ένα χαβάνι να τρίβει τα μυρουδικά της, την κανέλλα, το γαρούφαλλο. Όμως καταλάβαινε μέσα του, πως το πιο καλοδεχούμενο που της είχε παγεμένο ήταν ατός του ο ίδιος.
Για δαύτο χαίρονταν. Καλωσύνη πολλή τρυφέραινε τις σκέψεις και τις γνώμες του. Και τούταν όλα καλόγνωμα κειχάμω. Όλα –κι αυτός κ' η Ζαχαρένια του κ' η Κάβιανη, οι στούμποι, ο μώλος και το λιμάνι. Κ' η «Φλώρα» το καΐκι του, απ' όπου, με του βοριά τα κύματα τούστελνε χαιρετίσματα, σκαμπανεβάμενο στον κόρφο. Και το σπιτάκι του (προ πάντων τούτο) κατά πώς ήτανε και στέκονταν –τζόβολο– στην πιάτσα, με τρεις μαβιές χαρακωσιές (τα κυπαρίσια του) αψηλάθε. Κι ο δρόμος –το στρατί– που φιδοσέρνουταν ομπρός απ' τη θύρα του – και στην ψυχή του. Κι ο κόσμος ούλος και τα σύγνεφα κ' οι γλάροι. Όλα τους τον ευτύχιζαν οσάβλεπε, και τα χαίρονταν κι αυτός μες στην καρδιά του. Κι όσα δεν έβλεπεν ομπρός του, τάχε μέσα του, στο νου του τάχε. Τάλουζε και τα ξάγκλιζε, τα ομόρφαινε... Με το δίκιο του. Δεν είχε;
Αφού αρόδο η «Φλώρα» του προσκύναε, πρώτα τον αγηλιά αψηλά, κι απέ τους δυό τους: Τη Ζαχαρένια και τον Κύρη της.
Αφού μες στις κάμαρες πηγαινόρχοταν η Ζαχαρένια η γυναικούλα του, πρώτα τ'ς αγιούς της λιβανίζοντας κι από κοντά αυτόν, την αφεντιά του. Έ;
Τί άλλο ήθελε;

Όμως κρυφά, μιά ιδέα τού τάραζε την καρδιά, του θόλωνε τη ψυχούλα του αγάλι. Σιγά – σιγούλια τον κυρίευε...
Μιά ιδέα κρυφή –ένα πράμα σαν κλέφτης– έρχοταν βαλτή, σώνει και καλά να τον κολάσει.
Σε μεγάλο πειρασμό τον είχε βάλει.
Πίσω μου σ' έχω δαίμονα, έλεε μέσα του σκιαγμένος. Όμως ομπρός του ήταν πάντα, μες στην καρδιά του έμπαινε αγάλι.
Μιά γλυκιά ταραχή του ρέθιζε τα νιώτα του, τ' ασήκωνε κρυφές αποθυμιές και πόθους στα εντός του.
Σε σκοτεινούς τον έριχτε σεβντάδες...
Σκεβότανε βαθιά. Αυτός ήταν ένας άνθρωπος απλός. Φοβόταν το θεό και τους αγιούς του... Της Κερα-Παναγιάς τη χάρη επροσκυνούσε. Σαν του χυνότανε κρασί, τόχε για γούρι... Χτύπαε ξύλο σαν... και τα λοιπά.
Γι' αυτό αιστάνονταν την αμαρτία στην καρδιά του –σα σπόρο του διαβόλου– ν' αναδεύεται, να του βυθίζει τη ρίζα στα εγκάρδια, και να ρηχιέται ως τις κρίσες του.
Τότες όλα τα πράγματα τον κοίταγαν κατάματα, έπαιρναν θέση στους διαλογισμούς του, σα νάθελαν να συζητήσουν μαζί του... να εξετάσουν καλύτερα το πράμα. Νά, να στήσουν μεταυτόν, ένα είδος οικογενειακό συμβούλιο – να πούμε!
Συλλοΐζονταν κι αυτός αντάμα τους, ακουρμάζονταν τις γνώμες και τα σκέδια... Ποτέ! φώναζε τότε αλόϊστα, και κάτι αθρώποι τον κοιτάζαν... Όμως, ο οξωποδίτης τον ακλούθαε... «Λουκούμι, τούλεγε, πεντεσπάνι!»...
Σκεφτότανε κι αυτός ξανά τα μάτια της, εκείνη τη ναρκωτική γλυκάδα της φωνής της (ώ–διάολε!)
Από μακριά τον έκαιγε το λάδι, το κρίμα τον ζεμάταε.
Όμως η αμαρτία κρυφοδάγκωτη, από κοντά τον είχε
– καταπόδι: «Λουκούμι ρε, και ρεβανί! Κ' η ίδια, το καψοθέλει λιγουλάκι!».
Κι αυτός το παραδέχοταν. Έτσι ήτανε το πράμα. Ο Δαίμονας ήταν στην Κάβιανη φερμένος.
Εκεί στο καλντερίμι της, στο σπίτι της, μέσα σ' αυτή την ίδια 'χε καταλύσει!
Εκεί όξ' απ' τη θύρα του, στον ίδιο δρόμο, στη γωνία, τον καρτερούσε ο πειρασμός, τούχε στημένο ο διάολος το καρτέρι.
Η κουμπάρα του μαθές, η χήρα η Σταθία του Τσάμπα, που ο Θεός ας τον σχωρνούσε.
Τον είχε χιλιοκολασμένο το δόλιο.
Έκανε να προσπεράσει από την πόρτα της και στεκόταν. Αυτή τον κράταε. Πίσ' απ' το τζάμι τον ανήμενε. Ψιλή –κοφτερή– κουβέντα έπιανε μαζί του. Πού να περάσει! Κάντιο στάζαν τα χείλη της, αλευροζάχαρη κι αθέρα κουκουτσιών κουκουναρίσιων... Εκεί τον κρατούσε και του τάλεγε. Ζερβοδίμητα, μπερδεμένα τού τα νέτερνε, μιά στο καρφί και μιά στο πέταλο, μιά στην κορφή κανέλλα από την Πόλη... Αφουγκράζονταν κι αυτός. Τέσσερ' αυτιά νάχε να την άκουγε, τέσσερα μάτια να την βλέπει. Αυτός ήταν ένας άνθρωπος απλός. Τον ρέθιζε η φωνή της η περίγλυκη, έπαιζε με τις σπίθες των ματιών της. Παρατηρούσε επίμονα εκείνο το υγρό χείλι της, το κάτω. Καθώς τον νάρκωνε η γλύκα της, αυτός κοίταε (και ζαχάρωνε) κείνην τη μπλού φλεβίτσα του λαιμού της. Το τικιτάκ τόνα ζούρλαινε...
Και τώρα, καταλάβαινε.
Καταλάβαινε να βουλιάζει μες στους πόθους του, να γίνεται ένα με την υγρασία των χειλιών της.
Αυτός ήταν ένας άνθρωπος απλός. Εννοούσε καλά – ήταν βέβαιος– ότι όλα αυτά ήσαν δικά του. Μόνον ο ήλιος έφταιγε που τον αμπόδαε, η μέρα· η ντροπής του κόσμου, α δε μη, θάταν μες στο σπίτι της, στην αγκαλιά της θάχεν αράξει μιά χαρά, ο Καπετάν Γιάννης ο Σαλαμάτας.
Έτσι ένα βραδάκι –νύχτα– έκρουσε τη θύρα της, μάλλον γρατσούνισε τα δάχτυλα του στη σανίδα.
Τάχε πιωμένα τα ποτήρια του. Πρώτη φορά στη ζωή του είχε πιεί. Μα και πρώτη φορά αιστάνονταν τόσο πλατιόν, τόσο όμορφον τούτο τον κόσμο.
Πορπάταε κι αναστένονταν. Ήταν ευτυχισμένος, τόξερε, ενώ ήταν δικιά του κ' η Σταθία. Έβραζε η ρετσίνα μέσα του, γλυκόβραζαν οι ματιές της στην καρδιά του.
Με τη θύμηση της είχε περάσει αντάμα τις στιγμούλες και τις ώρες του, είχε πιωμένο το κρασάκι. Το σπιτάκι και το δρόμο της του διηγόταν η μοσκοβολιά των κήπων και η νύχτα. Και εκεί αυτός ετράβαε στο παρεθυράκι, που της δέχονταν του κόρφου της το ανεβοκατέβασμα και τα μπράτσα.
«Αγάπη» ήταν λοιπόν ό,τι ένιωθε μέσα του; ώστε αυτό 'τανε «αγάπη»; Άχ ναί... Αυτό 'ταν, αυτότατο... Το «δαίμονα», ούτε καν πια τον σκέφτονταν... Τον προσπερνούσε μες σε μιά διανόηση σύντομη έτσι καταπώς λέμε εγχείρηση, ενοούμε γρήγορα, το λεπίδι, τους πόνους και το αίμα...
Η αμαρτία, το μυστήριο, το άλλο το στεφάνι του, με τη Σταθία, μόλις έρχονταν λίγο και στον αφρό (σα ναυαγισμένοι ζητώντας βοήθεια) και χάνονταν γοργά στα βάθη, στ' άπατα τής (όπου φύγει) συνείδησής του. Και (ώ θεούλη μου !) βρόντηξε!
—Ποιός είναι; αρώτησε δειλά μιά φωνή από μέσα ενώ το μάνταλο της πόρτας σύρθηκεν αγάλι.
—Εγώ...
—Ποιός είσαι συ; ξανάπε η φωνή κ' η πόρτα μισάνοιξε και φάνηκε στο μισοσκόταδο η κουμπάρα του.
—Εγώ είμαι Σταθία, ήρθα· με περίμενες;
—Χριστός και Παναγία !... έκαμεν αυτή, καθώς ένας σπασμός την τίναξε σύγκορμη από φρίκη.
—Πώς ;!
—Το λάδι κουμπάρε, θα μας κάψει.
—Το λάδι;!
Κ' η πόρτα ξανάκλεισε αλαφρά στα μούτρα του κ' ήμπε ξανά στη θέση της η αμπάρα.
Ο Σαλαμάτας έμεινε εκεί εμβρόντητος κι άσκημος με το βάρος του τελευταίου του λόγου στο στόμα του. Το λάδι!...
Αχνό λειψοφέγγαρο φώτιζ' αχνά τον κατήφορο.
Τριγύρω οι κήποι, τα δέντρα, κοιμόνταν.
Ο Σαλαμάτας προχώρησε.
Παράξενες εντυπώσεις και σχήματα περνούσαν γοργά απ' το μυαλό του.
Όλα τα πράγματα αλληλοσπρώχνονταν, μάλωναν μεταξύ τους να μπούνε, να παρουσιαστούνε μπροστά του.
Φύρδην-μίγδην όλα μαζί, κλωτσώντας τόνα τ' άλλο και σπρώχνοντας είχαν δουλειά να του πούνε, να κάμουν τόπο, να μπουκάρουν.
Ο Γιάννης ο Σαλαμάτας ασήκωσε τα χέρια: ΣΙΓΑ!... έκαμε σαστισμένος κι ανάστατος, σαν για να επιβάλει την τάξη. Και προχώρησε.
Λίγο-λίγο το βήμα του τάχαινε. Αιστάνονταν την καρδιά του να χτυπάει βαριά μέσα στο στήθος του. Κρύος ιδρώτας τού μπούχισε το χλιβερό πρόσωπό του.
Σα σπυριά φασουλιών που χορεύουν και χάνονται στις μπουμπουλίθρες της βράσης, έρχονταν κ' έφευγαν τα νοήματα του μέσα του και οι ιδέες, τα πρόσωπα, οι όψες...
Τέλος, σε μιά στιγμή –μιά μόνο στιγμή– στάθηκε μπρος του το τεπόζιτο του λιοτριβιού, μα γοργά το αναποδογύρισε – τόδιωξε ένα πράμα βαρύ και τετράγωνο πούπεσε πάνω του. Ήταν το σκολειό ολόκληρο· από κοντά η «Φλώρα» το καΐκι του, τόνα πάνω στ' άλλο, όλα μαζί μαλλιοτραβάμενα κ' έξαλλα, και η Ζαχαρένια, η γυναίκα του η Ζαχαρένια, η μπουκάλα, ο κόκορας, ο μπατζανάκης του ο Γιώργης, η συχωρεμένη η κουνιάδα του, το «εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε», η γριά Βγενιά η κλησιάρισσα και η κολυμπήθρα τ' αγιάννη ..
Κι αυτός προχωρούσε. Πορπάταε γρήγορα, βιαστικά, σχεδόν έτρεχε.
Κάτι ήταν που αυτόν τον τυράγναε, κ' ήθελε να το πιάσει στο χέρι του. Ακριβώς τί; –δεν τόξερε– όμως τόνιωθε κάτω από της συνείδησής του τους χτύπους. Να το ξέταζε, να το περιεργάζονταν ήθελε... Εδώ τόχει, εκεί τόχει, τέλος τόπιασε... Ο παπάς ήταν αυτός, ο παπα-Στάμος! Μπράβο! Νάτος. Όπως ήταν με τον τσουπέ, το πετραχήλι, με το ευχολόγι στα χέρια του. Κι αυτός ήταν πλάι του, με τη βαφτιστημιά στην αγκαλιά του. Ήταν εκεί η γυναίκα του η Ζαχαρένια, η Σταθία η κουμπάρα του κι άλλος κόσμος. Και τον αρωτούσε ο παπάς, τον αρωτούσε. Άχ τί τούλεγε;
Εδώ 'ταν ο κόμπος – τί τούλεγε;
Για την κουμπάρα του;
Όχι.
Για το χαβάνι;
Όοοοχι.
Για κείνο το ανάποδο εβδομηνταπεντάρι που τούχαν σκάσει στον Περαία;
Όχι βρε. Άλλο, κάτι άλλο. Ά!... το βρήκε. Νά, τον αρωτούσε κοιτάζοντάς τον κατάματα. Τούλεγε:
«Αποτάσσει τω Σατανά»!
Κι αυτός αποκρίθηκε:«Αποτάσσομαι».
«Καί συντάξει τω Χριστώ» ;
Κι αυτός αποκρίθηκε:«Συνεταξάμην».
«Και πιστεύεις αυτώ»;
«Πιστεύω αυτώ ως Βασιλεί και Θεώ ημών».
«Το δε όνομα αυτής»;
«Γαρεφίτσα!»
Χα χα! ωραία! Άχ τί ωραία! Αυτό ήταν.

Από βαθιά εκεί στο βάθος της θάλασσας άρχισε να χαράζει η ήμερα.
Με τις παντόφλες, ξέπλεκη, αναστατωμένη, η γυναίκα του τον αναζήταε.
Εκεί στην άκρη στο γιαλό τον διάκρινε σα φάντασμα. Χριστός και Παναγία!... Τί έκανε λοιπόν τέτοια ώρα ο άντρας της κειδά;
Τον πλησίασε. Σίμωσε στα νύχια της πατώντας.
Τον είδε να φυσάει τρεις φορές κι άλλες τρεις να φτύνει. Φύσαε κ' έφτυνε. Έφτυνε και φύσαε.
Ήταν αχνός, ήταν χλωμός σα θειαφοκέρι.
—Γιάννη!...
Τότες αυτός την κοίταξε. Το βλέμμα του ήταν παγερό –αναίστητο– στα μάτια του έπαιζε μιά λάμψη.
Πισωπάτησε ένα βήμα.
—Αποτάσσει τω Σατανά; την αρώτησε δείχνοντάς την με το δάχτυλο.
Γιάννη μου!...
—Αποτάσσομαι. Έκαμε σοβαρά μόνος του.
—Συντάξει τω Χριστώ; την ξαναρώτησε.
Γιάννη μου ! Χρυσέ μου Γιάννη ! κ' έκαμε να τον αγκαλιάσει.
—Συνεταξάμην, ξαναποκρίθηκε μόνος του.
—Και πιστεύεις αυτώ; την ξαναρώτησε.
Η Ζαχαρένια χύθηκε τρελλή κατ' απάνω του, τον έσφιξε στην αγκαλιά της, του σφάλισε με το μάγουλό της το στόμα.
Και καθώς αυτός προσπαθούσε να ελευθερωθεί από τα μπράτσα της, τον άκουε να της λέει, προφέροντας ευλαβικά και θεοσεβούμενα τις λέξεις:
—Πιστεύω – αυτώ – ως – Βασιλεί – και – Θεώ – ημών – τω μόνω Αγαθώ και Φιλανθρώπω...

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2008

Μέχρι να πραγματοποιηθεί η Οκτάνα

Μέχρι την έλευση της Οκτάνας ας δούμε λίγο τη σημερινή κατάσταση. Προσωπικά πιστεύω ότι τα τελευταία χρόνια διανύουμε μια μεταβατική περίοδο. Βέβαια θα μπορούσε να πει κάποιος ότι δεν είναι μεταβατική αλλά λόγω της ταχύτατης τεχνολογικής εξέλιξης τα πράγματα τρέχουν πιο γρήγορα ακολουθώντας την πορεία που είχαν από πριν. Θεωρώ όμως ότι αυτή η πορεία δεν είναι διακριτή (ή τουλάχιστον δεν ήταν μέχρι πρόσφατα) και περισσότερες κατευθύνσεις είναι πιθανές. Αυτό βέβαια συνεπάγεται ότι έχουμε ακόμη τη δυνατότητα να καθορίσουμε τις εξελίξεις. Αλλά για να γίνει αυτό πρέπει πρώτα να συνειδητοποιήσουμε τη δύναμη και τις δυνατότητές μας. Και φυσικά να αναγνωρίσουμε την πραγματικότητα ως έχει. Θα σταθώ λίγο σ'αυτό το τελευταίο.

Στη σημερινή νεοελληνική (αλλά όχι μόνο) πραγματικότητα υπάρχει μια εννοιολογική παρέκκλιση. Οι λέξεις χάνουν το νόημά τους όταν τις χρησιμοποιούν πολιτικοί αλλά και πάσης φύσεως λαοπλάνοι. Στη συνέχεια αυτές οι αλλοιωμένες λέξεις περνάνε στο καθημερινό λεξιλόγιο παραμορφώνοντας τελικά την πραγματικότητα, την αντιληπτή πραγματικότητα μέσω των αισθήσεων. Σ'αυτό συμβάλλουν σε μεγάλο βαθμό τα ΜΜΕ, και δη η τηλεόραση που με το συνδυασμό εικόνων, λέξεων και μουσικής υπόκρουσης δημιουργούν μια νέα τηλεπραγματικότητα. Κι όταν οι περισσότεροι είναι και τηλεθεατές τότε αυτή η τηλεπραγματικότητα αντικαθιστά την αντιληπτική πραγματικότητα. Σ'αυτήν την τηλεπραγματικότητα αυτό που καλλιεργούν, και τελικά κυριαρχεί, είναι η απαξίωση κι η εντύπωση ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει όσο και να προσπαθήσουμε. Έτσι μπορούμε εύκολα να βρίζουμε τους πολιτικούς μας που δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες μας και παράλληλα να τους ξαναψηφίζουμε... γιατί έτσι κι αλλιώς δε θα αλλάξει κάτι. Έτσι μπορούμε να βρίζουμε τους δημοσιογράφους διότι απ'την υπηρεσία της διαφάνειας περάσαν στην αδιαφάνεια αλλά δεν τους πιέζουμε να αλλάξουν... γιατί έτσι κι αλλιώς δε θα αλλάξει κάτι.

Παράλληλα υπάρχει ένα εικονικός κόσμος, υποσύνολο της παγκόσμιας κοινότητας όπου πολλές φορές η αντιληπτική ικανότητα παραμένει ανέπαφη απ'τις τηλεπαραμορφώσεις. Εκεί βέβαια χρειάζεται γερό φίλτρο για να μη χαθεί κανείς απ'την υπερπληθώρα πληροφοριών. Αλλά αυτός ο χώρος εμφανίζεται πολλές φορές πιο υγιής και πεδίο δράσης με αποτελέσματα, όταν αυτή η η-δράση καθίσταται ικανή να μετασχηματιστεί σε δράση. Βέβαια σταδιακά τα όρια αυτών των δυο κόσμων αρχίζουν να εξαφανίζονται. Έτσι, είχαμε τις προάλλες σύλληψη για κλοπή εικονικής περιουσίας (το πως είναι δυνατό να φτάσει κάποιος να ξοδέψει 4000 ευρώ για εικονικά έπιπλα είναι αντικείμενο άλλης μελέτης).

