Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2008

Υλική Αμνησία

Σταμάτησε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου και κατέβηκε. Προχώρησε λίγο προς την πλαγιά κι ατένισε για λίγα λεπτά τον ορίζοντα. Τι του συνέβαινε; Δε θυμόταν ούτε που ήταν ούτε που πάει. Και το κυριότερο δε θυμόταν ποιος ήταν! Το πρώτο πράγμα που θυμόταν ήταν όταν πριν από λίγη ώρα οδηγούσε το αυτοκίνητο. Και τώρα τίποτα. Τι θα έκανε; Αποφάσισε να καθίσει λίγο, να ηρεμήσει μήπως και θυμηθεί κάτι ή του'ρθει καμιά ιδέα για το τι να κάνει. Τα λεπτά περνούσαν, οι ώρες περνούσαν αλλά τίποτα. Ο ήλιος πλησίαζε προς τη δύση του. Γύρισε στο αυτοκίνητο κι άρχισε να ψάχνει τα χαρτιά. Βρήκε το δίπλωμα, είδε γραμμένο αυτό που υποτίθεται ήταν το όνομά του. Καμία αντίδραση! Διάβασε τη διεύθυνση. Τουλάχιστον ήξερε τον προορισμό του. Τώρα έπρεπε να βρει και πως θα έφτανε εκεί.

Αποφάσισε να συνεχίσει στην ίδια κατεύθυνση ελπίζοντας ότι ο αρχικός του προορισμός ήταν το σπίτι του. Σε κάθε περίπτωση όταν θα συναντούσε το πρώτο χωριό ή πόλη θα το έψαχνε στο χάρτη και έβρισκε το δρόμο που τον οδηγούσε στο τέρμα. Για καλή του τύχη η πρώτη πόλη που συνάντησε η αυτή που αναγραφόταν στο δίπλωμά του. Αρκούσε τώρα να έψαχνε τη διεύθυνση. Όταν έφτασε κοντά στην οδό που αναζητούσε, στάθμευσε το αυτοκίνητο και συνέχισε με τα πόδια. Μόλις βρέθηκε στο πεζοδρόμιο, μια περίεργη αίσθηση τον κυρίευσε. Καθώς προχωρούσε ένιωθε ότι κάποιοι περνούσαν δ;πλα τ;υ σαν να αγν;ούσ;ν την ύπ;ρξή του. Υπήρ;αν και 1-2 που έ;εσαν επάνω του.

Βρήκε επιτέλους τη διεύθυνση. Έβγαλε τα κλειδιά που είχε στην τσέπη του κι αφού δοκίμασε κάποια βρήκε αυτό που άνοιγε την πόρτα της εισόδου της οικοδομής. Αποφάσισε να ανέβει από τα σκαλιά ψάχνοντας το κουδούνι που θα έχει το όνομα που ήταν γραμμένο στο δίπλωμα. Τελικά το βρήκε. Άνοιξε την πόρτα και μετά τον πρώτο δισταγμό, μπήκε. Γύρισε όλα τα δωμάτια. Καμιά οικειότητα, τίποτα το γνώριμο. Άρχισε να ψάχνει στα συρτάρια, τις ντουλάπες, τίποτα. Είδε τον υπολογιστή. Τον άνοιξε κι άρχισε να διαβάζει τα η-γράμματά του. Στη συνέχεια έψαξε τους σελιδοδείκτες του. Εκεί βρήκε κάτι που λεγόταν facebook. Το άνοιξε και βρέθηκε μπροστά στο προφίλ του, με τη φωτογραφία του. Εκεί έμαθε πότε γεννήθηκε, που και τι σπούδασε, που δούλευε (ήταν μεταφραστής λογοτεχνικών έργων από και προς τα γαλλικά, ισπανικά και ρώσικα). Επίσης ότι είχε 19 φίλους, ότι το προσδόκιμο ζωής του ήταν 83 έτη, τι βιβλία έχει διαβάσει κλπ. Άρχισε να η-ξεφυλλίζει τις φωτογραφίες. Ξαφνικά έ;ιωσε κ.ι πά.ι περ.ε.γα. Σαν έ.α ολ.γρ.μμα πο. τρ.μό.αιζε. Τον πήρε ο ύπνος πάνω στο γραφείο.

Την επόμενη ημέρα όταν ξύπνησε αποφάσισε να πάει στο χώρο εργασίας του μήπως και καταφέρει και θυμηθεί τίποτα. Μπαίνοντας επανήλθε αυτό το ιδι;μορ;ο συνα;σ;ημα. Ότ;ν του ε;παν κα;ημέ;α δεν κα;άλ;βε τ;ποτ;. Μα ;ταν δυ;;τό να ε;χε ξ;χά;ει κ;ι τη γ;ώσ;α του, ό;αν μ;λισ;α μ;λο;σε το;ες γλ;;σες; Και τ;τε σε π;ια γλ;;σα σκ;φ;οτα;; Ε;αν;;ηφθ;κε η σκ;νή το; πεζ;δρ;μ;ου, πιο ;ντο;η αυ;ή τη φ;ρά. Α;το; πο; το; αγν;ού;;ν όχι ;πλά δε; έ;εφτ;ν π;νω του αλ;ά τον δι;π;ρνο;σαν, σαν να ;ταν ;υλος. Ό;οι τον έβ;επ;ν και το; μι;ού;;ν, δεν το;ς κα;αλ;βαι;ε. Στην πρ;σπ;θε;ά του να απ;ντ;σει ;βγ;;ναν ακ;τάλ;πτ;ι ή;οι απ; το στ;μα τ;υ. Μ;λις μπ;;ε στ; γρ;φε;ο τ;υ στ;θ;;ε μπ;;στά στ;ν καθ;;πτη. Το εί;ω;ό του ή;αν δι;φα;ο. Κοί;;ξε τα χ;ρια το; που σι;ά-σ;γά εξ;φαν;;ονταν μέ;;ι πο; δεν υπ;;χε πλέ;ν είδ;;ο.

Είχε εξαϋλωθεί. Το μόνο που απέμενε ήταν η σκέψη του. Αλλά κι αυτή εξασθενούσε, σαν να χαμήλωνε κάποιος την ένταση του ήχου. Ώσπου χάθηκε κι αυτή!

Δεν υπάρχουν σχόλια: