Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

Η Παιδαγωγός

Ξύπνησε κάθιδρη, ανάσκελα στο κρεβάτι της, με τα σκεπάσματα πεταμένα στο πάτωμα. Το δεξί της πόδι ελαφρώς λυγισμένο και το κεφάλι στραμμένο στα δεξιά, κυττώντας το παράθυρο. Μόλις άνοιξε τα μάτια της ένα λαμπρό φως την πλημμύρισε. Η αναπνοή της ελαφρά και ταχεία, προδίδοντας την ερωτική της ταραχή. Το στήθος της ορθό, οι θηλές σκληρές και το υγρό γυμνό της σώμα να λαμπυρίζει απ'τις ανακλώμενες ακτίνες του ήλιου που έμπαινε κυρίαρχος απ'το παράθυρο. Το κορμί της ακόμη τρεμόπαιζε ελαφρά απ'τα απανωτά οργασμικά κύματα που έσβηναν σταδιακά, ως μετασεισμοί μετά απ'το κύριο γεγονός. Σηκώθηκε, πλησίασε το παράθυρο, τράβηξε την κουρτίνα και καθάρισε με το χέρι της το θολωμένο τζάμι. Έξω μια ηλιόλουστη, πεντακάθαρη αλλά παγερή ημέρα ξεκινούσε. Το εξωτερικό θερμόμετρο έγραφε -15°C. Κι αυτή στεκόταν με την αδαμιαία περιβολή της και το ζέχνον κορμί της θόλωνε ακόμη περισσότερο το γυαλί.

Για μια ακόμη συνεχόμενη βραδυά, το ίδιο όνειρο με μικρές ή μεγαλύτερες παραλλαγές. Αυτή ήταν πάντα ως άγαλμα, άλλοτε πάλλευκο μαρμάρινο, διαφανές κρυστάλλινο, μπρούτζινο ή ακόμη και ολόχρυσο. Σχεδόν γυμνή, μ'ένα απαλό ύφασμα να την καλύπτει, κολλημένο επάνω της απ'τον άνεμο, διαγράφοντας τις υπέροχες καμπύλες του σώματός της κι αφήνοντας το ένα της στήθος γυμνό, επιβλητικό. Το αγέρωχο, ακίνητο βλέμμα της ατένιζε την πλάση και μέσα της ένοιωθε ένα αίσθημα ολοκλήρωσης, ανακούφισης και μεγαλείου, μια ολότητα, η Μητέρα Φύση. Ξάφνου δίπλα της εμφανιζόταν ένα παιδί, απροσδιορίστου ηλικίας και φύλου. Το οποίο δεν μπορούσε να δει καθώς ήταν ακίνητη, αλλά το ένοιωθε. Κι ένοιωθε το μητρικό συναίσθημα να αναβλύζει, η Μητέρα Παγγυνή. Κι ενώ δεν μπορούσε να κινηθεί, μπορούσε κάλλιστα να νιώσει τα δάκτυλά της να χαϊδεύουν μητρικά τα μαλλιά του παιδιού. Τις πρώτες φορές που είχε δει αυτό το όνειρο σταματούσε εκεί. Αλλά τις επόμενες συνέχιζε. Και το παιδί βρισκόταν μπροστά της, να της χαμογελά. Και μετά βρισκόταν στο γυμνό της στήθος, να θηλάζει. Το μητρικό συναίσθημα την πλήρωνε με τρόπο μεθυστικό. Ώσπου, κάποια φορά το παιδί βρέθηκε απ'το στήθος στο αιδοίο της, να επιδίδεται σε ερωτικές πράξεις. Η Μητέρα Παγγυνή έγινε Γυναίκα Παγγυνή. Ο καρπός του έρωτά της είχε γίνει η πηγή του. Και το συναίσθημα γινόταν ολοένα κι πιο υπέροχο, γεμάτο. Ώσπου εκείνο το βράδυ, όπου είδε το παιδί σε θηλασμό και συνουσία ταυτόχρονα. Αντικείμενο κι υποκείμενο σ'ένα, συνουσία ολική. Κι ένας οργασμός, μητρικός κι ερωτικός, αρχετυπικός, κατέκλυσε το κορμί και την ψυχή της. Μια κοσμική αιμομιξία μαγική! Κι είχε δοθεί ολοκληρωτικά, χωρίς ίχνος δισταγμού, ενοχής. Αυτά εμφανίζονταν μετά, όταν ξυπνούσε.

Μέσα σ'αυτή την πλημμυρίδα αισθήσεων ξύπνησε εκείνο το πρωινό. Είχε παρατηρήσει ότι μετά από κάθε όνειρο, οι αισθήσεις παρέμεναν διεγερμένες όλο και περισσότερο αλλά υποχωρούσαν με το πρωινό μπάνιο πριν αναχωρήσει για τη δουλειά. Εκείνο το πρωινό όμως ήταν πολύ πιο έντονες απ'ότι συνήθως. Κάθε της κίνηση ήταν κι ένας μικρός οργασμός, μητρικός. Κι αυτό που ήταν διαφορετικό ήταν ότι δεν ένιωθε καμιά ενοχή. Συνέχισε την καθημερινή της ρουτίνα προετοιμασίας για τη δουλειά πιστεύοντας ότι μετά το μπάνιο θα επανέρχονταν στην προτέρα κατάστασή της. Όμως τα πράγματα δεν εξελίχτηκαν ακριβώς έτσι. Το νερό πότιζε το εν οργασμώ κορμί της πολλαπλασιάζοντας τα αισθησιακά κύματα. Κι όταν βγήκε, οι αισθήσεις της παρέμεναν ως είχαν, διεγερμένες. Βγήκε έξω. Ακόμη και το κρύο ήταν διεγερτικό, ερωτικό πάνω στο σώμα της.

Προχώρησε το συνηθισμένο της δρόμο. Περιμένοντας στο φανάρι να περάσει απέναντι, ένιωσε δίπλα της μια παρουσία παιδική. Χωρίς να γυρίσει να κυττάξει κατάλαβε ότι το παιδί είχε απλώσει το χέρι του ζητώντας να συνοδευτεί για να διασχίσει το δρόμο. Πήρε το χέρι του, ο ίδιος αρχετυπικός οργασμός την πλημμύρισε.

Και κίνησαν μαζί γι'απέναντι.

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2009

Ουπς !!! Στιγμή αδυναμίας

Μια στιγμή αδυναμίας και τίποτα παραπάνω



Ξημερώνει
κι εγώ στους δρόμους τριγυρνώ
κι αν χαράζει
το φως δε φτάνει εδώ

Που να είσαι;
ποια χέρια σε κοιμίζουνε;
ποια τραγούδια
σε νανουρίζουνε;

Μια καρδιά, έχω μόνο μια καρδιά
που για σένα κλαίει κάθε βραδιά

Ξημερώνει στου κόσμου όλου τις καρδιές
μα για μένα
δε χάραξε ποτές

Σε φωνάζω
και να μ΄ακούσεις δεν μπορείς
ξημερώνει
κι εσύ δε λες να 'ρθεις

Σάββατο, 8 Αυγούστου 2009

Κρασάκι μου συχώρα με (Η Ισπανίδα)

Ήταν 4 χρόνια τώρα που δεν είχε αγγίξει τ'αλκοόλ. Μετά από 12 χρόνια, μια μέρα τέλος. Ποτέ δεν κατάλαβε γιατί. Ποτέ δεν του δημιούργησε πρόβλημα, ακόμη και σε στιγμές συχνής κι αδιάλειπτης επαφής. Του έλειπε βέβαια όταν δεν το είχε. Κι όταν το είχε, ήταν ευτυχισμένος. Είτε λίγο είτε πολύ, η χαρά ήταν εκεί. Και μια μέρα ξύπνησε κι η μπουκάλα δεν ήταν εκεί. Σηκώθηκε, την έψαξε λίγο κι όταν δεν τη βρήκε, συνέχισε την ημέρα όπως συνήθως. Του έλειπε, του έλειπε πολύ. Αλλά για ένα περίεργο λόγο δεν την αναζήτησε ποτέ. Κάθε πρωί, πριν ξεκινήσει την ημέρα του έκλαιγε μπροστά στο άδειο του ποτήρι. Κι όμως το κρατούσε έτσι άδειο. Το συναίσθημα της απώλειας, της νοσταλγίας το γέμιζε πλέον περισσότερο απ'αυτήν την ίδια. Και περνούσε ο καιρός έτσι.

Να πούμε εδώ ότι η σχέση του με τη μπουκάλα ή ουσία (δεν αναφερόταν ποτέ ως αλκοόλ, προτιμούσε μια λέξη θηλυκού γένους) ήταν ιδιόμορφη. Έβρισκε την απόλαυση όχι μόνο στην ουσία αυτή καθαυτή αλλά κι από την μπουκάλα επίσης. Ήταν ο συνδυασμός που τον οδηγούσε στην κορύφωση της ηδονής. Ξεκινούσε απ'την οπτική απόλαυση της μπουκάλας, από διαφορετικές γωνίες, οι καμπύλες που μπορούσαν να οδηγήσουν από μόνες του σε ένα είδους οργασμού. Η αφή της, η αίσθηση καθώς τα δάχτυλα του κυλούσαν πάνω στο λείο, δροσερό σώμα της. Η αφαίρεση όλων όσων εμπόδιζαν την άμεση επαφή με την ουσία, απαλά και ρυθμικά, ή πιο βίαια και με πάθος. Και βέβαια η πρώτη αυτή επαφή με την ουσία. Η οποία έπρεπε πάντα να ήταν άμεση, χωρίς ενδιάμεσους, χωρίς ποτήρι αλλά απευθείας απ'την μπουκάλα. Έτσι την ένοιωθε αυτήν τη συνουσία, μέχρι το μεθυστικό οργασμό. Και δεν του άρεσε να μπερδεύει ουσίες. Ήταν πάντα πιστός στην ουσία του. Και στην μπουκάλα του. Έτσι για 12 χρόνια δεν είχε δοκιμάσει άλλες.

Κι όταν αυτή δεν ήταν πλέον μαζί του, κάτι άλλαξε μέσα του. Για 3 χρόνια δεν την αναζήτησε, αλλά ούτε κι άλλες. Ζούσε με τις αναμνήσεις, τη νοσταλγία, την ψευδαίσθηση της μέθης. Ώσπου μια μέρα, είδε μια άλλη. Άλλη μορφή, διαφορετική, ελκυστική, τουλάχιστον ως προς την περιέργειά του να γευθεί την ουσία. Και τη γεύτηκε, γλυκιά, δροσερή, παρά τα χρόνια της. Μια ώριμη ουσία. Αλλά δεν κατάφερε να μεθύσει. Τίποτα δεν τον εμπόδιζε, αλλά όσο κι αν προσπαθούσε... Την επόμενη μέρα την έδιωξε απ'το σπίτι του, με τον τρόπο του. Αλλά τι ένοιωθε; Ενοχές; Ίσως δεν ήταν ακόμη έτοιμος να εγκαταλείψει τις ψευδαισθήσεις του. 2 μήνες κύλησαν ώσπου συνάντησε μια άλλη μπουκάλα, γεμάτη καμπύλες, όχι τόσο πολλά υποσχόμενη ως προς την ουσία που έκρυβε μέσα της. Και τη γεύτηκε, επαληθεύοντας την πρώτη του εντύπωση, μέτριας ποιότητας ουσία, αλλά κατάφερε να μεθύσει. Αποφάσισε λοιπόν να συνεχίσει μαζί της έστω κι αν δεν ήταν η μέθη που έψαχνε να βιώσει. Αλλά κάθε φορά που έπρεπε να τη συναντήσει για μια συνουσία ένιωθε όλο και πιο απόμακρος. Βαριόταν. Αλλά είχε μια εξάρτηση να ικανοποιήσει, έστω κι αν δεν ήταν ο τρόπος που ήθελε.

Και κυλούσαν οι μήνες έτσι. Τη συναντούσε όλο κι πιο αραιά. Μέχρι που σταμάτησε. Κι ως δια μαγείας βρέθηκε στο σπίτι του μια άλλη μπουκάλα, ενδιαφέρουσα, με ακόμη πιο ενδιαφέρουσα ουσία. Για 2 εβδομάδες κατάφερε να συναντήσει τη μέθη που αναζητούσε. Όμως δεν κράτησε πολύ. Η μεθυστική συνουσία κατάντησε πάλι ρουτίνα, αδιάφορη, αναγκαία μόνο για την εξάρτησή του. Την άφησε να φύγει. Αναρωτιόταν αν θα μπορούσε να ξαναζήσει πάλι τη μεθυστική συνουσία που φανταζόταν. Γυρνούσε άσκοπα στους δρόμους κι έβλεπε διάφορες μπουκάλες, ελκυστικές και μη, γεμάτες ή άδειες. Κι επέστρεφε στο σπίτι πάντα άδειος. Με μόνη παρηγοριά τις ψευδαισθήσεις του.

Και τότε εμφανίστηκε μπροστά του μια μπουκάλα υπέρηχη, σαγηνευτική. Και μέσα μια ουσία ισπανική, που πάντα ήθελε να γευθεί, το σέρυ, αλλά ποτέ δεν είχε βρει την κατάλληλη μπουκάλα. Και νά'τη τώρα μπροστά του. Μια μορφή θεϊκή, μια πλημμυρίδα αισθήσεων. Και μόνο βλέποντάς τη ένιωθε την επίδρασή της. Τα άκρα του μούδιαζαν σιγά-σιγά, χαλάρωνε, αίρονταν οι αναστολές του. Ήταν ευτυχισμένος. Αλλά δεν προσπάθησε να τη γευθεί αμέσως. Ήθελε πρώτα να ξαναζήσει όλο το ταξίδι, με τους μικρούς οργασμούς, τη πνευματική μέθη πριν φτάσει στον τελικό μεθυστικό οργασμό. Έψαχνε αφορμές για να βρίσκεται κοντά της, όλο και πιο κοντά κάθε φορά. Την παρατηρούσε από κάθε γωνία, την είχε μάλιστα αγγίξει δυο φορές και τα πόδια του κόπηκαν, ένιωσε να φεύγει, να πλανάται στον αιθέρα... Ήξερε πότε θα τη συναντήσει την επόμενη φορά.

Και αναρωτιόταν αν ήταν ώρα να τη γευθεί; Μήπως ήταν καλύτερα έτσι; Κι αν πάλι η αρχική μέθη μετατραπεί σε ρουτίνα, βαρεμάρα; Αξίζει τον κόπο να ξαναζήσει έστω και για μια φορά το μεθυστικό οργασμό;

Μπήκε στο δωμάτιο. Την είδε εκεί, αισθησιακή, σαγηνευτική. Προς στιγμή νόμισε ότι του χαμογέλασε. Και τα πόδια του κόπηκαν πάλι.

Ναι, αξίζει!

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2009

Γυμνή Λιτανεία



Στην ανατολική Ινδία οι αγρότες ζήτησαν από τις ανύπαντρες κόρες τους να οργώσουν γυμνές τα χωράφια ψέλνοντας ύμνους στους θεούς του καιρού κατά της παρατεταμένης ανομβρίας. Εδώ στις λιτανείες βγάζουμε τα ΚΑΠΗ με μπροστάρηδες μαυροφορεμένους, άπλυτους ρασοφόρους. Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί ο χριστιανικός θεός είναι εκδικητικός και ζοχαδιασμένος. Από τη μια έχουμε τις γυμνές φρεσκοϊδρωμένες χωριατοπούλες κι από την άλλη τους ντυμένους βρωμερούς παπάδες. Και μάλιστα θα συνεχίσουν λέει (οι χωριατοπούλες, ε, για να μην παρεξηγηθούμε) μέχρι να βρέξει.

Παίρνω το αλέτρι μου και φεύγω για την Ινδία...

Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2009

Το παλαμάρι του Νταφόε

Το παρόν κείμενο αναφέρεται στην ταινία "Αντίχριστος" του Λαρς φον Τρίερ. Όσοι δεν την έχουν δει κι ενδιαφέρονται να τη δουν, καλό θα είναι να διαβάσουν το κείμενο μετά καθώς περιέχει περιγραφές σκηνών.



Φτάσαμε στον κινηματογράφο, καθίσαμε και περιμένουμε. Σε μια ασπρόμαυρη οθόνη αρχίζει να εκτυλίσσεται η ερωτική συνεύρεση του Νταφόε και της Γκαίνσμπουργκ. Η καυλοπυρέσσουσα ψωλή εισδύει ρυθμικά και σε αργή παλινδρομική κίνηση στο, προ εκούσιας κλειτοριδεκτομής, αιδοίο συνοδευόμενη απ'τον υπνωτικό ορχικό χορό. Παράλληλα με την εν εξελίξη συνουσία, ο καρπός μιας πρότερης συνουσίας ο ολιγοετής υιός, μια μετουσία αν θέλετε, οδεύει αργά και μελωδικά προς το χαμό του κι αφού βαδίσει απαλά προς το ανοιχτό παράθυρο του δωματίου του συνουσιαζόμενου ζεύγους και παραμερίσει τα είδωλα των 3 ζητιάνων, απλώνει ένα βήμα στο κενό για να συναντήσει λίγες στιγμές αργότερα το σκληρό χιονισμένο τσιμέντο του πεζοδρομίου.

Όλα καλά μέχρι εδώ. Τίθενται οι βάσεις για μια ταινία "ενδιαφέρουσα". Επόμενη σκηνή: Το ζευγάρι οδύρεται ακολουθώντας τη νεκροφόρα ώσπου η μάνα λιποθυμά και βρίσκεται σε ψυχιατρική κλινική διότι βιώνει ένα παθολογικό πένθος. Ο σύζυγος, θεραπευτής κι ο ίδιος, διαφωνεί με τη φαρμακευτική θεραπεία και προτάσσει ως ένδειξη μια ψυχοθεραπεία. Έρωτας και πένθος, συνουσία και θάνατος, κι οι Ερινύες να προσμένουν στη γωνιά. Βυθίζομαι ακόμη περισσότερο στο κάθισμα και αρχίζω να προετοιμάζομαι για μια οργασμική κορύφωση στην ζοφερή άβυσσο μιας ψυχανάλυσης.

Μα έλα που λογάριαζα χωρίς τον ξενοδόχο. Ο θεραπευτής αποδεικνύεται γνωσικής-συμπεριφορικής κατεύθυνσης (TCC τα αρχικά που χρησιμοποιούμε στα γαλλικά, τα ίδια αρχικά επίσης χρησιμοποιούμε για τις κρανιο-εγκεφαλικές κακώσεις, και φυσικά δεν μπορώ να αποφύγω τους σχετικούς συνειρμούς...) κι όχι ψυχαναλυτικής και προσπαθεί να θεραπεύσει στο στάδιο του άγχος με σταδιακή έκθεση στο αντικείμενο του φόβου (ξενέρωμα!) που είναι το δάσος όπου είχε ξαναβρεθεί η πενθούσα μήτηρ με τον υιό της. Μάλιστα για την αντιμετώπιση των αγχωδών κρίσεων θέτει την ψωλή του στη διάθεση του πενθούντος αιδοίου. Τι θα έλεγε ο Παβλόφ για όλα αυτά; Όταν μάλιστα σε μια επανάληψη της εναρκτήριας σκηνής διαπιστώνουμε ότι η καυλιάρα μήτηρ είχε παρακολουθήσει την άνοδο και πτώση του τέκνου της βιώνοντας έτσι την ηδονή-οδύνη, το διπλό οργασμό έρωτα-θανάτου. Κάτι που αναζητά να βιώσει ξανά με τη βοήθεια του αγχολυτικού αντρικού μορίου.

Στη συνέχεια διαπιστώνουμε ότι η μήτηρ, που ήδη παρουσιάζει ένα ψυχωτικό επεισόδιο, ε, συγγνώμη που ήδη είναι η αντίχριστος, είχε ήδη ένα πρώτο ψυχωτικό επεισόδιο όταν βρισκόταν στο ίδιο μέρος με τον υιό της δουλεύοντας την διδακτορική της εργασία. Μια εργασία με αντικείμενο τα βασανιστήρια που υπέστησαν στη διάρκεια των αιώνων οι γυναίκες. Όπου κι ενημερωνόμαστε ότι ήταν όντως κακές αυτές οι γυναίκες... Εκεί λοιπόν στη διάρκεια μιας ακόμη συνουσίας αστράφτει μια στον αθώο Νταφόε και το ρίχνει κάτω αναίσθητο. Όμως οποία ευτυχία: το μόριο στέκει εκεί ορθό, σφύζον, περήφανο. Το αρπάζει λοιπόν και με φρενήρεις κινήσεις επιδίδεται σε ετερομαλακία μέχρις ότου μια οργασμική έκρηξη την πλημμυρίζει με σπέρμα αναμεμειγμένο με αίμα. Σπέρμα-αίμα, έρωτας-θάνατος. Αφού το βίωσε πάλι, είπε να του ανοίξει και μια τρύπα στην αριστερή του γάμπα, περνώντας του ένα πέτρινο τροχό, αποδεικνύοντάς μας μια λιγότερη ευχαρίστηση αλλά εξίσου ενδιαφέρουσα χρήση αυτής της σημαντικής ανθρώπινης ανακάλυψης καθώς και την προέλευση της γνωστής φράσης: "αν η γιαγιά μου έχει ρόδες...", διότι πρόκειται περί προφορικής παράδοσης μεταδιδόμενης από μάνα σε κόρη και εμπεριέχει κρυμμένη την προσμονή της έλευσης της αντίχριστου.

Τέλος, με τα πολλά ο καλοκάγαθος Νταφόε καταφέρνει να ελευθερωθεί απ'τον τροχό, αφού συναντήσει τους 3 ζητιάνους, το ελάφι με το νεκρογέννητο της να κρέμεται ακόμη απ'τη γενετήσια σχισμή, την αλεπού με το κουδουνάκι στο λαιμό ώστε να είναι έτοιμη για γούνα μετά και το κοράκι που δε σκοτώνεται με τίποτα το αναθεματισμένο. Κι όπως προφήτευσε η αντίχριστος μήτηρ, όταν θα έρθουν οι 3 ζητιάνοι κάποιος θα πεθάνει, ο μετοργάσμιος Νταφόε ως άλλος υπέρμαχος της πίστης υψώνει τη ρομφαία του, στη συγκεκριμένη περίπτωση τα χέρια του και θανατώνει δια στραγγαλισμού την κλειτοριδεκτομυθούσα Γκαίνσμπουργκ κυττώντας τη στα μάτια, ελευθερώνοντας έτσι όλες τις γυναίκες, που παρελαύνουν απρόσωπες μπροστά του. Τι ψυχιατρική και μαλακίες, Η Αντίχριστος επέθανε! Τέλος!

Βγαίνουμε απ'την αίθουσα. Γυρνώ και κυττώ τον έτερο ελληνόφωνο της παρέας. Χωρίς πολλά καταλήξαμε σε μια περίληψη της ταινίας...

... το παλαμάρι του Νταφόε!

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2009

Κλείστε το στόμα στους ποιητές

- Κοιμήσου παιδί μου, άσε τον ύπνο να σε πάρει γλυκά.
- Δε θέλω μανούλα, δεν μπορώ...
- Γιατί παιδάκι μου, τι σε κατατρέχει;
- Κάθε που κλείνω τα μάτια μου, μανούλα μου, βλέπω την ίδια εικόνα, τη ζωή μου. Πως μεγαλώνω, σπουδάζω, ερωτεύομαι, παντρεύομαι, δουλεύω, κάνω παιδιά, εγγόνια, βγαίνω στη σύνταξη και κάποια στιγμή στα βαθιά γεράματα πεθαίνω ήσυχος στο κρεβάτι μου με μια φωτογραφία στο χέρι. Κι πλήθος κόσμου είναι στην κηδεία μου να με χαιρετήσει, οικογένεια, φίλοι, συνάδελφοι...
- Και τι φωτογραφία είχες στο χέρι σου παιδί μου;
- Μια φωτογραφία από την ηλικία που έχω τώρα.
- Και γιατί είναι άσχημο αυτό το όνειρο πουλάκι μου;
- Γιατί εκεί στο νεκροκρέβατο και λίγο πριν κλείσω τα μάτια μου για πάντα συνειδητοποίησα ότι η ζωή μου ήταν ένα ψέμα.
- Ψέμα;
- Ναι, ψέμα. Όμορφο μεν, ψέμα δε...



Ἄνοιξε χείλι μοι, ἄνοιξε,
γλικά νά τραγουδήσω.
Ἄνοιξε τήν καρδιά.
Κομήτη κλεῖσε
τό στόμα στούς ποιητές.
Κομήτη κλεῖσε
τό στόμα καί φύγε.
Ἄνοιξε τά μάτια στήν ἐλευθερία.

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2009

Η προσαρμογή ως άλλοθι της εκτροπής

Οι τόποι αλλάζουν όσο αλλάζουν οι άνθρωποι που πατούν σε αυτούς. Αλλαγή όμως δε σημαίνει κατ΄ ανάγκη και πρόοδος. Εποχή υψηλών ταχυτήτων και αδιεξόδων. Δεν είναι ότι κυλάει ο χρόνος γρήγορα, εμείς αναπτύσσουμε υψηλότερες ταχύτητες διερχόμενοι μέσα από αυτόν. Η στρέβλωση σε αυτή τη διαδικασία έχει όμως να κάνει με το μάταιο του προορισμού. Έτσι αναπόφευκτη είναι πρόσκρουση σε αδιέξοδα. Αλλά όσο τσακίζεσαι σε αυτά, τόσο αναπτύσσεις μεγαλύτερη ταχύτητα, προς αναζήτηση ενός διεξόδου και αντί για αυτό, συναντάς φαυλότητα, ατομισμό και παράνοια επικαλυμμένη από μία προσαρμοσμένη τετράγωνη λογική που γαμάει ότι πιο blues υπάρχει μέσα σου.
Έτι και εσύ σιγά – Σιγά περνάς απέναντι. Προτιμάς αντί να προσκρούεις στα αδιέξοδα να γίνεσαι σταδιακά και εσύ αδιέξοδο και κάποιος άλλος να τσακίζεται πάνω σου. Πάνω στη φαυλότητα σου στον ατομισμό σου και στη παράνοια που κάθε φορά επιλέγεις να υπηρετείς. Και με αυτό τον τρόπο αυξάνονται οι προσκρούσεις με άμεση συνέπεια την αύξηση των αδιεξόδων. Υπάρχει όμως μια μεγάλη παγίδα. ‘Όλα τα παραπάνω γίνονται με άλλοθι την αυτοσυντήρηση και τη προσαρμογή. Κι όμως όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν προσαρμογή, αλλά εκτροπή. Εκτροπή από την ίδια τη ζωή και από έννοιες όπως η ελπίδα, η ισότητα, η δικαιοσύνη, η φαντασία, το όνειρο...
Και μιας και ανέφερα τη λέξη όνειρο…

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2009

Μαθήματα Ανατομίας

Μια ακόμη μουντή, συννεφιασμένη μέρα. Περπατούσε μόνος, με βήμα αργόσυρτο και βλέμμα σκυφτό, κυττώντας τις άκρες των υποδημάτων του να μετακινούνται μονότονα στο λευκό απ'το χιόνι πλακόστρωτο. Κι ενώ το κρύο ήταν δαιμονισμένο με τον άγριο άνεμο να τον κάνει να δακρύζει και να παγώνει τα δάκρυά του, μέσα του ένιωθε να βράζει. Τόσο, που νόμιζε ότι το χιόνι έλιωνε στα διάβα του δημιουργώντας πίσω του ένα ρυάκι συναισθημάτων που πάγωνε ευθύς αμέσως αφήνοντας έτσι μια φωτογραφία του εσωτερικού του κόσμου. Μια φωτιά από οργή, από αγανάκτηση, από απελπισία, από αγάπη, από προσμονή. Και κάθε μέρα ακολουθούσε την ίδια διαδρομή.

Σήμερα όμως κάτι ήταν διαφορετικό. Το ένιωθε. Συνέχισε να προχωρά ώσπου έφτασε στη μέση της μεγάλης γέφυρας. Αυτή που διέσχιζε κάθε μέρα. Από κάτω απλώνονταν το άλλο επίπεδο της πόλης. Εκεί που άλλοτε βρίσκονταν ο μεγάλος ποταμός τώρα μια πολύχρωμη μάζα οικοδομών που απλώνονταν μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι, οριοθετώντας το χώρο κατοικίας αυτού που είχε χαρακτηριστεί ως υποαστική τάξη. Πολύχρωμη, με χρώματα όμως που ξεθώριαζαν μέρα με τη μέρα πλησιάζοντας αυτό το γνώριμο γκρίζο του τσιμέντου. Διότι ήταν γνωστό ότι σ΄αυτήν την πόλη υπήρχαν οι περισσότερες λέξεις που μπορούσαν να περιγράψουν τις διαφορετικές αποχρώσεις του γκρίζου.

Μόλις έφτασε στη μέση της γέφυρας σταμάτησε και γύρισε να ατενίσει εκεί που άλλοτε βρίσκονταν η κοίτη του ποταμού. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα σιωπής έκραξε: "Γιατί;" Κι όπως μέσα στο δάσος μετά από ένα θόρυβο τα πουλιά σταματούν να κελαηδούν, τα τζιτζίκια διακόπτουν το τραγούδι τους και τα ζώα ακινητοποιούνται, έτσι κι εδώ οι άνθρωποι σταμάτησαν να μιλούν, τα αυτοκίνητα ακινητοποιήθηκαν κι ο μόνος ήχος που έμεινε να ακούγεται ήταν αυτός του ανέμου. "Γιατί;" φώναξε ακόμη πιο δυνατά. Μια κραυγή που έκρυβε τόσα συναισθήματα που ήταν αδύνατο να ξεχωρίσει έστω κι ένα. Τότε στο βάθος του ορίζοντα φάνηκε η μορφή της να πλησιάζει αιθεροβατώντας, με τα μαλλιά της να κυματίζουν στον άνεμο και τα μάτια της να εκπέμπουν μια γαλήνη απόκοσμη. Ώσπου έφτασε μπροστά του.

"Προσπαθώ να σε βγάλω απ'το κεφάλι μου" της είπε κι έβγαλε ένα μαχαίρι κι άρχισε να κόβει το κρανίο του. Προσπαθούσε ώρα πολλή και το αίμα του που έπεφτε έσπαζε τη λευκή μονοτονία του χιονιού. Τότε τον πλησίασε ακόμη περισσότερο αυτή και του'πε με γλυκιά φωνή: "Μου'χεις πρήξει τα συκώτια" και του άρπαξε να μαχαίρι για να σηκώσει με απαλές κινήσεις το αραχνοΰφαντο ένδυμά της και να ανοίξει από άκρη σε άκρη τη διογκωμένη κοιλιά της. Το αίμα της κυλούσε ζέχνον πλημμυρίζοντας της υποπόλη και μυριάδες κομμάτια λιπώδους ήπατος σχημάτιζαν μικρά νησίδια στο κόκκινο ποταμό.

Κι ενώ την κύτταζε απορημένος, τον πλησίασε ακόμη περισσότερο και του είπε:
- Θέλεις να πάμε να φάμε απόψε;
- Ναι, αρκεί να μην είναι φουά γκρα!

Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2009

Lucinda Williams - Essence



Baby, sweet baby, you're my drug
Come on and let me taste your stuff

Baby, sweet baby, bring me your gift
What surprise you gonna hit me with

Refrain:
I am waiting here for more
I am waiting by your door
I am waiting on your back steps
I am waiting in my car
I am waiting at this bar
I am waiting for your essence

Baby, sweet baby, whisper my name
Shoot your love into my vein

Baby, sweet baby, kiss me hard
Make me wonder who's in charge

(Repeat Chorus)

Baby, sweet baby, I wanna feel your breath
Even though you like to flirt with death

Baby, sweet baby, can't get enough
Please come find me and help me get fucked up

(Repeat Chorus)

Your essence
Your essence