Βέβαια αυτοί οι δυο κόσμοι δεν (πρέπει να) είναι αντίθετοι αλλά αλληλοσυμπληρούμενοι στην προσπάθειά μας να διεκδικήσουμε αυτά που μας ανήκουν. Και μπορούμε να ξεκινήσουμε από πράγματα απλά. Για αρχή ιδού ένας οδηγός συγγραφής επιστολών προς αποστολή σε εφημερίδες (που ετοίμασα για μια συγκεκριμένη μου ενασχόληση αλλά που έχει εφαρμογή όποια θεματολογία θελήσετε.)

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2008

Οκτάνα - Ανδρέας Εμπειρίκος


Επειδή παραέγινε μουσικό το ιστολόγιο, λίγος Α.Εμπειρίκος

Όταν διά της πίστεως και της καλής θελήσεως, αλλά και από επιτακτικήν, αδήριτον ανάγκην δημιουργηθούν αι προϋποθέσεις και εκτελεσθούν όχι οικοδομικά, ή ορθολογιστικά, μα διαφορετικά τελείως έργα, εις την καρδιά του μέλλοντος, εις την καρδιά των υψηλών οροπεδίων και προ παντός μέσ στην καρδιά του κάθε ανθρώπου, θα υπάρξη τότε μόνον η Νέα Πόλις και θα ονομασθή πρωτεύουσα της ηνωμένης, της αρραγούς και αδιαιρέτου Οικουμένης.
Άγνωστον αν η παλαιά, που εκτείνεται προ του ωκεανού στα πόδια του κατακορύφου βράχου που μοιάζει με το Τζέμπελ-αλ-Ταρέκ, άγνωστον αν θα εγκαταλειφθή, ή αν θα υφίσταται καν στα χρόνια εκείνα, ή αν, απέραντη και κενή, θα διατηρηθή ως δείγμα μιας ελεεινής, μιας αποφράδος εποχής, ή ως θλιβερόν μουσείον διδακτικόν, πλήρες παραδειγμάτων προς αποφυγήν. Εκείνο που είναι βέβαιον είναι ότι η Νέα Πόλις θα οικοδομηθή, ή μαλλον θα δημιουργηθή, και θα είναι η πρωτεύουσα του Νέου Κόσμου, εις την καρδιά του μέλλοντος και των ανθρώπων, μετά χρόνια πολλά, οδυνηρά, βλακώδη και ανιαρά, ίσως μετά από μίαν άλωσιν οριστικήν, μετά την μάχην την τρομακτικήν του επερχομένου Αρμαγεδδώνος.

Δεν θα εξετάσω τας λεπτομερείας. Είναι μακράν ακόμη η εποχή, ώστε από τούδε να τας γνωρίζωμεν καταλεπτώς, ή «a priori». Αυτό που με ενδιαφέρει απολύτως και θα έπρεπε να ενδιαφέρη όλους είναι ότι η Νέα Πόλις θα ολοκληρωθή, θα γίνη. Όχι βεβαίως από αρχιτέκτονας και πολεοδόμους οιηματίας, που ασφαλώς πιστεύουν, οι καημένοι, ότι μπορούν αυτοί τους βίους των ανθρώπων εκ των προτέρων να ρυθμίζουν και το μέλλον της ανθρωπότητος, με χάρακες, με υποδεκάμετρα, γωνίες και «ταυ», μέσα στα σχέδια της φιλαυτίας των, ναρκισσευόμενοι (μαρξιστικά, φασιστικά, ή αστικά), πνίγοντες και πνιγόμενοι, να κανονίζουν.
Όχι, δεν θα κτισθή η Νέα Πόλις έτσι΄ μα θα κτισθή απ όλους τους ανθρώπους, όταν οι άνθρωποι, έχοντες εξαντλήσει τας αρνήσεις, και τας καλάς και τας κακάς, βλέποντες το αστράπτον φως της αντισοφιστείας τουτέστι το φως της άνευ δογμάτων, άνευ ενδυμάτων Αληθείας παύσουν στα αίματα και στα βαριά αμαρτήματα χέρια και πόδια να βυθίζουν, και αφήσουν μέσα στις ψυχές των, με οίστρον καταφάσεως, όλα τα δένδρα της Εδέμ, με πλήρεις καρπούς και δίχως όφεις μά τον Θεό, ή τους Θεούς τελείως ελεύθερα ν΄ ανθίσουν.
Ναι, ναι (αμήν, αμήν λέγω υμίν), σας λέγω την αλήθειαν. Η Νέα Πόλις θα κτισθή και δεν θα είναι χθαμαλή σε βαλτοτόπια. Θα οικοδομηθή στα υψίπεδα της Οικουμένης, μα δεν θα ονομασθή Μπραζίλια, Σιών, Μόσχα, ή Νέα Υόρκη, αλλά θα ονομασθή η πόλις αυτή Οκτάνα.


Και τώρα ο καθείς θα διερωτηθή ευλόγως: «Μα τι θα πη Οκτάνα ;»

Δίκαιον το ερώτημα και η απάντησις θα έλθη γρήγορα. Όμως διά να γίνη πλήρως νοητή, ρίξετε πρώτα μέσα σας μια καλή ματιά και ευθύς μετά ρίξετε άλλη μία τριγύρω σας δεξιά και αριστερά, πάνω και κάτω. Έπειτα κλείστε τα μάτια σας για μια στιγμή και ανοίξτε τα αποτόμως, ανοίγοντας διάπλατα και τις ψυχές σας. Η απάντησις θα βρίσκεται μπροστά σας, όχι μονάχα νοητή, μα και απτή σώμα περικαλλές και έμψυχον και σφύζον.

Και τώρα (αμήν, αμήν) λέγω υμίν:

Οκτάνα , φίλοι μου, θα πη μεταίχμιον της Γης και του Ουρανού, όπου το ένα στο άλλο επεκτεινόμενο ένα τα δύο κάνει.
Οκτάνα θα πη πυρ, κίνησις, ενέργεια, λόγος σπέρμα.
Οκτάνα θα πη έρως ελεύθερος με όλας τας ηδονάς του.
Οκτάνα θα πη ανά πάσαν στιγμήν ποίησις, όμως όχι ως μέσον εκφράσεως μόνον, μα ακόμη ως λειτουργία του πνεύματος διηνεκής.
Οκτάνα θα πη η εντελέχεια εκείνη, που αυτό που είναι αδύνατον να γίνη αμέσως το κάνει εν τέλει δυνατόν, ακόμη και την χίμαιραν, ακόμη και την ουτοπίαν, ίσως μια μέρα και την αθανασίαν του σώματος και όχι μονάχα της ψυχής.
Οκτάνα θα πη το «εγώ» «εσύ» να γίνεται (και αντιστρόφως το «εσύ» «εγώ») εις μίαν εκτόξευσιν ιμερικήν, εις μίαν έξοδον λυτρωτικήν, εις μίαν ένωσιν θεοτικήν, εις μίαν μέθεξιν υπερτάτην, που ίσως αυτή να αποτελή την θείαν Χάριν, το θαύμα του εντός και εκτός εαυτού, κάθε φοράν που εν εκστάσει συντελείται.
Οκτάνα θα πη η ενόρασις και η διαίσθησις εκείνη, που επιτρέπουν σωστά να νοιώθης, να καταλαβαίνης όλην την αγωνίαν των αλγούντων, τα λόγια τα συμβολικά του Ιησού, όλην την σκέψιν των αθέων, τας αστραπάς των προφητών και όλην την σημασίαν των τηλαυγών εκλάμψεων του Ζαραθούστρα.
Οκτάνα θα πη (χωρίς να περιφρονούμε του γήρατος την σοφίαν) θα πη πάση θυσία διατήρησις της παιδικής ψυχής εις όλα τα στάδια της ωριμότητος, εις όλας τας εποχάς του βίου, διότι άνευ αυτής και η πιο χρυσή νεότης γρήγορα στάχτη γίνεται και χάνεται και φεύγει και μένει στη θέσι της η θλίψις, η άνευ ελπίδων μεταμέλεια και η στυγνή ρυτίς.
Οκτάνα θα πη εν πλήρει αθωότητι Αδάμ, εν πλήρει βεβαιότητι Αδάμσυν-Εύα.
Οκτάνα θα πη οι άνθρωποι άγγελοι να γίνουν, αλλ άγγελοι με φύλον φανερόν, συγκεκριμένον.
Οκτάνα θα πη επί γης Παράδεισος, επί της γης Εδέμ, χωρίς προπατορικόν αμάρτημα, πέραν πάσης εννοίας κακού, με ελευθέραν εις πάσαν περίπτωσιν παντού και την αιμομιξίαν.
Οκτάνα θα πη απόλυτος ενότης πνεύματος και ύλης.
Οκτάνα θα πη διατήρησις επαφής και στα απώτερα σημεία των εξελίξεων με πάσαν πηγήν που όντως αποτελεί των αρχετύπων της ζωής ιερή μια νερομάνα.
Οκτάνα θα πη παν ότι μάχεται τον θάνατον και την ζωήν παντού και πάντοτε διαφεντεύει.
Οκτάνα θα πη αληθινή ελευθερία και όχι εκείνη η φοβερά ειρωνεία, να λέγεται ελευθερία ό,τι χωρεί ή ό,τι εναπομένει στα ελάχιστα περιθώρια που αφήνουν στους ανθρώπους οι απάνθρωποι νόμοι των περιδεών και των τυφλών ή ηλιθίων.
Οκτάνα θα πη , όχι πολιτικής, μια ψυχικής ενότητος Παγκόσμιος Πολιτεία (πιθανώς Ομοσπονδία) με ανέπαφες τις πνευματικές και εθνικές ιδιομορφίες εκάστης εθνικής ολότητος, εις μίαν πλήρη και αρραγή αδελφοσύνην εθνών, λαών και ατόμων, με πλήρη σεβασμόν εκάστου, διότι αυτή μόνον εν τέλει θα ημπορέση διά της κατανοήσεως, διά της αγωνιστικής καλής θελήσεως, ουδόλως δε διά της βίας, τας τάξεις και την εκμετάλλευσιν του ανθρώπου από τον άνθρωπον να καταργήση, να εκκαθαρίση επιτέλους!

Οκτάνα θα πη παντού και πάντα εν ηδονή ζωή.
Οκτάνα θα πη δικαιοσύνη.
Οκτάνα θα πη αγάπη.
Οκτάνα θα πη παντού και πάντα καλωσύνη.
Οκτάνα θα πη η αγαλλίασις εκείνη που φέρνει στα χείλη την ψυχή και εις τα όργανα τα κατάλληλα με ορμήν το σπέρμα.
Οκτάνα, φίλοι μου, θα πη, απόλυτος μη συμμόρφωσις με ό,τι αντιστρατεύεται, ή μάχεται, ή αναστέλλει την έλευσιν της Οκτάνα.
Οκτάνα θα πη μη συμμετοχή και μη αντίταξι βίας εις την βίαν.
Οκτάνα θα πη ό,τι στους ουρανούς και επί της γης ηκούετο, κάθε φοράν που ως μέγας μαντατοφόρος, με έντασιν υπερκοσμίου τηλεβόα, ο ʼγγελος Κυρίου εβόα.
Ιδού με ολίγα λόγια, αλλά σαφή, ιδού τι θα πη, φίλοι μου, Οκτάνα.
Και τώρα θα προσθέσω:
Όσοι από σας πια βαρεθήκατε στον κόσμο αυτόν τον άδικον και τον βλακώδη να άγεσθε και να φέρεσθε από τους ψεύτες, από τους σοφιστάς και λαοπλάνους, όσοι πια βαρεθήκατε οι δεσμοφύλακές σας σαν τόπια ταλαίπωρα να σας εξαποστέλλουν εις τον Καϊάφα και πριν απ αυτόν στον ʼννα, προσμένοντας να έλθη η Ώρα η χρυσαυγής, η πολυύμνητος και ευλογημένη, όσοι πιστοί, όσοι ζεστοί, όσοι την σημερινήν ελεεινήν πραγματικότητα να αλλάξετε ποθείτε, προσμένοντας να έλθη η Ώρα, όσοι πιστοί, όσοι ζεστοί, ελάτε και ως ανακράξωμεν μαζί (νυν και αεί, νυν και αεί) σαν προσευχή και σαν παιάνα, ας ανακράξωμεν μαζί, με μια ψυχή, με μια φωνή ΟΚΤΑΝΑ!

A tribute to Paul Sidiro

Αύριο 13 Φεβρουάριου ημέρα γενέθλιων, αλλά και ημέρα γενικής απεργίας. Νομίζω ότι σχεδόν όλοι μας περάσαμε από το στάδιο που ακούγαμε Παύλο Σιδηρόπουλο.
Εγώ σήμερα ανεβάζω ένα τραγούδι που μου αρέσει πάρα πολύ ακόμη και σήμερα. Να μη ξεχάσω να αφιερώσω το συγκεκριμένο τραγούδι στο ΚΚΕ στο ΠΑΜΕ καθώς και στον νεοεκλεγέντα πρόεδρο του Συνασπισμού Κό Αλέξη Τσίπρα.
Εξάλλου ως γνωστόν πάνω απ’ όλα το δόγμα οποιαδήποτε παρέκκλιση από αυτό αντιμετωπίζεται με διαγραφή.




