Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2008

Industrial Sunrise

Είχαν περάσει χρόνια πολλά από τότε που του πρόσφερε το δώρο της, το μόνο δώρο που ήξερε να προσφέρει σ'όλες αυτές τις ψυχές που ενώ ζούνε μια ζωή γεμάτη, σε μια κρυφή γωνιά υπάρχει η νοσταλγία της ζωής που δεν έζησαν. Κι αυτήν ακριβώς τη ζωή τους προσφέρει, δίνοντας τους το σώμα της ενώ αυτή συνεχίζει στο δικό τους έτσι ώστε κανείς να μην διαπιστώνει την απουσία τους. Οι περισσότεροι επέστρεφαν σύντομα όταν ανακάλυπταν ότι η άλλη ζωή δεν ήταν αυτό που περίμεναν, που νοσταλγούσαν. Κάποιοι άλλοι, λιγότεροι, χρειάζονταν ένα μεγαλύτερο διάστημα για να το διαπιστώσουν ενώ μόλις ένας είχε λείψει για μαι δεκαετία πριν αναζητήσει και πάλι τη θαλπωρή της παλιάς του ζωής. Κι όλοι, μα όλοι, επέστρεφαν γεμάτοι χωρίς να υπάρχει πλέον το μικρό κενό στη γωνιά της ψυχής τους.

Αλλά αυτός μετά από τόσα χρόνια και δεν είχε ακόμη επιστρέψει. Είχε αρχίσει να σκέφτεται για πρώτη φορά ότι ίσως να μην επέστρεφε ποτέ. Ήταν ένα συναίσθημα που δεν το είχε ξανανιώσει. Δεν ήξερε αν ήταν χαρά ή φόβος, γλυκιά ανυπομονησία ή οδυνηρή αναμονή. Και κάθε σούρουπο πήγαινε στο λόφο να παρακολουθεί τη δύση του ήλιου, όπως έκανε αυτός πριν αναχωρήσει. Ώσπου μια βραδιά ένιωσε μια παρουσία δίπλα της. Ήξερε ότι ήταν αυτός. Αναρίγησε αλλά δε γύρισε να κοιτάξει. Ο ήλιος έδυε κι έμειναν κι οι δυο αμίλητοι να παρακολουθούν. Μέχρι που χάθηκε και το τελευταίο τρεμόπαιγμα φωτός. Τότε γύρισε και τον είδε.

Πάντα ένιωθε αυτό το απόκοσμο συναίσθημα όταν αντίκριζε το σώμα της. Όσα χρόνια κι αν είχαν περάσει , αυτή η πρώτη οπτική επαφή της ήταν πάντα παράξενη. Αυτή τη φορά όμως υπήρχε και κάτι άλλο. Τα μάτια του, όταν είδε τα μάτια του συγκλονίστηκε. Το φως του δύοντος ήλιου ήταν εκεί, τρεμόπαιζε, σαν αντανάκλαση μιας ψυχής που δύει συνεχώς αλλά δεν κοιμάται ποτέ. Κι έβλεπε εκεί όλα όσα είχε αυτός ζήσει. Πως είχε δακρύσει στο τέλος μιας σχέσης αλλά και μετά τη συνουσία ένα πρωινό με μια πανέμορφη, κοσμική ψυχή. Πως έζησε τον πόνο της απώλειας δίπλα στο νεκροκρέβατο του καλύτερού του φίλου αλλά και τις ωδίνες του τοκετού. Πως ένιωσε τη λύπη αλλά και τη χαρά της μοναξιάς, την ικανοποίηση μιας αγκαλιάς, τη μαρμαρυγή ενός φιλιού, τον ιδρώτα της εργασίας, την έκσταση της ακινησίας... Και κατάλαβε πως δεν ήρθε για να επιστρέψει αλλά για να τη χαιρετήσει.

