Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2009

Μαθήματα Ανατομίας

Μια ακόμη μουντή, συννεφιασμένη μέρα. Περπατούσε μόνος, με βήμα αργόσυρτο και βλέμμα σκυφτό, κυττώντας τις άκρες των υποδημάτων του να μετακινούνται μονότονα στο λευκό απ'το χιόνι πλακόστρωτο. Κι ενώ το κρύο ήταν δαιμονισμένο με τον άγριο άνεμο να τον κάνει να δακρύζει και να παγώνει τα δάκρυά του, μέσα του ένιωθε να βράζει. Τόσο, που νόμιζε ότι το χιόνι έλιωνε στα διάβα του δημιουργώντας πίσω του ένα ρυάκι συναισθημάτων που πάγωνε ευθύς αμέσως αφήνοντας έτσι μια φωτογραφία του εσωτερικού του κόσμου. Μια φωτιά από οργή, από αγανάκτηση, από απελπισία, από αγάπη, από προσμονή. Και κάθε μέρα ακολουθούσε την ίδια διαδρομή.

Σήμερα όμως κάτι ήταν διαφορετικό. Το ένιωθε. Συνέχισε να προχωρά ώσπου έφτασε στη μέση της μεγάλης γέφυρας. Αυτή που διέσχιζε κάθε μέρα. Από κάτω απλώνονταν το άλλο επίπεδο της πόλης. Εκεί που άλλοτε βρίσκονταν ο μεγάλος ποταμός τώρα μια πολύχρωμη μάζα οικοδομών που απλώνονταν μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι, οριοθετώντας το χώρο κατοικίας αυτού που είχε χαρακτηριστεί ως υποαστική τάξη. Πολύχρωμη, με χρώματα όμως που ξεθώριαζαν μέρα με τη μέρα πλησιάζοντας αυτό το γνώριμο γκρίζο του τσιμέντου. Διότι ήταν γνωστό ότι σ΄αυτήν την πόλη υπήρχαν οι περισσότερες λέξεις που μπορούσαν να περιγράψουν τις διαφορετικές αποχρώσεις του γκρίζου.

Μόλις έφτασε στη μέση της γέφυρας σταμάτησε και γύρισε να ατενίσει εκεί που άλλοτε βρίσκονταν η κοίτη του ποταμού. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα σιωπής έκραξε: "Γιατί;" Κι όπως μέσα στο δάσος μετά από ένα θόρυβο τα πουλιά σταματούν να κελαηδούν, τα τζιτζίκια διακόπτουν το τραγούδι τους και τα ζώα ακινητοποιούνται, έτσι κι εδώ οι άνθρωποι σταμάτησαν να μιλούν, τα αυτοκίνητα ακινητοποιήθηκαν κι ο μόνος ήχος που έμεινε να ακούγεται ήταν αυτός του ανέμου. "Γιατί;" φώναξε ακόμη πιο δυνατά. Μια κραυγή που έκρυβε τόσα συναισθήματα που ήταν αδύνατο να ξεχωρίσει έστω κι ένα. Τότε στο βάθος του ορίζοντα φάνηκε η μορφή της να πλησιάζει αιθεροβατώντας, με τα μαλλιά της να κυματίζουν στον άνεμο και τα μάτια της να εκπέμπουν μια γαλήνη απόκοσμη. Ώσπου έφτασε μπροστά του.

"Προσπαθώ να σε βγάλω απ'το κεφάλι μου" της είπε κι έβγαλε ένα μαχαίρι κι άρχισε να κόβει το κρανίο του. Προσπαθούσε ώρα πολλή και το αίμα του που έπεφτε έσπαζε τη λευκή μονοτονία του χιονιού. Τότε τον πλησίασε ακόμη περισσότερο αυτή και του'πε με γλυκιά φωνή: "Μου'χεις πρήξει τα συκώτια" και του άρπαξε να μαχαίρι για να σηκώσει με απαλές κινήσεις το αραχνοΰφαντο ένδυμά της και να ανοίξει από άκρη σε άκρη τη διογκωμένη κοιλιά της. Το αίμα της κυλούσε ζέχνον πλημμυρίζοντας της υποπόλη και μυριάδες κομμάτια λιπώδους ήπατος σχημάτιζαν μικρά νησίδια στο κόκκινο ποταμό.

Κι ενώ την κύτταζε απορημένος, τον πλησίασε ακόμη περισσότερο και του είπε:
- Θέλεις να πάμε να φάμε απόψε;
- Ναι, αρκεί να μην είναι φουά γκρα!

5 σχόλια:

Vasilis είπε...

Άρχισες πάλι με τις αιματοχυσίες; Θα είδες πολλά θρίλερ τελευταία φαίνεται.

Νίκος Τσαχουρίδης είπε...

Όχι, απλά προσπαθώ να περάσω ένα οικολογικό μήνυμα...

Vasilis είπε...

Πάντως, σε μένα δεν έφτασε το μήνυμα.

chmarni είπε...

Ρε Ρεμάλι βγάλε τον Γκντέμη από το Avatar σου. Άσε που από τότε που μου σχολίασες με αυτό το avatar μου πάνε όλα κατά διαόλου...

dsquared είπε...

Ουτε εμενα μου αρεσει το φουα γκρα, προτιμω ενα ξεγυρισμενο σουβλακι.

Din