Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2008

Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΒΙΑΝΗ - Γιάννης Σκαρίμπας




Ήταν ένας άνθρωπος απλός, θεοφοβούμενος, όπως είναι όλοι οι ναυτικοί –ο Καπετάν Γιάννης ο Σαλαμάτας.
Σαν του χύνονταν κρασί τόχε για γούρι. Βούταε το δάχτυλο τότες στο χυμένο και τ' άγγιζε –έκανε μιά βούλα– στο κούτελο. Αν του χύνονταν λάδι, τόχε για κακό. Χτύπαε ξύλο σαν εμιλάγανε για αρρώστους. Κι από τον τόπο του μετατόπαε σαν άκουγε κακό για ελόγου του ή για τους εδικούς του. Τρίτη δεν καταπιάνονταν δουλειά, ούτε τα νύχια του έκοβε Παρασκευή ή Τετράδη. Φοβόταν το Θεό και τους αγίους. Πίστευε τα μάγια. Δεν αγαπούσε τ' άδικο. Το ίσο τ' άρεσε.
Σαν πήγε στο χωριό του, χάρηκε.
Εκεί στο κεφαλόσκαλο τον δέχτηκε η Ζαχαρένια, η γυναικούλα του.
Αν και ντρέπονταν στον κόσμο μπρος, έσγουψε λιγάκι να τον ανησπαστεί η καϋμένη.
Σαν ήμπαν σπίτι τους, τότες μόνον αυτός την έσφιξε στην αγκαλιά του. Αχ, πόσο γλυκά τη φίλησε τότες ξέγνοιαστα στα μάτια.
Σαν κούκλα την έστησε στο 'σώμπατο και πισοπάτησε δυό βήματα. Στάθη και την καμάρωσε μιά ψύχα. Χαμογελούσε κάτω απ' τα μουστάκια του. Γλυκές σκέψεις στα μάτια του γυάλιζαν.
Από κοντά την αρώτηξε για όλα. Και πώς τα πέρασε στο μεταξύ τούτο που έλειπε αυτός.
Και κάθισε.
Άνοιξε το ναυτικό σεντούκι πούσερνε μαζί του.
Της είχε φέρει καραμέλα ζάχαρη. Της είχε φέρει Συριανό λουκούμι. Τρακόσια δράμια μέντα της είχε φέρει μέσα σε μιά μπουκάλα φιαχμένη επίτηδες να παριστάνει έναν κόκορα. Ένα τόπι χασέ της είχε φέρει, με στάμπα ολόχρυση, που παρίστανε δυό λιοντάρια ορθά κι αγκαλιασμένα.
Της είχε φέρει σκαρπίνια τελατίνι. Της είχε φέρει ένα χαβάνι να τρίβει τα μυρουδικά της, την κανέλλα, το γαρούφαλλο. Όμως καταλάβαινε μέσα του, πως το πιο καλοδεχούμενο που της είχε παγεμένο ήταν ατός του ο ίδιος.
Για δαύτο χαίρονταν. Καλωσύνη πολλή τρυφέραινε τις σκέψεις και τις γνώμες του. Και τούταν όλα καλόγνωμα κειχάμω. Όλα –κι αυτός κ' η Ζαχαρένια του κ' η Κάβιανη, οι στούμποι, ο μώλος και το λιμάνι. Κ' η «Φλώρα» το καΐκι του, απ' όπου, με του βοριά τα κύματα τούστελνε χαιρετίσματα, σκαμπανεβάμενο στον κόρφο. Και το σπιτάκι του (προ πάντων τούτο) κατά πώς ήτανε και στέκονταν –τζόβολο– στην πιάτσα, με τρεις μαβιές χαρακωσιές (τα κυπαρίσια του) αψηλάθε. Κι ο δρόμος –το στρατί– που φιδοσέρνουταν ομπρός απ' τη θύρα του – και στην ψυχή του. Κι ο κόσμος ούλος και τα σύγνεφα κ' οι γλάροι. Όλα τους τον ευτύχιζαν οσάβλεπε, και τα χαίρονταν κι αυτός μες στην καρδιά του. Κι όσα δεν έβλεπεν ομπρός του, τάχε μέσα του, στο νου του τάχε. Τάλουζε και τα ξάγκλιζε, τα ομόρφαινε... Με το δίκιο του. Δεν είχε;
Αφού αρόδο η «Φλώρα» του προσκύναε, πρώτα τον αγηλιά αψηλά, κι απέ τους δυό τους: Τη Ζαχαρένια και τον Κύρη της.