Έμειναν ακίνητοι για ώρες ατέλειωτες ώσπου κάθε φως τριγύρω έσβησε και μόνο τα μάτια του λαμπύριζαν και φώτιζαν το πρόσωπό της. Ήθελε τόσα να του πει αλλά ήταν μουδιασμένη. Κι έμενε αμίλητη περιμένοντας τη δική του πρώτη φράση. Αλλά αυτός δε μιλούσε, μόνο την κοιτούσε και της χαμογελούσε μ'ένα αχνό θλιμμένο αλλά ζεστό χαμόγελο. Ένα χαμόγελο που τους έκανε και τους δυο να δακρύσουν. Ο μόνος ήχος που ακούγονταν ήταν αυτός των δακρύων τους που έπεφταν στο χώμα. Ώσπου το πρώτο φως της αυγής έκανε την εμφάνισή του ανακλώμενο στο υγρό χώμα, σε αρμονία με το φως των ματιών του. Τότε της μίλησε:

- «Γεια σου Ζωή! Πως είσαι;» της είπε κι ένιωσε τα λόγια του να χτυπάνε βαθιά μέσα της.
- «...»
- «Ξέρεις γιατί ήρθα», ξανάπε
- «Δε θα επιστρέψεις στην οικογένειά σου. Ήρθες να πεις αντίο.» Τα λόγια έβγαιναν μόλις μετά βίας εν μέσω σιωπηλών λυγμών.
- «Όχι αντίο, εις το επανιδείν. Θα ξαναβρεθούμε μια κάποια άλλη κοσμική στιγμή, υπό άλλες συνθήκες αλλά θα με αναγνωρίσεις αμέσως. Και θα γλεντήσουμε τη συνάντησή μας. Αλλά τώρα πρέπει να φύγω.»
- «Το ξέρω», είπε και τον πλησίασε με τρεμάμενο βήμα και τον αγκάλιασε.

Έμειναν έτσι μερικές στιγμές και στη συνέχεια κίνησε για να φύγει. Τον κοιτούσε να κατηφορίζει το λόφο, αυτή η πανέμορφη ψυχή μέσα στο δικό της σώμα. Τώρα περνούσε το σταυροδρόμι αλλά αυτή τη φορά δεν υπήρξε κανένας δισταγμός. Κι η μορφή του απομακρύνονταν στον ορίζοντα, μεγαλειώδης αλλά και κουρασμένη.

- «Ευχαριστώ», ψιθύρισε κι ένιωσε σε μια αστραπιαία στιγμή λίγο πριν χαθεί η εικόνα του ένα του βλέμμα να της απαντά

- «Εγώ σ'ευχαριστώ. Θα ξαναβρεθούμε.»

4 σχόλια:

chmarni είπε...

Αχ αυτή η στιγμή… Που θέλεις τόσα να πεις, αλλά τελικά παραμένεις σιωπηλός. Η ελπίδα για αντάμωση γεννά προσμονή. Μα όσο η αντάμωση αργεί, η προσμονή γίνεται πόνος. Εγώ έπαψα να ελπίζω σε άλλες κοσμικές στιγμές…

Νίκος Τσαχουρίδης είπε...

Πολλές φορές η σιωπή είναι πιο πλούσια σε περιεχόμενο από οποιαδήποτε λόγια... Επίσης, κάποιες φορές κι η αντάμωση προκαλεί πόνο...

Vasilis είπε...

Κάποιες (λίγες) φορές η σιωπή όντως είναι πιο πλούσια, αλλά όχι πάντα. Γι'αυτό Νίκο καλά θα κάνεις να ανοίγεις που και που το στόμα σου για να αντιλαμβάνονται και οι υπόλοιποι τι διεργασίες συντελούνται μέσα στο κεφάλι σου.

chmarni είπε...

Είπα να το φιλοσοφήσω λίγο το θέμα, με μια δόση γλυκιάς μελαγχολίας, αλλά άρχισαν να λέγονται αλήθειες.
Εγώ θα επιμείνω και θα πω πως η αντάμωση είναι από τις αγαπημένες μου λέξεις (και διαδικασίες). Μιλώντας πιο προσωπικά (δηλ. από προσωπικές εμπειρίες και επιρροές Εμπειρίκου…) θα πω ότι όταν η αντάμωση πονάει, αυτό είναι αποτέλεσμα δικών μας επιλογών που έγιναν στο παρελθόν. Τη στιγμή του πόνου εισπράττουμε απλός τα λάβαρα των επιλογών μας, που κάποτε δε “μετρήσαμε” καλά. Όπως και να χει όμως ο πόνος γεννάει αλήθειες…