Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2008

Κόλαση και Παράδεισος

Θεσσαλονίκη, Δευτέρα 19 Απριλίου 1993 ώρα τρεις και δέκα επτά (περίπου) τα ξημερώματα. Μία ηλιόλουστη, με τη δέουσα πάντα για τα δεδομένα της πόλης υγρασία, Κυριακή έχει περάσει.
Ήταν όμορφη η Κυριακή. Ξύπνησα σχεδόν μεσημέρι και πήγα από τον φίλο μου το Ματθαίο με τον οποίο καταλήξαμε για καφέ στο Αχίλλειον. Παρότι δε συμπαθούσα ούτε το στιλ του μαγαζιού, αλλά ούτε και το κόσμο που σύχναζε σ’ αυτό εντούτοις συνήθιζα να πηγαίνω γιατί μου άρεζε ο φραπέ που έκαναν. Χορταστικός σε μεγάλο ποτήρι και με πολλά παγάκια να σου δίνουν μία όμορφη αίσθηση όταν τον ανακατεύεις.
Εν συνεχεία στον κυρ’ Γιάννη για φαγητό. Τα καλύβια, το εστιατόριο ίσως με το νοστιμότερο φαγητό στην Ελλάδα. Ήπιαμε και ωραίο βαρελίσιο κόκκινο κρασί το οποίο μας πρότεινε ο κυρ’ Γιάννης. Μετά από έναν ωραίο καφέ του οποίου ακολούθησε ένα πολύ καλό γεύμα ίσια για κούρα στο σπίτι του Ματθαίου.
Ο Ματθαίος έμενε επί της Αγίου Δημητρίου κοντά στο τούρκικο προξενείο. Εκεί συναντήσαμε και τον συγκάτοικο του τον Βασίλη που τα είχε με μία κοπέλα η οποία σπούδαζε στη φιλοσοφική. Προς το Απόγευμα ήρθε από το σπίτι και μία συμφοιτήτρια της κοπέλας του Βασίλη. Μία ψιλή απίστευτα όμορφη κοπέλα με καστανόξανθα μαλλιά και μελιά μάτια. Η πρώτη μου σκέψη όταν μας χαμογέλασε ήταν, πως οι άγγελοι πρέπει να είναι πλασμένοι κατ’ εικόνα της. Η όμορφη κοπέλα λέγονταν Υακίνθη. Καθώς σουρούπωνε έκαναν την εμφάνιση τους και οι πρώτες μπίρες τις οποίες ο Ματθαίος έσπευσε να προμηθευθεί από το γειτονικό μπουγατσάδικο. Ο Βασίλης φημίζονταν για τις καλύτερες άκρες στη πανεπιστημιούπολη. Δε ξέρω από που προμηθεύονταν το Stuff. Ακόμη θυμάμαι το άρωμα και τη λάμψη από τη καύτρα των τσιγάρων που ο Βασίλης περίτεχνα και όλο καμάρι είχε στρίψει. Ήπιαμε τις μπίρες μας, μαζί και τα τσιγάρα μας και η ώρα είχε πάει δέκα και κάτι. Πάμε για ένα ποτό στο ARK αναφώνησε ο Ματθαίος όλο ενθουσιασμό, Ναι, Ναι αναφώνησε η Υακίνθη και έτσι παρότι δεν είχαμε και πολλά χρήματα ξεκινήσαμε για το γνωστό οινοπωλείο. Λίγο πριν βγούμε ο Βασίλης που για κάποιο λόγο μου έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθια, τύλιξε στο σακουλάκι από το πακέτο των τσιγάρων του λίγο Stuff λέγοντας μου: Καβάτζα είναι, για την ώρα τη δύσκολη, και μου το τοποθέτησε στη δεξιά τσέπη.
Το Ark δε θα ήταν πάνω από δέκα πέντε λεπτά ποδαρόδρομος από το σπίτι των παιδιών. Έτσι και λίαν συντόμως, φτάσαμε στο προορισμό μας. Θυμάμαι ακόμη το ξύλινο τροχό ο οποίος ήταν στερεωμένος στην οροφή του μαγαζιού έχοντας τσιγκέλια στο δακτύλιο και τις ακτίνες του, από τα οποία κρέμονταν τα ποτήρια για τη βαρελίσια μπίρα. Η βραδιά κύλησε υπό τους ήχους της Rock μουσικής και με τη βότκα να ρέει άφθονη. Όλο το βράδυ ο Βασίλης είχε αγκαλιά τη κοπέλα του ενώ εγώ και ο Ματθαίος ξεροσταλιάζαμε κοιτάζοντας την Υακίνθη. Το ποιο παράξενο της βραδιάς ήταν βέβαια ο φθόνος με τον οποίο μας κοίταζαν όλοι οι υπόλοιποι θαμώνες του μαγαζιού, άντρες και γυναίκες, λόγο της παρουσίας της Υακίνθης. Η ώρα πέρασε και πλησιάζαμε τις δύο και μισή. Πληρώσαμε καλή τη πίστη τη σερβιτόρα μιας και είχαμε χάσει το μέτρημα των ποτών που είχαμε πιει και κινήσαμε για τα σπίτια μας.
