Σάββατο, 8 Αυγούστου 2009

Κρασάκι μου συχώρα με (Η Ισπανίδα)

Ήταν 4 χρόνια τώρα που δεν είχε αγγίξει τ'αλκοόλ. Μετά από 12 χρόνια, μια μέρα τέλος. Ποτέ δεν κατάλαβε γιατί. Ποτέ δεν του δημιούργησε πρόβλημα, ακόμη και σε στιγμές συχνής κι αδιάλειπτης επαφής. Του έλειπε βέβαια όταν δεν το είχε. Κι όταν το είχε, ήταν ευτυχισμένος. Είτε λίγο είτε πολύ, η χαρά ήταν εκεί. Και μια μέρα ξύπνησε κι η μπουκάλα δεν ήταν εκεί. Σηκώθηκε, την έψαξε λίγο κι όταν δεν τη βρήκε, συνέχισε την ημέρα όπως συνήθως. Του έλειπε, του έλειπε πολύ. Αλλά για ένα περίεργο λόγο δεν την αναζήτησε ποτέ. Κάθε πρωί, πριν ξεκινήσει την ημέρα του έκλαιγε μπροστά στο άδειο του ποτήρι. Κι όμως το κρατούσε έτσι άδειο. Το συναίσθημα της απώλειας, της νοσταλγίας το γέμιζε πλέον περισσότερο απ'αυτήν την ίδια. Και περνούσε ο καιρός έτσι.

Να πούμε εδώ ότι η σχέση του με τη μπουκάλα ή ουσία (δεν αναφερόταν ποτέ ως αλκοόλ, προτιμούσε μια λέξη θηλυκού γένους) ήταν ιδιόμορφη. Έβρισκε την απόλαυση όχι μόνο στην ουσία αυτή καθαυτή αλλά κι από την μπουκάλα επίσης. Ήταν ο συνδυασμός που τον οδηγούσε στην κορύφωση της ηδονής. Ξεκινούσε απ'την οπτική απόλαυση της μπουκάλας, από διαφορετικές γωνίες, οι καμπύλες που μπορούσαν να οδηγήσουν από μόνες του σε ένα είδους οργασμού. Η αφή της, η αίσθηση καθώς τα δάχτυλα του κυλούσαν πάνω στο λείο, δροσερό σώμα της. Η αφαίρεση όλων όσων εμπόδιζαν την άμεση επαφή με την ουσία, απαλά και ρυθμικά, ή πιο βίαια και με πάθος. Και βέβαια η πρώτη αυτή επαφή με την ουσία. Η οποία έπρεπε πάντα να ήταν άμεση, χωρίς ενδιάμεσους, χωρίς ποτήρι αλλά απευθείας απ'την μπουκάλα. Έτσι την ένοιωθε αυτήν τη συνουσία, μέχρι το μεθυστικό οργασμό. Και δεν του άρεσε να μπερδεύει ουσίες. Ήταν πάντα πιστός στην ουσία του. Και στην μπουκάλα του. Έτσι για 12 χρόνια δεν είχε δοκιμάσει άλλες.

Κι όταν αυτή δεν ήταν πλέον μαζί του, κάτι άλλαξε μέσα του. Για 3 χρόνια δεν την αναζήτησε, αλλά ούτε κι άλλες. Ζούσε με τις αναμνήσεις, τη νοσταλγία, την ψευδαίσθηση της μέθης. Ώσπου μια μέρα, είδε μια άλλη. Άλλη μορφή, διαφορετική, ελκυστική, τουλάχιστον ως προς την περιέργειά του να γευθεί την ουσία. Και τη γεύτηκε, γλυκιά, δροσερή, παρά τα χρόνια της. Μια ώριμη ουσία. Αλλά δεν κατάφερε να μεθύσει. Τίποτα δεν τον εμπόδιζε, αλλά όσο κι αν προσπαθούσε... Την επόμενη μέρα την έδιωξε απ'το σπίτι του, με τον τρόπο του. Αλλά τι ένοιωθε; Ενοχές; Ίσως δεν ήταν ακόμη έτοιμος να εγκαταλείψει τις ψευδαισθήσεις του. 2 μήνες κύλησαν ώσπου συνάντησε μια άλλη μπουκάλα, γεμάτη καμπύλες, όχι τόσο πολλά υποσχόμενη ως προς την ουσία που έκρυβε μέσα της. Και τη γεύτηκε, επαληθεύοντας την πρώτη του εντύπωση, μέτριας ποιότητας ουσία, αλλά κατάφερε να μεθύσει. Αποφάσισε λοιπόν να συνεχίσει μαζί της έστω κι αν δεν ήταν η μέθη που έψαχνε να βιώσει. Αλλά κάθε φορά που έπρεπε να τη συναντήσει για μια συνουσία ένιωθε όλο και πιο απόμακρος. Βαριόταν. Αλλά είχε μια εξάρτηση να ικανοποιήσει, έστω κι αν δεν ήταν ο τρόπος που ήθελε.

Και κυλούσαν οι μήνες έτσι. Τη συναντούσε όλο κι πιο αραιά. Μέχρι που σταμάτησε. Κι ως δια μαγείας βρέθηκε στο σπίτι του μια άλλη μπουκάλα, ενδιαφέρουσα, με ακόμη πιο ενδιαφέρουσα ουσία. Για 2 εβδομάδες κατάφερε να συναντήσει τη μέθη που αναζητούσε. Όμως δεν κράτησε πολύ. Η μεθυστική συνουσία κατάντησε πάλι ρουτίνα, αδιάφορη, αναγκαία μόνο για την εξάρτησή του. Την άφησε να φύγει. Αναρωτιόταν αν θα μπορούσε να ξαναζήσει πάλι τη μεθυστική συνουσία που φανταζόταν. Γυρνούσε άσκοπα στους δρόμους κι έβλεπε διάφορες μπουκάλες, ελκυστικές και μη, γεμάτες ή άδειες. Κι επέστρεφε στο σπίτι πάντα άδειος. Με μόνη παρηγοριά τις ψευδαισθήσεις του.

Και τότε εμφανίστηκε μπροστά του μια μπουκάλα υπέρηχη, σαγηνευτική. Και μέσα μια ουσία ισπανική, που πάντα ήθελε να γευθεί, το σέρυ, αλλά ποτέ δεν είχε βρει την κατάλληλη μπουκάλα. Και νά'τη τώρα μπροστά του. Μια μορφή θεϊκή, μια πλημμυρίδα αισθήσεων. Και μόνο βλέποντάς τη ένιωθε την επίδρασή της. Τα άκρα του μούδιαζαν σιγά-σιγά, χαλάρωνε, αίρονταν οι αναστολές του. Ήταν ευτυχισμένος. Αλλά δεν προσπάθησε να τη γευθεί αμέσως. Ήθελε πρώτα να ξαναζήσει όλο το ταξίδι, με τους μικρούς οργασμούς, τη πνευματική μέθη πριν φτάσει στον τελικό μεθυστικό οργασμό. Έψαχνε αφορμές για να βρίσκεται κοντά της, όλο και πιο κοντά κάθε φορά. Την παρατηρούσε από κάθε γωνία, την είχε μάλιστα αγγίξει δυο φορές και τα πόδια του κόπηκαν, ένιωσε να φεύγει, να πλανάται στον αιθέρα... Ήξερε πότε θα τη συναντήσει την επόμενη φορά.

Και αναρωτιόταν αν ήταν ώρα να τη γευθεί; Μήπως ήταν καλύτερα έτσι; Κι αν πάλι η αρχική μέθη μετατραπεί σε ρουτίνα, βαρεμάρα; Αξίζει τον κόπο να ξαναζήσει έστω και για μια φορά το μεθυστικό οργασμό;

Μπήκε στο δωμάτιο. Την είδε εκεί, αισθησιακή, σαγηνευτική. Προς στιγμή νόμισε ότι του χαμογέλασε. Και τα πόδια του κόπηκαν πάλι.

Ναι, αξίζει!

2 σχόλια:

fotini είπε...

ΛΟΙΠΟΝ ΘΑ ΣΥΝΦΩΝΗΣΩ.....
αξιζει γιατι ..η ζωη μας ειναι ενα κολάζ απο στιγμες

Vasilis είπε...

Ιδού τι παθαίνει κάποιος όταν συναναστρέφεται πολύ με αλκοολικούς!!!