Αφού μες στις κάμαρες πηγαινόρχοταν η Ζαχαρένια η γυναικούλα του, πρώτα τ'ς αγιούς της λιβανίζοντας κι από κοντά αυτόν, την αφεντιά του. Έ;
Τί άλλο ήθελε;

Όμως κρυφά, μιά ιδέα τού τάραζε την καρδιά, του θόλωνε τη ψυχούλα του αγάλι. Σιγά – σιγούλια τον κυρίευε...
Μιά ιδέα κρυφή –ένα πράμα σαν κλέφτης– έρχοταν βαλτή, σώνει και καλά να τον κολάσει.
Σε μεγάλο πειρασμό τον είχε βάλει.
Πίσω μου σ' έχω δαίμονα, έλεε μέσα του σκιαγμένος. Όμως ομπρός του ήταν πάντα, μες στην καρδιά του έμπαινε αγάλι.
Μιά γλυκιά ταραχή του ρέθιζε τα νιώτα του, τ' ασήκωνε κρυφές αποθυμιές και πόθους στα εντός του.
Σε σκοτεινούς τον έριχτε σεβντάδες...
Σκεβότανε βαθιά. Αυτός ήταν ένας άνθρωπος απλός. Φοβόταν το θεό και τους αγιούς του... Της Κερα-Παναγιάς τη χάρη επροσκυνούσε. Σαν του χυνότανε κρασί, τόχε για γούρι... Χτύπαε ξύλο σαν... και τα λοιπά.
Γι' αυτό αιστάνονταν την αμαρτία στην καρδιά του –σα σπόρο του διαβόλου– ν' αναδεύεται, να του βυθίζει τη ρίζα στα εγκάρδια, και να ρηχιέται ως τις κρίσες του.
Τότες όλα τα πράγματα τον κοίταγαν κατάματα, έπαιρναν θέση στους διαλογισμούς του, σα νάθελαν να συζητήσουν μαζί του... να εξετάσουν καλύτερα το πράμα. Νά, να στήσουν μεταυτόν, ένα είδος οικογενειακό συμβούλιο – να πούμε!
Συλλοΐζονταν κι αυτός αντάμα τους, ακουρμάζονταν τις γνώμες και τα σκέδια... Ποτέ! φώναζε τότε αλόϊστα, και κάτι αθρώποι τον κοιτάζαν... Όμως, ο οξωποδίτης τον ακλούθαε... «Λουκούμι, τούλεγε, πεντεσπάνι!»...
Σκεφτότανε κι αυτός ξανά τα μάτια της, εκείνη τη ναρκωτική γλυκάδα της φωνής της (ώ–διάολε!)
Από μακριά τον έκαιγε το λάδι, το κρίμα τον ζεμάταε.
Όμως η αμαρτία κρυφοδάγκωτη, από κοντά τον είχε
– καταπόδι: «Λουκούμι ρε, και ρεβανί! Κ' η ίδια, το καψοθέλει λιγουλάκι!».
Κι αυτός το παραδέχοταν. Έτσι ήτανε το πράμα. Ο Δαίμονας ήταν στην Κάβιανη φερμένος.
Εκεί στο καλντερίμι της, στο σπίτι της, μέσα σ' αυτή την ίδια 'χε καταλύσει!