Αφού χαζολογήσαμε κάνα πεντάλεπτο στο πεζοδρόμιο ξεκινήσαμε, ο Ματθαίος με τον Βασίλη και τη κοπέλα του Βασίλη για το σπίτι τους στην Αγίου Δημητρίου και εγώ με την Υακίνθη κατευθυνθήκαμε προς τη παραλιακή λεωφόρο. Συνόδεψα την Υακίνθη μέχρι την Εθνικής Αμύνης και τις έκανα παρέα μέχρι να βρει ένα ταξί. Αν και ήθελα πολύ να αργήσει να βρεθεί ταξί, λόγο του προχωρημένου της ώρας και της άδειας πόλης που ετοιμάζονταν για την άχαρη έναρξη της εβδομάδας, βρέθηκε ταξί εντός πέντε λεπτών. Α ρε πούστηδες ταρίφες σκέφτηκα, όταν σας χρειάζεται κανείς δε σας βρίσκει με τίποτα και όταν δε πρέπει εμφανίζεστε σα τα κοράκια. Αφού αποχαιρέτησα τη πανέμορφη Υακίνθη, αποφάσισα πριν πάρω και εγώ ένα ταξί για το σπίτι, να κατευθυνθώ προς τη παραλία για να περπατήσω λίγο, μπας και συνέλθω από τα τσιγάρα τις μπίρες και τις βότκες που είχα αφειδώς καταναλώσει. Μ’ αυτά και μ’ αυτά η ώρα είχε πάει τρεις παρά πέντε. Κατέβηκα στο Λευκό πύργο με κατεύθυνση προς το Μακεδονία Παλλάς. Πέρασα κάτω από το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου χαιρετώντας τους όρχεις του Βουκεφάλα έχοντας στο μυαλό μου την εικόνα της πανέμορφης Υακίνθης. Λίγο μπροστά μου περπατούσε ένα ζευγάρι ομοφυλόφιλων ανδρών, έχοντας περασμένο το χέρι ο ένας στη πίσω τσέπη του άλλου. Με τη σκέψη της Υακίνθης η ώρα κυλούσε γρήγορα και θα είχε ξεπεράσει τις τρεις και τέταρτο.
Η λεωφόρος ήταν άδεια. Δύο – Τρία αυτοκίνητα περίμεναν σταματημένα στο φανάρι που βρίσκονταν διακόσια μέτρα ποιο πίσω μου. Το μούγκρισμα του κινητήρα του ενός εκ των αυτοκινήτων που εκκινούσαν από το φανάρι ήρθε να σπάσει τη σιωπή δημιουργώντας μου μία πρωτόγνωρη αίσθηση πανικού. Παράλληλα την εμφάνιση τους έκαναν τα φώτα ενός αυτοκινήτου που κινούταν με υπερβολική ταχύτητα από την οδό Αγίας τριάδος κάθετα προς τη Λεωφόρο Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η αίσθηση πανικού μου κορυφώθηκε όταν ένας συνδυασμός απαίσιων ήχων που αποτελούνταν, από το ουρλιαχτό των φρένων, μία γυναικεία κραυγή και τον ήχο των λαμαρινών που συνθλίβονται διατάραξε το μέχρι πρότινος γαλήνιο τοπίο. Γύρισα τη πλάτη προς τη λεωφόρο κοιτώντας τη θάλασσα νιώθοντας παράλληλα το οστικό κύμα που έρχονταν συνοδευόμενο από θραύσματα γυαλιού. Με την άκρη του αριστερού μου ματιού είδα ταυτόχρονα μία ανθρώπινη φιγούρα να ίπταται και εν συνεχεία να σωριάζεται στην άσφαλτο. Αν ο θάνατος έχει εικόνα και ήχο τότε είναι αυτό που εγώ είδα και άκουσα. Και ξαφνικά για μία στιγμή η απόλυτη σιωπή. Η σιγή είναι νεκρική στη κυριολεξία όμως. Γύρισα το κεφάλι μου προς τη λεωφόρο αντικρίζοντας ένα συνοθύλευμα λαμαρινών ενώ πενήντα μέτρα ποιο μπροστά διακρίνονταν ένα κορμί το οποίο κείτονταν στο οδόστρωμα. Ξαφνικά ένιωσα μέσα μου το απόλυτο κενό. Συναισθήματα και σκέψεις ήταν άδεια.. Με άδεια καρδιά και άδειο μυαλό κατευθύνθηκα προς τις παραμορφωμένες λαμαρίνες των δύο αυτοκινήτων τα οποία απείχαν μόλις μερικά μέτρα μεταξύ τους. Μία απαίσια οσμή καμένου ελαστικού κυριαρχούσε στην ατμόσφαιρα. Μέσα από τις παραμορφωμένες λαμαρίνες το αίμα έσταζε στο δρόμο. Δε μπόρεσα να πλησιάσω άλλο. Εν το μεταξύ είχαν αρχίσει και μαζεύονταν κόσμος από διερχόμενα οχήματα που σταματούσαν για να δουν τι έχει συμβεί. Οδηγοί ταξί πρέπει να ήταν οι περισσότεροι. Ενώ και οι πρώτες συζητήσεις του τύπου “δε προσέχουν, πίνουν και οδηγούν” ήταν γεγονός. Είχε μαζευτεί αρκετός κόσμος όταν το πρώτο ασθενοφόρο και το πρώτο περιπολικό έκαναν αμφότερα την εμφάνιση τους. Μετά από λίγο ακολούθησαν και άλλα περιπολικά καθώς και μοτοσικλέτες της αστυνομίας. Η τροχαία ρωτούσε αν υπάρχει αυτόπτης μάρτυρας του τροχαίου. Δεν είπα κουβέντα, είχα και το stuff που μου είχε δώσει ο Βασίλης στη τσέπη και φοβήθηκα. Αυτόπτες δήλωσαν οι δύο ομοφυλόφιλοι που νωρίτερα περπατούσαν μπροστά μου, ένας οδηγός ταξί που κινούταν επί της Μεγάλου Αλεξάνδρου, έχοντας μία απόσταση κάπου στα τριακόσια μέτρα από το σημείο που έγινε το συμβάν καθώς και ένας άσχετος ο οποίος έφτασε στο σημείο επτά με οκτώ λεπτά μετά το συμβάν.
Είχε μαζευτεί πλέον πολύς κόσμος. Η ώρα θα ήταν περίπου τέσσερις. Ήρθαν πολλά ασθενοφόρα ενώ μετά από λίγο έκαναν την εμφάνιση τους και κάποια συνεργεία του δήμου.
Μέσα στο πολύ κόσμο και ενώ πλέον η υγρασία σε συνδυασμό με την αύρα του επερχόμενου πρωινού τρυπούσαν το κόκαλο, ένιωσα ένα χέρι μέσα στην αριστερή μου τσέπη. Τρόμαξα, μου κόπηκαν τα γόνατα, το stuff σκέφτηκα !!! Το χέρι πίεζε κινούμενο προς το κέντρο του παντελονιού μου ενώ ταυτόχρονα αισθάνθηκα την αίσθηση γυναικείων νυχιών στο μηρό μου. Ταυτόχρονα μία αίσθηση ανακούφισης με κυρίεψε όταν συνειδητοποίησα ότι το stuff βρίσκεται στη δεξιά τσέπη. Γύρισα απότομα και αντίκρισα μία γυναικεία φιγούρα, άνω των σαράντα πέντε με πολύ έντονο βάψιμο ενώ το άρωμα που φορούσε μου έφερε κάτι σαν ανακατωσούρα. Πέντε χιλιάδες δραχμές και θα περάσουμε πολύ ωραία μου είπε. Τρόμαξα, τραβήχτηκα πίσω, τι κάνεις εκεί τις φώναξα . Όλοι οι παρευρισκόμενοι έστρεψαν το πρόσωπο τους προς τα εμένα. Φοβήθηκε και έφυγε με ταχύ βήμα. Η ώρα είχε πάει πέντε παρά πέντε και έτσι αποφάσισα να κατευθυνθώ προς τη Δελφών προκειμένου να πάρω ένα ταξί και να πάω σπίτι μου.
Έφτασα σπίτι μου κοντά στις πέντε και είκοσι.
Δε κοιμήθηκα, στις οκτώ και τέταρτο είχα εργαστήριο στη σχολή παρέα με τον Ματθαίο. Ήπια ένα καφέ αναλογιζόμενος όλα όσα είχα ζήσει από το μεσημέρι της Κυριακής που έφυγα από το σπίτι μου μέχρι και την ώρα που επέστρεψα. Ο καφές στο Αχίλλειον, το φαγητό στα καλύβια, οι μπίρες και τα τσιγάρα στο σπίτι του Ματθαίου, η μορφή της πανέμορφης Υακίνθης, το ARK, το τροχαίο, και η γυναίκα που θέλησε να μου πουλήσει τον έρωτα στριφογύριζαν στο μυαλό μου. Αποφάσισα να μη μιλήσω ποτέ και σε κανένα για το τι είχε συμβεί από τη στιγμή που χωρίσαμε με την Υακίνθη και έπειτα. Έτσι αυτό παρέμεινε το μεγάλο μου μυστικό. Την Υακίνθη δεν τη συνάντησα ποτέ ξανά από τότε. Αυτό που σήμερα θυμάμαι είναι πως σε λίγες ώρες μέσα είδα την εικόνα του παράδεισου, που αναλογούσε στην ομορφιά της Υακίνθης και την Εικόνα της κόλασης που αντιστοιχούσε στο τροχαίο.
Η ώρα πήγε επτά και τέταρτο, η μέρα είχε ξημερώσει κανονικά. Κατέβηκα να πάρω το αστικό για να πάω στη σχολή. Η Δευτέρα είχε κάνει με δυναμικό τρόπο αισθητή τη παρουσία της και η πόλη έμπαινε στους ρυθμούς της εργάσιμης εβδομάδας. Ένιωθα περίεργα. Ανήκω στους λίγους σκέφτηκα. Τώρα ξέρω πως είναι η κόλαση και ο παράδεισος…
.