Τη δύναμή σου πουλάς σ' ένα γιαπί
φορτώνοντας τσιμέντο και λάσπη το κορμί
κλειδώνεις σπίτι με πόνο την καρδιά
και κατεβάζεις τα ρολλά
και στα όνειρα σιωπή
ζητάς ελευθερία "Αέρα" "Αλβανία"
Ο πόθος σου με γκόμενας μορφή
αυτό που για άλλους είναι καθημερινή ζωή
μα ειν' η τσέπη άδεια κι η κούραση σφυρί
θέ μου θα τόθελες θα τόθελες κι εσύ
λιγάκι να γλεντήσεις σαν άνθρωπος να ζήσεις
Συνήθισες να περπατάς σκυφτά
κι ο ινστρούχτορας σου φέρεται γλυκά
δύναμη κόμμα, αγώνας και φωτιά
κι ο κουλτουριάρης στα μπάρ να σ' αγαπά
όταν το βράδυ η μοναξιά
τα σώβρακά σου πιτσιλά
Σε μια σκοπιά στο Ελληνικό στρατό
σκλάβος ανώνυμος του δεκανέα και εδώ
κοιτάς με δέος ένα τυχαίο φρικιό
να φεύγει τρέχοντας απ' τον τρελογιατρό
κουνώντας το χαρτάκι
το I5 το μικράκι
Σε φάμπρικα πιάνεις δουλειά
μα κάποια ανύποπτη και σκοτεινή βραδυά
αναρχικοί βάζουν φωτιά
τ' αφεντικό σου πανικός ... χωρίς λεφτά...
ένα θηρίο σε καλεί... νιώθεις μια άγρια ηδονή
Ανεργος τώρα ζητάς καινούργια αρχή
με σλήπιν μπαγκ στον ώμο φίλος από παιδί
κουτσά στραβά σου λέει τη βγάζω καθαρή
μα είναι δικιά μου δικιά μου η ζωή
κι εσύ να περιμένεις
με γνώση ότι πεθαίνεις
Εφημερίδα ... φωτογραφία μικρή, μιλάει για σένα για κάποιον πωλητή
ήτανε βράδυ, ήτανε κι η βροχή
τ' αφεντικό παρθένα, στο πρώτο της φιλί
"με λήστεψε" τους λέει "το πιο καλό παιδί"
Ο αλέκτορ λάλησε την τρίτη του φορά,
το κόμμα τώρα σε διαγράφει βιαστικά,
οι σύντροφοί σου ; "μα ήταν φύση αναρχικιά"
"αυτά, απ' τ' άλλα, εκείνα ,
συμβαίνουνε κι αυτά"
Μνήμες, καπνός, αμφιβολία καμμιά.
Μονάχ' ακόμα μία, ...μελανιά
σε μιας εφημερίδας τη γωνιά.

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2008

Αγρύπνια - Θανάσης Παπακωνσταντίνου

Μία δύσκολη βραδιά έφυγε μία άχαρη μέρα ξημέρωσε και μία ακόμη ποιο σκληρή νύχτα έπεται.
Τούτες τις μέρες ο καιρός εδώ στη πρωτεύουσα του χάους είναι σκληρός. Έχει έντονη συννεφιά, φυσάει με μεγάλη ένταση ενώ και το κρύο είναι αρκετά έντονο.
Νιώθω στριμωγμένος. Και η νύχτα το κάνει ποιο δύσκολο. Έρχονται στιγμές που οι στίχοι αυτού του τραγουδιού ζωντανεύουν. "Δεν αγαπάς αφήνεις τους ψύλους σου στους ήχους που φτάνουν από μακριά".
Είναι έντονες οι στιγμές. Είναι από αυτές που χαράσσονται στη μνήμη. Άλλος ένας σκόπελος έρχεται για να προστεθεί στις αναμνήσεις μου.
Έχω την αίσθηση ότι οι αναμνήσεις μου, περιγράφουν ένα ταξίδι σε φουρτουνιασμένη θάλασσα. Ένα ταξίδι γεμάτο σκοπέλους και αέρηδες. Σε κάθε περίπτωση όμως ταξίδι. Ένα ταξίδι που βρίσκεται σε εξέλιξη. Δε μπορώ να μιλήσω πλέον για προορισμό, γιατί έχω παρεκκλίνει αρκετά από την πορεία που αρχικά χάραξα, τόσο ώστε η επιστροφή σε αυτή να καθίσταται πλέον αδύνατη. Άμεση προτεραιότητα, η εύρεση ενός λιμανιού. Τα χρόνια πέρασαν και το σκαρί σιγά - Σιγά παλιώνει. Χρειάζεται μία στάση για εργασίες συντήρησης προκειμένου να μπορεί να συνεχίσει το ταξίδι του απρόσκοπτα...

Γυναίκα-Δαίμονας

Είχε καιρό να νιώσει τέτοια ευχάριστη διάθεση. Αποφάσισε να πάρει ένα βιβλίο και να πάει σ'ένα bistrot, να διαβάσει απολαμβάνοντας την όμορφη ημέρα κι ένα ροζέ. Ήταν δε θα'ταν ένα τέταρτο όταν την είδε να μπαίνει. Μια αιθέρια ύπαρξη, τα μαύρα κυματιστά μαλλιά της να κατεβαίνουν και να χαϊδεύουν απαλά τα αχνοκοκκινισμένα μάγουλά της και τα μαύρα μάτια της να λάμπουν σαν να ήταν αυτόφωτα. Ένιωσε να του κόβεται προς στιγμή η ανάσα όταν περνώντας από δίπλα του διασταυρώθηκαν στιγμιαία οι ματιές τους. Κάθισε δυο τραπέζια παραδίπλα σχεδόν απέναντί του. Έμεινε για κάποιες στιγμές προσηλωμένος πάνω της ώσπου σκέφτηκε ότι μπορεί να της προκαλέσει αμηχανία ένα τέτοιο αδιάκριτο βλέμμα. Προσπάθησε να επιστρέψει στο διάβασμά του αλλά του ήταν αδύνατο να συγκεντρωθεί.

Συνέχισε να τη κοιτά. Κάποια στιγμή αυτή σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε αυτή τη φορά για λίγα παραπάνω δευτερόλεπτα. Και τότε ένιωσε ένα περίεργο αλλά έντονο συναίσθημα. Ένα συναίσθημα αντιφατικό, ταυτόχρονα πανέμορφο κι ανησυχητικό. Απ'τη μια τον πλημμύρισε μια ευφορία, απ'την άλλη ένα αίσθημα ναυτίας. Κι όπως την κοιτούσε νόμισε ότι την είδε να τρεμοπαίζει, σα μια σκιά κινούταν εντός της. «Θα με ζάλισε η χάρη της, ή το κρασί» σκέφτηκε. Όσο και να προσπαθούσε δεν κατάφερνε να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Ήταν ακατανίκητη η έλξη που ένιωθε, η απόλυτη συγκέντρωση του στην κάθε λεπτομέρεια, στην κάθε της κίνηση. Πως έβγαζε το τσιγάρο απ'το πακέτο, πως το άναβε, πως άφηνε την πρώτη τζούρα στον αέρα σηκώνοντας ελαφρά το κεφάλι.

Τότε γύρισε και τον ξανακοίταξε. Κι αυτήν την φορά του χαμογέλασε. Ήταν τόσο γλυκό και θελκτικό που αν πέθαινε εκείνη τη στιγμή θα ήταν με το χαμόγελο στο στόμα. Αλλά εκείνη τη στιγμή είδε παράλληλα κάτι που δε θα ξεχάσει ποτέ στη ζωή του. Η σκιά που νόμισε ότι έβλεπε πιο πριν τώρα άρχισε να σχηματοποιείται σε μια γκρίζα γυναικεία μορφή με το ίδιο όμορφο πρόσωπο αλλά πιο οστέινο κι απόκοσμο, μ'ένα ακαταμάχητο στήθος, με φτερά δαίμονα στην πλάτη της και τα πόδια της να μετασχηματίζονται σταδιακά σε ερπετό. Κι όσο ερωτικό κι ηδονικό ήταν το χαμόγελο της γυναίκας τόσο τρομακτικό και κοντά στο θάνατο ήταν αυτό της γκρίζας καλλονής. Κι είδε να απλώνει το χέρι της και να εισέρχεται στο θώρακά του και να του σφίγγει την καρδιά με τα γαμψά της νύχια προκαλώντας του ένα αίσθημα επικείμενου θανάτου. Παράλληλα το χαμόγελο της γυναίκας γινόταν ολοένα και πιο ερωτικό νιώθοντας τέτοια ηδονή που πίστευε ότι από στιγμή σε στιγμή θα έφτανε στην κορύφωση. Κι ήταν πεπεισμένος ότι όταν γινόταν αυτό ο δαίμονας θα του έπαιρνε τη ζωή. Ένιωθε να εξαντλείται από τη δύναμη του έρωτα και της ζωής χωρίς να μπορεί αντιδράσει. Ώσπου κάποια στιγμή κάποιος πέρασε ανάμεσά τους διακόπτοντας στιγμιαία την οπτική τους επαφή. Μπόρεσε έτσι να αποτραβήξει το βλέμμα του.

Κι ο δαίμονας εξαφανίστηκε, έμεινε μόνο η γυναίκα με το γλυκό χαμόγελο, και μια πληγή στην καρδιά του. Μέχρι την επόμενη φορά...

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2008

Όταν Πονά Ένας Φίλος

Ξέρω φίλε πονάς. Το διαβάζω στα γραπτά σου, το ακούω στη φωνή σου, το βλέπω στα μάτια σου. Θέλω να ξέρεις ότι είμαι πάντα δίπλα σου. Έχεις ένα στήριγμα. Μπορεί τα λόγια μου να μην είναι τα ιδανικά αλλά η ψυχή μου είναι μαζί σου. Ξέρω ότι τώρα νιώθεις ότι κανείς δε σε καταλαβαίνει αλλά δεν είναι αλήθεια. Σε καταλαβαίνω φίλε μου, κατανοώ τον πόνο σου αλλά δεν το ζω. Αυτός ο πόνος σου ανήκει για την ώρα. Ζήσε τον, ξέροντας ότι κάποιος είναι δίπλα σου να σε κρατήσει αν πέσεις. Διότι ακόμη κι αυτός ο πόνος είναι ζωή.
Σ'αγαπώ φίλε μου!

If you're leaving close the door.
I'm not expecting people anymore.
Hear me grieving, I'm lying on the floor.
Whether I'm drunk or dead I really aint too sure.
I'm a blind man, I'm a blind man and my world is pale.
When a blind man cries, lord, you know there ain't no sadder tale.

Had a friend once in a room,
Had a good time but it ended much too soon.
In a cold month in that room
We found a reason for the things we had to do.

I'm a blind man, I'm a blind man, now my room is cold.
When a blind man cries, lord, you know he feels it from his soul.

Ο Μηχανισμός

Με πείσανε να γίνω ρεβιζιονιστής
Και να γυρίσω δίσκο
Θα ‘ρθει όμως καιρός που κι εσύ θε να πειστείς
Πως έτσι δεν τη βρίσκω.

Τι θα κάνω ήτανε γραφτό
Θέλω δεν το θέλω ότι τραγουδώ
Να το πουλώ να ζήσω
Όταν πάω στον παραγωγό
Πρέπει να βολέψω έτσι το γραφτό
Να του γυαλίσει, για να το πουλήσει
Να ‘χει σαλέπι, για να σας αρέσει
Να έχει θέμα με έρωτα και αίμα
Να είναι λόγια, λόγια κομπολόγια
Να σας καλοκαρδίσω
Για να σας γαλουχήσω.

Κι από χρέος συναδελφικό
Να χαμογελάω στο κοινό
Να του σαλεύω για να το μερεύω
Να του σφυρίζω να το νανουρίζω
Να το φουντώνω να το ξεφουσκώνω
Και στην κομμούνα να είμαι οπορτούνα
Για να σας εκτονώνω
Με πλαίσιο το νόμο.

Δουλειά σου είναι μούπανε να κρύβεις τα τρωτά
Των καθιερωμένων
Για να διατηρήσουμε τα οικονομικά
Των ευαρεστημένων.

Σιγουριά και δόξα το θεώ
Τα καλά στον καπιταλισμό
Είναι πως έχει βίδα.

Άμα πιάσεις το μηχανισμό
Από τ’ αυτιά τον πιάνεις το λαγό
Τον Πελοπίδα τρως με μια τσιμπίδα
Στην Παρθενόπη χαρίζεις ένα τόπι
Και με τα χρόνια γυρνάς μες στα σαλόνια
Ξεχνάς ποια μάνα σε γένναε στο κλάμα
Και του εργάτη καβάλλησες την πλάτη.
Μα θε να πει Αμάν πια
Και πας ες τα κομμάτια
Και άει στα κομμάτια.

Με πείσανε να γίνω ρεβιζιονιστής
Και να γυρίσω δίσκο
Θα ‘ρθει όμως καιρός που κι εσύ θε να πειστείς
Πως έτσι δεν τη βρίσκω.


Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2008

Canned Heat - On The Road Again

Έχετε τάσεις φυγής; Σας έλκει ο δρόμος; Σκέφτεστε πάντα ότι την επόμενη ώρα, μέρα εβδομάδα, μήνα, χρόνο θα βρίσκεστε κάπου αλλού; Δε στεριώσατε ποτέ σας πουθενά; Νιώθατε πάντα περαστικοί;
Μην ανησυχείτε έχετε βιώσει τα ποιο όμορφα συναισθήματα. Είναι όμορφο να νιώθεις τη δύναμη της έλξης του δρόμου. Είναι καταπληκτικό η ιδέα της απόδρασης να σε τραβάει από τα μαλλιά. Ο δρόμος κρύβει μυστικά. Ο δρόμος έχει την ουσία. Στο δρόμο θα συναντήσουμε πραγματικά ελεύθερους και ενδιαφέροντες ανθρώπους. Ο δρόμος έχει τις εμπειρίες που ονειρευόμαστε...




Well, I'm so tired of crying,
But I'm out on the road again.
I'm on the road again.
Well, I'm so tired of crying,
But I'm out on the road again.
I'm on the road again.
I ain't got no woman
Just to call my special friend.
You know the first time I traveled hard
Out in the rain and snow -
In the rain and snow,
You know the first time I traveled hard
Out in the rain and snow -
In the rain and snow,
I didn't have no payroll,
Not even no place to go.
And my dear mother left me
When I was quite young -
When I was quite young.
And my dear mother left me
When I was quite young -
When I was quite young.
She said "Lord, have mercy
On my wicked son."
Take a hint from me, mama,
Please don't you cry no more -
Don't you cry no more.
Take a hint from me, mama,
Please don't you cry no more -
Don't you cry no more.
'Cause it's soon one morning
Down the road I'm going.
But I aint going down
That long old lonesome road
All by myself.
But I aint going down
That long old lonesome road
All by myself.
I can't carry you, Baby,
Gonna carry somebody else.

Υλική Αμνησία

Σταμάτησε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου και κατέβηκε. Προχώρησε λίγο προς την πλαγιά κι ατένισε για λίγα λεπτά τον ορίζοντα. Τι του συνέβαινε; Δε θυμόταν ούτε που ήταν ούτε που πάει. Και το κυριότερο δε θυμόταν ποιος ήταν! Το πρώτο πράγμα που θυμόταν ήταν όταν πριν από λίγη ώρα οδηγούσε το αυτοκίνητο. Και τώρα τίποτα. Τι θα έκανε; Αποφάσισε να καθίσει λίγο, να ηρεμήσει μήπως και θυμηθεί κάτι ή του'ρθει καμιά ιδέα για το τι να κάνει. Τα λεπτά περνούσαν, οι ώρες περνούσαν αλλά τίποτα. Ο ήλιος πλησίαζε προς τη δύση του. Γύρισε στο αυτοκίνητο κι άρχισε να ψάχνει τα χαρτιά. Βρήκε το δίπλωμα, είδε γραμμένο αυτό που υποτίθεται ήταν το όνομά του. Καμία αντίδραση! Διάβασε τη διεύθυνση. Τουλάχιστον ήξερε τον προορισμό του. Τώρα έπρεπε να βρει και πως θα έφτανε εκεί.

Αποφάσισε να συνεχίσει στην ίδια κατεύθυνση ελπίζοντας ότι ο αρχικός του προορισμός ήταν το σπίτι του. Σε κάθε περίπτωση όταν θα συναντούσε το πρώτο χωριό ή πόλη θα το έψαχνε στο χάρτη και έβρισκε το δρόμο που τον οδηγούσε στο τέρμα. Για καλή του τύχη η πρώτη πόλη που συνάντησε η αυτή που αναγραφόταν στο δίπλωμά του. Αρκούσε τώρα να έψαχνε τη διεύθυνση. Όταν έφτασε κοντά στην οδό που αναζητούσε, στάθμευσε το αυτοκίνητο και συνέχισε με τα πόδια. Μόλις βρέθηκε στο πεζοδρόμιο, μια περίεργη αίσθηση τον κυρίευσε. Καθώς προχωρούσε ένιωθε ότι κάποιοι περνούσαν δ;πλα τ;υ σαν να αγν;ούσ;ν την ύπ;ρξή του. Υπήρ;αν και 1-2 που έ;εσαν επάνω του.

Βρήκε επιτέλους τη διεύθυνση. Έβγαλε τα κλειδιά που είχε στην τσέπη του κι αφού δοκίμασε κάποια βρήκε αυτό που άνοιγε την πόρτα της εισόδου της οικοδομής. Αποφάσισε να ανέβει από τα σκαλιά ψάχνοντας το κουδούνι που θα έχει το όνομα που ήταν γραμμένο στο δίπλωμα. Τελικά το βρήκε. Άνοιξε την πόρτα και μετά τον πρώτο δισταγμό, μπήκε. Γύρισε όλα τα δωμάτια. Καμιά οικειότητα, τίποτα το γνώριμο. Άρχισε να ψάχνει στα συρτάρια, τις ντουλάπες, τίποτα. Είδε τον υπολογιστή. Τον άνοιξε κι άρχισε να διαβάζει τα η-γράμματά του. Στη συνέχεια έψαξε τους σελιδοδείκτες του. Εκεί βρήκε κάτι που λεγόταν facebook. Το άνοιξε και βρέθηκε μπροστά στο προφίλ του, με τη φωτογραφία του. Εκεί έμαθε πότε γεννήθηκε, που και τι σπούδασε, που δούλευε (ήταν μεταφραστής λογοτεχνικών έργων από και προς τα γαλλικά, ισπανικά και ρώσικα). Επίσης ότι είχε 19 φίλους, ότι το προσδόκιμο ζωής του ήταν 83 έτη, τι βιβλία έχει διαβάσει κλπ. Άρχισε να η-ξεφυλλίζει τις φωτογραφίες. Ξαφνικά έ;ιωσε κ.ι πά.ι περ.ε.γα. Σαν έ.α ολ.γρ.μμα πο. τρ.μό.αιζε. Τον πήρε ο ύπνος πάνω στο γραφείο.

Την επόμενη ημέρα όταν ξύπνησε αποφάσισε να πάει στο χώρο εργασίας του μήπως και καταφέρει και θυμηθεί τίποτα. Μπαίνοντας επανήλθε αυτό το ιδι;μορ;ο συνα;σ;ημα. Ότ;ν του ε;παν κα;ημέ;α δεν κα;άλ;βε τ;ποτ;. Μα ;ταν δυ;;τό να ε;χε ξ;χά;ει κ;ι τη γ;ώσ;α του, ό;αν μ;λισ;α μ;λο;σε το;ες γλ;;σες; Και τ;τε σε π;ια γλ;;σα σκ;φ;οτα;; Ε;αν;;ηφθ;κε η σκ;νή το; πεζ;δρ;μ;ου, πιο ;ντο;η αυ;ή τη φ;ρά. Α;το; πο; το; αγν;ού;;ν όχι ;πλά δε; έ;εφτ;ν π;νω του αλ;ά τον δι;π;ρνο;σαν, σαν να ;ταν ;υλος. Ό;οι τον έβ;επ;ν και το; μι;ού;;ν, δεν το;ς κα;αλ;βαι;ε. Στην πρ;σπ;θε;ά του να απ;ντ;σει ;βγ;;ναν ακ;τάλ;πτ;ι ή;οι απ; το στ;μα τ;υ. Μ;λις μπ;;ε στ; γρ;φε;ο τ;υ στ;θ;;ε μπ;;στά στ;ν καθ;;πτη. Το εί;ω;ό του ή;αν δι;φα;ο. Κοί;;ξε τα χ;ρια το; που σι;ά-σ;γά εξ;φαν;;ονταν μέ;;ι πο; δεν υπ;;χε πλέ;ν είδ;;ο.

Είχε εξαϋλωθεί. Το μόνο που απέμενε ήταν η σκέψη του. Αλλά κι αυτή εξασθενούσε, σαν να χαμήλωνε κάποιος την ένταση του ήχου. Ώσπου χάθηκε κι αυτή!