Εκεί όξ' απ' τη θύρα του, στον ίδιο δρόμο, στη γωνία, τον καρτερούσε ο πειρασμός, τούχε στημένο ο διάολος το καρτέρι.
Η κουμπάρα του μαθές, η χήρα η Σταθία του Τσάμπα, που ο Θεός ας τον σχωρνούσε.
Τον είχε χιλιοκολασμένο το δόλιο.
Έκανε να προσπεράσει από την πόρτα της και στεκόταν. Αυτή τον κράταε. Πίσ' απ' το τζάμι τον ανήμενε. Ψιλή –κοφτερή– κουβέντα έπιανε μαζί του. Πού να περάσει! Κάντιο στάζαν τα χείλη της, αλευροζάχαρη κι αθέρα κουκουτσιών κουκουναρίσιων... Εκεί τον κρατούσε και του τάλεγε. Ζερβοδίμητα, μπερδεμένα τού τα νέτερνε, μιά στο καρφί και μιά στο πέταλο, μιά στην κορφή κανέλλα από την Πόλη... Αφουγκράζονταν κι αυτός. Τέσσερ' αυτιά νάχε να την άκουγε, τέσσερα μάτια να την βλέπει. Αυτός ήταν ένας άνθρωπος απλός. Τον ρέθιζε η φωνή της η περίγλυκη, έπαιζε με τις σπίθες των ματιών της. Παρατηρούσε επίμονα εκείνο το υγρό χείλι της, το κάτω. Καθώς τον νάρκωνε η γλύκα της, αυτός κοίταε (και ζαχάρωνε) κείνην τη μπλού φλεβίτσα του λαιμού της. Το τικιτάκ τόνα ζούρλαινε...
Και τώρα, καταλάβαινε.
Καταλάβαινε να βουλιάζει μες στους πόθους του, να γίνεται ένα με την υγρασία των χειλιών της.
Αυτός ήταν ένας άνθρωπος απλός. Εννοούσε καλά – ήταν βέβαιος– ότι όλα αυτά ήσαν δικά του. Μόνον ο ήλιος έφταιγε που τον αμπόδαε, η μέρα· η ντροπής του κόσμου, α δε μη, θάταν μες στο σπίτι της, στην αγκαλιά της θάχεν αράξει μιά χαρά, ο Καπετάν Γιάννης ο Σαλαμάτας.
Έτσι ένα βραδάκι –νύχτα– έκρουσε τη θύρα της, μάλλον γρατσούνισε τα δάχτυλα του στη σανίδα.
Τάχε πιωμένα τα ποτήρια του. Πρώτη φορά στη ζωή του είχε πιεί. Μα και πρώτη φορά αιστάνονταν τόσο πλατιόν, τόσο όμορφον τούτο τον κόσμο.
Πορπάταε κι αναστένονταν. Ήταν ευτυχισμένος, τόξερε, ενώ ήταν δικιά του κ' η Σταθία. Έβραζε η ρετσίνα μέσα του, γλυκόβραζαν οι ματιές της στην καρδιά του.
Με τη θύμηση της είχε περάσει αντάμα τις στιγμούλες και τις ώρες του, είχε πιωμένο το κρασάκι. Το σπιτάκι και το δρόμο της του διηγόταν η μοσκοβολιά των κήπων και η νύχτα. Και εκεί αυτός ετράβαε στο παρεθυράκι, που της δέχονταν του κόρφου της το ανεβοκατέβασμα και τα μπράτσα.
«Αγάπη» ήταν λοιπόν ό,τι ένιωθε μέσα του; ώστε αυτό 'τανε «αγάπη»; Άχ ναί... Αυτό 'ταν, αυτότατο... Το «δαίμονα», ούτε καν πια τον σκέφτονταν... Τον προσπερνούσε μες σε μιά διανόηση σύντομη έτσι καταπώς λέμε εγχείρηση, ενοούμε γρήγορα, το λεπίδι, τους πόνους και το αίμα...
Η αμαρτία, το μυστήριο, το άλλο το στεφάνι του, με τη Σταθία, μόλις έρχονταν λίγο και στον αφρό (σα ναυαγισμένοι ζητώντας βοήθεια) και χάνονταν γοργά στα βάθη, στ' άπατα τής (όπου φύγει) συνείδησής του. Και (ώ θεούλη μου !) βρόντηξε!
—Ποιός είναι; αρώτησε δειλά μιά φωνή από μέσα ενώ το μάνταλο της πόρτας σύρθηκεν αγάλι.
—Εγώ...
—Ποιός είσαι συ; ξανάπε η φωνή κ' η πόρτα μισάνοιξε και φάνηκε στο μισοσκόταδο η κουμπάρα του.
—Εγώ είμαι Σταθία, ήρθα· με περίμενες;
—Χριστός και Παναγία !... έκαμεν αυτή, καθώς ένας σπασμός την τίναξε σύγκορμη από φρίκη.
—Πώς ;!
—Το λάδι κουμπάρε, θα μας κάψει.
—Το λάδι;!
Κ' η πόρτα ξανάκλεισε αλαφρά στα μούτρα του κ' ήμπε ξανά στη θέση της η αμπάρα.
Ο Σαλαμάτας έμεινε εκεί εμβρόντητος κι άσκημος με το βάρος του τελευταίου του λόγου στο στόμα του. Το λάδι!...
Αχνό λειψοφέγγαρο φώτιζ' αχνά τον κατήφορο.
Τριγύρω οι κήποι, τα δέντρα, κοιμόνταν.
Ο Σαλαμάτας προχώρησε.
Παράξενες εντυπώσεις και σχήματα περνούσαν γοργά απ' το μυαλό του.
Όλα τα πράγματα αλληλοσπρώχνονταν, μάλωναν μεταξύ τους να μπούνε, να παρουσιαστούνε μπροστά του.
Φύρδην-μίγδην όλα μαζί, κλωτσώντας τόνα τ' άλλο και σπρώχνοντας είχαν δουλειά να του πούνε, να κάμουν τόπο, να μπουκάρουν.
Ο Γιάννης ο Σαλαμάτας ασήκωσε τα χέρια: ΣΙΓΑ!... έκαμε σαστισμένος κι ανάστατος, σαν για να επιβάλει την τάξη. Και προχώρησε.
Λίγο-λίγο το βήμα του τάχαινε. Αιστάνονταν την καρδιά του να χτυπάει βαριά μέσα στο στήθος του. Κρύος ιδρώτας τού μπούχισε το χλιβερό πρόσωπό του.
Σα σπυριά φασουλιών που χορεύουν και χάνονται στις μπουμπουλίθρες της βράσης, έρχονταν κ' έφευγαν τα νοήματα του μέσα του και οι ιδέες, τα πρόσωπα, οι όψες...
Τέλος, σε μιά στιγμή –μιά μόνο στιγμή– στάθηκε μπρος του το τεπόζιτο του λιοτριβιού, μα γοργά το αναποδογύρισε – τόδιωξε ένα πράμα βαρύ και τετράγωνο πούπεσε πάνω του. Ήταν το σκολειό ολόκληρο· από κοντά η «Φλώρα» το καΐκι του, τόνα πάνω στ' άλλο, όλα μαζί μαλλιοτραβάμενα κ' έξαλλα, και η Ζαχαρένια, η γυναίκα του η Ζαχαρένια, η μπουκάλα, ο κόκορας, ο μπατζανάκης του ο Γιώργης, η συχωρεμένη η κουνιάδα του, το «εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε», η γριά Βγενιά η κλησιάρισσα και η κολυμπήθρα τ' αγιάννη ..
Κι αυτός προχωρούσε. Πορπάταε γρήγορα, βιαστικά, σχεδόν έτρεχε.