4 σχόλια:

Νίκος Τσαχουρίδης είπε...

Η Κόλαση κι ο Παράδεισος επί γης βιούμενοι. Και που αλλού θα μπορούσαν να βιωθούν άλλωστε (με εξαίρεση κάποιες περιοχές του μυαλού μας); Ανθρώπινα δυνατά συναισθήματα, κι όχι μεταφυσική τρομοκρατία. Η ομορφιά, η ζεστασιά της παρέας, ο αποχαιρετισμός, ο τρόμος, η θλίψη. Και ξανά απ'την αρχή...

chmarni είπε...

Κόλαση και παράδεισος ή Heaven and Hell, Χριστός και Διάολος, Καλό και κακό. Όπως λέει και ο Τζίμης Πανούσης αυτά πάνε SET.
Συμφωνώ απόλυτα. Εδώ η κόλαση εδώ και ο παράδεισος. Πολλές φορές δίπλα μας και άλλες φορές μέσα μας.

Ανώνυμος είπε...

η υακινθη που εμενε αληθεια σε ποια περιοχη,δεν ρωτησες γιατι δεν την συνοδευσες...

chmarni είπε...

Καλέ μου φίλε (ή φίλη), καμία φορά ίσως είναι καλύτερα να κρατάς μία υπέροχη εικόνα άθικτη. Έτσι και εγώ μη βλέποντας ποτέ ξανά την Υακίνθη έχω διατηρήσει στο μυαλό μου για 15 ολόκληρα χρόνια την εικόνα ενός αγγέλου...
Άλλωστε όπως λέει και η ταμπέλα κάτω από την ανάρτηση, μία ιστορία μυθοπλασίας είναι...