Σάββατο, 14 Ιουνίου 2008

Θυμοκτόνοι (2) ή αλλιώς Τι Είναι Μαύρο Και Γελά

Άλλη μια ημέρα ξεκινούσε στην προσωπική του εικονική κόλαση. Είχε χάσει πλέον την αίσθηση του χρόνου. Δεν ήξερε πόσο καιρό βρισκόταν εκεί. Πρέπει να ήταν αρκετά χρόνια. Στην αρχή όλα ήταν όμορφα, όσο την είχε δίπλα του. Μπορεί οι ημέρες να ήταν ένας διαρκής αγώνας για επιβίωση αλλά τις νύχτες ζούσαν τον έρωτά τους. Όσο κι αν οι συνθήκες τους δημιουργούσαν αντικρουόμενα συναισθήματα με το όμορφο ανοιξιάτικο τοπίο να έχει γίνει ο εφιάλτης τους με το ουράνιο τόξο να τους κυνηγά μέχρι τη δύση του ηλίου. Κι όταν έπεφτε το σκοτάδι η καρδιά τους άνθιζε σαν νυχτολούλουδο. Και κάθε νύχτα τη ζούσαν σα να είναι η τελευταία τους. Και κάποια στιγμή αυτή τελευταία νύχτα έφτασε. Διότι ενώ κάθε ημέρα ξυπνούσαν λίγο πριν ξημερώσει κι ετοιμάζονταν για την καθημερινή απόδραση απ'το θάνατο, εκείνο το πρωινό παρακοιμήθηκαν. Κι όταν ξύπνησαν ήταν ήδη αργά. Το ουράνιο τόξο είχε ήδη πέσει πάνω της και την εξαΰλωνε. Ο πόνος ήταν ανυπέρβλητος. Δεν υπήρχε πλέον λόγος να συνεχίσει να ζει. Κάθισε και περίμενε την επόμενη έλευση του ουράνιου τόξου.

Όταν όμως αυτό έφτασε, απλά τον έλουσε μ'ένα πολύχρωμο φως χωρίς να τον εξαϋλώσει. Κι έμεινε εκεί με τον πόνο του μέχρι την επόμενη έλευση, και την επόμενη, και την επόμενη... Υπέθεσε ότι το ίδιο λάθος στον κώδικα που τους έφερε μαζί στην ίδια εικονική πραγματικότητα ευθύνονταν και για την παρούσα κατάσταση. Εφόσον κάποιος είχε πεθάνει ακυρώθηκε η εντολή θανάτου. Και τότε γιατί δεν το σκότωναν απ'την εταιρία αυτοκτονίας; Διότι η ανθρωποκτονία ήταν ακόμη παράνομη. Έτσι περνούσαν οι μέρες, οι εβδομάδες, οι μήνες. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Κι έμεινε εκεί, με τον πόνο να μεγαλώνει σ'ένα υπέροχο εαρινό τοπίο με τη φύση σε αναπαραγωγικό οργασμό. Η μόνη παραφωνία σ'αυτόν τον ειδυλλιακό τόπο η ψυχή του, μαύρη πλέον, ερεβώδης. Και τα συναισθήματά του πάντα εκεί, δυνατά. Ώσπου κάποια στιγμή παρατήρησε ένα τρεμόπαιγμα στο τοπίο. Τυχαίο θα'ναι σκέφτηκε. Αλλά τις επόμενες ημέρες αυτά πολλαπλασιάστηκαν. Και μια μέρα η εικονική του πραγματικότητα εξαφανίστηκε.

Τα πάντα σκοτείνιασαν γύρω του. Μετά από λίγες στιγμές προσαρμογής διαπίστωσε ότι βρίσκεται στην καρέκλα της εταιρίας αυτοκτονίας. Έβγαλε τη μάσκα και σηκώθηκε. Τα πάντα γύρω ήταν σκοτεινά και γκρίζα. Δεν υπήρχαν χρώματα. Βγήκε απ'το δωμάτιο και προχώρησε στο διάδρομο. Δεν ακουγόταν τίποτα εκτός από ένα μονότονο θόρυβο ως υπόβαθρο, ένας λευκός θόρυβος, ή μάλλον ένας γκρίζος θόρυβος, που ταίριαζε απόλυτα στο περιβάλλον. Και τριγύρω κανείς. Καθώς προχωρούσε στο διάδρομο είδε μια μισάνοιχτη πόρτα. Την άνοιξε και μπήκε στο δωμάτιο. Εκεί την αντίκρυσε, νεκρή στην καρέκλα. Πλησίασε και της χάιδεψε απαλά τα μαλλιά και τα μάγουλα. Ήταν ακόμη ζεστή. Ότι έζησε αυτός ως χρόνια ευτυχίας και δυστυχίας δεν ήταν στην πραγματικότητα τίποτα περισσότερο από λίγα λεπτά. Αυτό όμως δε βοηθούσε καθόλου στον πόνο του που συνέχιζε να μεγαλώνει. Τη φίλησε γλυκά στα χείλη και κίνησε να βγει απ'το κτήριο. Τώρα που ήταν στον πραγματικό κόσμο μπορούσε επιτέλους να βάλει τέλος στην άδεια ζωή του και να αφήσει πίσω του αυτόν τον ανείπωτο πόνο.

Αλλά καθώς περπατούσε διαπίστωνε ότι αυτός ο κόσμος ήταν σε απόλυτη συνάφεια με τον εσωτερικό του κόσμο. Ξαφνικά ο πόνος του βρήκε το περιβάλλον που του αρμόζει. Βγήκε στο δρόμο. Όλα γκρίζα και ψυχή τριγύρω. Άναψε ένα τσιγάρο και κίνησε προς τη δύση. Ήταν επιτέλους σπίτι...

3 σχόλια:

chmarni είπε...

Νίκο επιτέλους επανήλθες. Δε ξέρω αλλά στεναχωριέμαι να βλέπω αυτό το ιστολόγιο σε ακινησία. Άσε που κινδυνεύουμε να μας εγκαταλείψουν οι αναγνώστες μας.
Για την ιστορία να αναφέρω ότι το προηγούμενο Post που ανάρτησα ήταν το Post υπ' αριθμόν 100 και το παρών είναι το 101.
Τώρα σχετικά με το κείμενο αυτό καθ' αυτό, δε ξέρω γιατί αλλά η φράση που γράφεις στο τέλος "Αλλά καθώς περπατούσε διαπίστωνε ότι αυτός ο κόσμος ήταν σε απόλυτη συνάφεια με τον εσωτερικό του κόσμο. Ξαφνικά ο πόνος του βρήκε το περιβάλλον που του αρμόζει" είναι λες και αναφέρεται στο κόσμο που περιγράφω εγώ στο ακριβώς προηγούμενο Post. μόνο που το δικό μου Post δεν είναι μυθοπλασία...

chmarni είπε...

Ξέχασα να γράψω στο προηγούμενο σχόλιο μου ότι στην ερώτηση "τι είναι μαύρο και γελά" η απάντηση που μου έρχεται αυτόματα στο νου είναι "το μαύρο μας το χάλι".
Ή Black Chali που θα έλεγε και κάποιος...

Νίκος Τσαχουρίδης είπε...

Ναι, επανήλθα! Έχεις δίκιο για τους αναγνώστες μας. Έχει γεμίσει το η-γραμματοκιβώτιο μου με η-γράμματα... χε, χε

Μην ξεχνάς όμως ότι πρόκειται για το δημόσιο η-τόπο συνάντησής μας, η η-καφετέρια, η η-ταβέρνα μας (κι έχουμε κι ένα ποτήρι για το Βασίλη). Η πραγματική εικονικότητά μας...

Το παρόν δεν είναι το 101 αλλά το 100, ή καλύτερα το 99 (γιατί εδώ και κάτι μήνες έχεις ένα αδημοσίευτο).

Αν και δεν είναι ερώτηση εμένα στο μυαλό μου έρχεται ο... Bill Cosby...

Όσο για τα 2 τελευταία κείμενά μας, μια ακόμη διαφορά είναι ότι ο δικός μου ήρωας επιλέγει να μείνει σ'αυτόν τον γκρίζο τόπο...