Κάτι ήταν που αυτόν τον τυράγναε, κ' ήθελε να το πιάσει στο χέρι του. Ακριβώς τί; –δεν τόξερε– όμως τόνιωθε κάτω από της συνείδησής του τους χτύπους. Να το ξέταζε, να το περιεργάζονταν ήθελε... Εδώ τόχει, εκεί τόχει, τέλος τόπιασε... Ο παπάς ήταν αυτός, ο παπα-Στάμος! Μπράβο! Νάτος. Όπως ήταν με τον τσουπέ, το πετραχήλι, με το ευχολόγι στα χέρια του. Κι αυτός ήταν πλάι του, με τη βαφτιστημιά στην αγκαλιά του. Ήταν εκεί η γυναίκα του η Ζαχαρένια, η Σταθία η κουμπάρα του κι άλλος κόσμος. Και τον αρωτούσε ο παπάς, τον αρωτούσε. Άχ τί τούλεγε;
Εδώ 'ταν ο κόμπος – τί τούλεγε;
Για την κουμπάρα του;
Όχι.
Για το χαβάνι;
Όοοοχι.
Για κείνο το ανάποδο εβδομηνταπεντάρι που τούχαν σκάσει στον Περαία;
Όχι βρε. Άλλο, κάτι άλλο. Ά!... το βρήκε. Νά, τον αρωτούσε κοιτάζοντάς τον κατάματα. Τούλεγε:
«Αποτάσσει τω Σατανά»!
Κι αυτός αποκρίθηκε:«Αποτάσσομαι».
«Καί συντάξει τω Χριστώ» ;
Κι αυτός αποκρίθηκε:«Συνεταξάμην».
«Και πιστεύεις αυτώ»;
«Πιστεύω αυτώ ως Βασιλεί και Θεώ ημών».
«Το δε όνομα αυτής»;
«Γαρεφίτσα!»
Χα χα! ωραία! Άχ τί ωραία! Αυτό ήταν.

Από βαθιά εκεί στο βάθος της θάλασσας άρχισε να χαράζει η ήμερα.
Με τις παντόφλες, ξέπλεκη, αναστατωμένη, η γυναίκα του τον αναζήταε.
Εκεί στην άκρη στο γιαλό τον διάκρινε σα φάντασμα. Χριστός και Παναγία!... Τί έκανε λοιπόν τέτοια ώρα ο άντρας της κειδά;
Τον πλησίασε. Σίμωσε στα νύχια της πατώντας.
Τον είδε να φυσάει τρεις φορές κι άλλες τρεις να φτύνει. Φύσαε κ' έφτυνε. Έφτυνε και φύσαε.
Ήταν αχνός, ήταν χλωμός σα θειαφοκέρι.
—Γιάννη!...
Τότες αυτός την κοίταξε. Το βλέμμα του ήταν παγερό –αναίστητο– στα μάτια του έπαιζε μιά λάμψη.
Πισωπάτησε ένα βήμα.
—Αποτάσσει τω Σατανά; την αρώτησε δείχνοντάς την με το δάχτυλο.
Γιάννη μου!...
—Αποτάσσομαι. Έκαμε σοβαρά μόνος του.
—Συντάξει τω Χριστώ; την ξαναρώτησε.
Γιάννη μου ! Χρυσέ μου Γιάννη ! κ' έκαμε να τον αγκαλιάσει.
—Συνεταξάμην, ξαναποκρίθηκε μόνος του.
—Και πιστεύεις αυτώ; την ξαναρώτησε.
Η Ζαχαρένια χύθηκε τρελλή κατ' απάνω του, τον έσφιξε στην αγκαλιά της, του σφάλισε με το μάγουλό της το στόμα.
Και καθώς αυτός προσπαθούσε να ελευθερωθεί από τα μπράτσα της, τον άκουε να της λέει, προφέροντας ευλαβικά και θεοσεβούμενα τις λέξεις:
—Πιστεύω – αυτώ – ως – Βασιλεί – και – Θεώ – ημών – τω μόνω Αγαθώ και Φιλανθρώπω...

Δεν υπάρχουν σχόλια: