Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

Η Ισπανίδα (revisited)

Ξύπνησα σήμερα με μια περίεργη διάθεση. Ίσως να ήταν κι απόρροια του ονείρου της προηγούμενης βραδυάς. Που μου άφησε μια μετάγευση ερωτικής οικειότητας και γλυκιάς νοσταλγίας... Και νιώθω όπως τότε, τα βράδυα που περνούσα ακούγοντας Ράδιο Ουτοπία (και Ράδιο Ακρόπολις, κυρίως Στεργίου). Δυο εκπομπές μου έχουν μείνει κολλημένες στη μνήμη. Πίσω απ'τα Τείχη του Ασύλου και φυσικά η εκπομπή με την αφήγηση παραμυθιών (όσο κι αν φαίνεται περίεργο μου διαφεύγει τώρα ο τίτλος της εκπομπής), μ'εκείνη τη μαγική φωνή. Πόσο και πόσα απογεύματα δε με συνόδευσε αυτή η φωνή, ταξιδεύοντας σε κόσμους μαγικούς, απόμακρους όσο και διπλανούς, γήινους, ρεαλιστικά παραμυθένιους. Και πάντα στο τέλος είχα αυτή την πανέμορφη αίσθηση ερωτικής οικειότητας, συναισθηματικής ολοκλήρωσης, ψυχεδελικής νοσταλγίας. Ένα ολικό αίσθημα πληρότητας και κενού!

Μάλιστα γνώρισα κάποια στιγμή τη γυναίκα πίσω απ'τη μαγική φωνή. Την είδα για μια και μοναδική φορά. Και τόλμησα να ψελλίσω ένα ντροπαλό «ευχαριστώ» που πολύ αμφιβάλλω αν το άκουσε.

Παραθέτω λοιπόν 3 τραγούδια χαρακτηριστικά της εποχής και των αγαπημένων ακουσμάτων (παρά την όποια καλτιά ή πανκιά...)

Τετραγωνισμένα Φύλλα - Γιώργος Τσίγγος & Μαύροι Κύκλοι




Τετραγωνισμένα φύλλα, φύλλα πουλημένης έκφρασης
φιγουράρουν αποβλακωτικά, πίσω από πάγκους με χυμένα σκουπίδια.
Έγινε το rock στοίβες αποτσίγαρων, από πελάτες pub
που τραβολογιούνται από τα ίδια και τα ίδια,
από χιλιοτυπωμένες φάτσες, λόγια και παραγγελιές για κανάλια φυγής
για κανάλια φυγής, χαχαχααχαχα!
για κανάλια φυγής...

Ταβέρνα, καφετέρια, pub, στρατόπεδο, σπίτι
κόλλησαν όλα στο μυαλό μου σα χυμένοι καφέδες
ξεραμένοι στα ίδια και τα ίδια
λουστραρισμένα τραπεζάκια.
Έμποροι μεταπουλούν την ευχαρίστηση
με δόσεις άφιλτρων χειμάρρων κοροϊδίας
σε αντάλλαγμα χρυσάφι και πιοτό για παραλλαγή

Ο χοντρός με την κοιλιά με λιγουρεύεται
ασθμαίνοντας μια ανάγκη μου, κολλημένου κατοστάρικου
στη γυαλιστερή φαλάκρα του... στη γυαλιστερή φαλάκρα του χαχαχαχαχα...
στη γυαλιστερή φαλάκρα του χαχαχαχαχα...

Ένα τσιγαράκι ρε φίλε, ένα τσιγαράκι ακόμη
να το κόψω, να κόψω τον πονοκέφαλο
που τσεκουρώνει ύπουλα το κανάλι των σπερμάτων
φαντάρια με μπλουζάκια, των πανδεοντολογικών νοήσεων
μηρυκάζουν χαμένες ανάσες μέσα σε στενά blue jean
που ξεβάφουν αίμα και θειάφι...

Ξεράσματα ποτάσας, ζητούν κατοικία
ζάχαρες λύτρωσης μιλώντας για κόσμους γαλήνιους, μπατσοφορεμένους
με περιπολικά σε περιπολίες, στα στέκια... στα στέκια που αλήτες... αλήτες
αλλάζουν την πορεία στο αίμα τους... την πορεία στο αίμα τους

Να θυμηθείς ρε να παραβγούμε στο τρέξιμο
σε μια έρημη αμμουδιά να μην μας βλέπει κανένας...
με πεθαμένα κοχύλια
να ξεφυσήσουμε νικοτίνη και σιχαμάρα στα σπλάχνα τους
να ουρλιάξουμε ματώνοντας το λαιμό μας για όλα τα χαμένα βράδια μας
να ουρλιάξουμε ματώνοντας το λαιμό μας για όλα τα χαμένα βράδια μας
να ουρλιάξουμε ματώνοντας το λαιμό μας για όλα τα χαμένα βράδια μας
να ουρλιάξουμε... Ααααααα...

Νεκροκεφαλές σε μηχανάκια ψάχνουν σάρκα απ' τη σάρκα μας
ξεράθηκαν τα χείλη μας μιλώντας για τα ίδια και τα ίδια

Και εσύ κοριτσάκι να μην έχεις καταλάβει τίποτα...
τίποτα να μην έχεις καταλάβει...
παρά να φεύγεις μακριά, ξεπουλώντας,
αυνανίζοντας όλα τα βράδια που σου χάρισα
με το κορμί μου, με τα χείλη μου
σ' όλες τις κοινωνικές τις μασημένες σεμνότητες των ιριδικών καταπιέσεων

Να σε σεργιανίσω σ' όλους τους τάφους
που λυτρώθηκαν φτωχοί-αυτόχειρες
στρατιώτες εικοσάχρονοι με μελανιασμένες κατανοήσεις
φτωχοί-αυτόχειρες...
στρατιώτες εικοσάχρονοι με μελανιασμένες κατανοήσεις
φτωχοί-αυτόχειρες...
στρατιώτες εικοσάχρονοι με μελανιασμένες κατανοήσεις
Φτωχοί-αυτόχειρες...

Τρελλός Μουσικός - Γκούλαγκ



Ο τρελός - τρελός μουσικός
Νότες παραποίησε στείρας μουσικής
Συνέθεσε το έργο ολόκληρης ζωής
Και τράβηξε το δρόμο χωρίς επιστροφή

Έι, τρελέ μουσικέ δεν ξέρω που χάθηκες
Πριν προχωρήσεις πρόσεχε το επόμενο βήμα σου

Ο τρελός - τρελός μουσικός
Άφησε πίσω σημάδια από αίμα
Κάποιοι τα προσέξανε, τα μάτια τους γυαλίζουν
Ω Θεέ μου μοιάζουν, μοιάζουν για τρελοί

Έι, τρελέ μουσικέ δεν ξέρω που χάθηκες
Πριν προχωρήσεις πρόσεχε το επόμενο βήμα σου

Ο τρελός - τρελός μουσικός
Κι αν εξυμνούν κριτές τη στείρα μουσική του
Και αν στην τρέλα του δεν έχει κοινό
Απ' όλους θα είναι ο πιο ζωντανός

Έι, τρελέ μουσικέ δεν ξέρω που χάθηκες
Πριν προχωρήσεις πρόσεχε το επόμενο βήμα σου

Ο Παραμυθούλης - Πίσσα και Πούπουλα




Θέλει τρελά να χορέψει
δυνατά να γελάσει
γιατί άκουσε παλιά
πως γεννιέσαι μια φορά
Είναι φίλος της σιωπής
και του πόνου εραστής
το μυαλό του σαν πετάει
το φεγγάρι όλο κοιτάει
γιατί έμαθε καλά
πως γεννιέσαι μια φορά

Ποιο είναι αυτό το μεγάλο σφάλμα
πες μου ποιο

Μυστικά απ όλους κρυμμένα
στην καρδιά του είναι θαμμένα
και σαν έξυπνο παιδάκι
που διαβάζει Καρυωτάκη
χλωμές ιδέες που παλεύουν
το πιστεύουν θα τον αρπάξουν
σκέψεις που συνεχεία τρέχουν
και γυρεύουν να τον κάψουν
γιατί ήξερε καλά
πως πεθαίνεις μια φορά

Ποιο είναι αυτό το μεγάλο σφάλμα
πες μου ποιο

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2010

Η μέγιστη ταχύτητα ενός αφρικανικού χελιδονιού

Αχ, πόσο βαριέμαι!

Βαριέμαι να δίνω προτεραιότητα στο επουσιώδες εις βάρος του ουσιώδους. Να σ'αγαπάω με τον τρόπο που σ'αρέσει. Να κουνώ το κεφάλι συγκαταβατικά. Να είμαι αυτός που θέλουνε οι άλλοι. Να δίνω εξηγήσεις κάθε φορά που χαμογελώ σε μια συνάδελφο. Να κάνω αυτά που μου'χουν επιβάλλει. Να εξηγώ κάθε φορά τα αυτονόητα. Να ρωτώ γιατί και να μην παίρνω απάντηση. Να κρατώ τους τύπους. Να επαναλαμβάνω αυτό που μόλις έχω τελειώσει να λέω. Να μπαίνω σε καλούπια. Να ζω για να δουλεύω. Να αυτολογοκρίνομαι. Να δουλεύω για να ζω. Να είμαι υπεύθυνος για τις ζωές των άλλων. Να υπακούω στους νόμους. Να γαμώ με πρόγραμμα. Ν'αγαπώ με πρόγραμμα. Να μην έχω τους φίλους μου δίπλα μου. Να περιμένω 5' ν'ανοίξει ο υπολογιστής. Να ελέγχω την ένταση της μουσικής. Ν'ακούω τα ίδια και τα ίδια. Να λέω τα ίδια και τα ίδια. Να μιλώ. Να προλογίζω τη σκέψη μου. Να κλειδώνω την εξώπορτα. Να κλειδώνω τα συναισθήματά μου. Να έχω κλειδιά.

Αχ, πόσο βαριέμαι!

Και για να γίνει λίγο πιο chmarni-ειδές, προσθέτω κι ένα τραγούδι, αν και βαριέμαι:

Δε θα μας ξαναξεγελάσουν, μουχαχα!

*(ζητώ συγγνώμη εκ των προτέρων για την παρουσία του Townshend... Βρε δε γαμιέστε, βαριέμαι να ζητώ συγγνώμη, να το φάτε στη  μάπα)



We'll be fighting in the streets
With our children at our feet
And the morals that they worship will be gone
And the men who spurred us on
Sit in judgment of all wrong
They decide and the shotgun sings the song

I'll tip my hat to the new constitution
Take a bow for the new revolution
Smile and grin at the change all around me
Pick up my guitar and play
Just like yesterday
And I'll get on my knees and pray
We don't get fooled again
Don't get fooled again

Change it had to come
We knew it all along
We were liberated from the fall that's all
But the world looks just the same
And history ain't changed
'Cause the banners, they all flown in the last war

I'll tip my hat to the new constitution
Take a bow for the new revolution
Smile and grin at the change all around me
Pick up my guitar and play
Just like yesterday
And I'll get on my knees and pray
We don't get fooled again
Don't get fooled again
No, no!

I'll move myself and my family aside
If we happen to be left half alive
I'll get all my papers and smile at the sky
For I know that the hypnotized never lie

Do ya?


There's nothing in the street
Looks any different to me
And the slogans are replaced, by-the-bye
And the parting on the left
Is now the parting on the right
And the beards have all grown longer overnight

I'll tip my hat to the new constitution
Take a bow for the new revolution
Smile and grin at the change all around me
Pick up my guitar and play
Just like yesterday
Then I'll get on my knees and pray
We don't get fooled again
Don't get fooled again
No, no!

YAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAH!

Meet the new boss
Same as the old boss

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

Ο μέτοικος

Μετανάστες σε αυτή τη ζωή και όχι περαστικοί. Και στο τέλος υπάρχει μία απέλαση. Όλοι από εκεί που ήρθαμε, άλλος λίγο πιο νωρίς, άλλος λίγο πιο αργά. Στόχος μία άδεια παραμονής για όσο το δυνατόν περισσότερο, ένα διαβατήριο πρόσβασης στην ζωή. Απέλαση λοιπόν το τέλος και όχι θάνατος. Γιατί όπως λέει και ο Μπακούνιν, θάνατος είναι η ομοιομορφία και ζωή η διαφορετικότητα. Και αυτά είναι δύο πράγματα που ανάγονται στην αιωνιότητα.
Μετανάστης λοιπόν και εγώ, προσπαθώ να παραβιάσω τα σύνορα του νου σου. Τα οδοφράγματα που στήνουν μέσα σου από τη στιγμή της ύπαρξης σου. Άνοιξε τα σύνορα σου και θα δεις ότι η διαφορετικότητα μας είναι αυτό που μας ενώνει. Ψάξε βαθιά μέσα σου και θα δεις ότι η λέξη διαφορετικός και η λέξη εχθρός, δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους.
Λαθρομετανάστης και εγώ στη καρδιά σου αναζητώ μια γωνιά να κρυφτώ. Έχω και εγώ μια γωνιά φυλαγμένη για σένα, φτάνει να με βοηθήσεις να σπάσω τα δικά μου σύνορα, τα δικά μου οδοφράγματα, αυτά που μου βάζουν από τη στιγμή που γεννήθηκα.
Μες τα σκοτάδια της αγάπη μας γυρνάω, ψάξε καλά μέσα σου να βρεις το διαφορετικό και κάπου εκεί στην αντίφαση σου θα είμαι και ‘γώ κρυμμένος και τρομαγμένος…



Φεγγάρι φέγγε μου να περπατώ στη νύχτα
Ούτε και συ έχεις θεό ούτε πατρίδα
Μόνο φωτίζεις, στην ακρόπολη τα παραμιλητά μου προσδιορίζεις
Πονηρέ θεούλη, πατάς εκεί που μας πονάει
και τ’ άλλο πόδι σηκωμένο σ ένα τσάμικο
τη φούντα σου τινάζεις
και στην αιώνια ζωή μας κατεβάζεις
Μες στα σκοτάδια της αγάπης μας γυρνάω
μες στα κρυφά σχολειά, αλλοδαπός χαμένος
σε χασισοπαράδεισο
κρατηθείτε να μη πέσουμε στην άβυσσο
Ασκητές μπρος στα προπύλαια στημένοι
αυτοπυρπολημένος άγιος στη Θεσσαλία
όλοι εκστασιασμένοι
κεριά αναμμένα μες στο ντουλάπι αφορισμένοι
Το τρίτο μάτι κλείνει ανοίγουν τα άλλα δυο
κομπλεξικοί τηλεθεατές στη νιρβάνα του Βούδα
λοβοτο μημένοι
Από αλλόθρησκους εσσίες εξαρτημένοι
Φεγγάρι φέγγε μου να περπατώ στη νύχτα
Ούτε και συ έχεις θεό ούτε πατρίδα
Μόνο φωτίζεις, στην ακρόπολη τα παραμιλητά μου προσδιορίζεις

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2010

Ο Φελλοκράτης

Μέρος 1ο (ίσως και τελευταίο) μιας (όχι και τόσο) αστυνομικής ιστορίας

Το πρωινό το βρήκε στο μπαλκόνι του στο οικογενειακό εξοχικό. Είχε χρόνια να βρεθεί εκεί. Καθισμένος στην κουνιστή καρέκλα απολάμβανε όπως ποτέ το πρώτο τσιγάρο της ημέρας, αυτή η πρώτη βαθιά ανάσα, η μίξη του γλυκού καπνού με τη δροσερή αύρα της αυγής. Μια από τις μικρές αλλά ομορφότερες απολαύσεις στη ζωή που την είχε ξεχάσει. 30 χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας στη δουλειά. Δεν είχε λείψει ούτε μια ημέρα από τη δουλειά. Ακόμη κι όταν ήταν άρρωστος. Το φάρμακό του ήταν να μπαίνει στο μυαλό των παρανόμων για να βρει τη λύση, να τους συλλάβει. Και να τος τώρα σε αναγκαστική αναρρωτική άδεια. Μετά την ιστορία με τον ιπτάμενο Ολλανδό που απειλούσε να πυροβολήσει το βιολιστή στη στέγη. Μια ακόμη υπόθεση που είχε φέρει επιτυχώς σε πέρας. Όσον αφορά την υπόθεση, διότι η σφαίρα που προοριζόταν για το βιολιστή το βρήκε στον αριστερό ώμο. Όχι κάτι σοβαρό, αλλά ικανό να του δώσει αναρρωτική άδεια ενός μηνός. Κάτι που δεν του άρεσε καθόλου. Και συνέχισε να πηγαίνει στο δουλειά ώσπου επενέβη ίδιος ο αρχηγός που τον πήρε με το αυτοκίνητό του να τον πάει σπίτι. Το μόνο άτομο που μπορούσε να του επιβάλλει τη γνώμη του, αν κι όχι τόσο εύκολα, καθώς γνωρίζονταν από ετών. Κι έδωσε εντολή τους φρουρούς να μη τον αφήσουν να μπει μέσα στο μέγαρο πριν συμπληρωθεί ένας μήνας. Κάτι που και μόνο στη σκέψη τους έκοβε τα πόδια. Όταν συνειδητοποιήσει ότι θα'πρεπε να περάσει όλο το μήνα στο διαμέρισμά του άρχισε να ανησυχεί. Όσο κι αν τον ευχαριστούσε η θέα του "αστερισμού του καρκίνου", δεν ήταν κάτι που θα άντεχε. Έτσι αποφάσισε να επιστρέψει στο εξοχικό των παιδικών του χρόνων.

Πάντα τον ενοχλούσε η αριστοκρατική του καταγωγή. Θεωρούσε τον εαυτό του έναν προλετάριο των οργάνων της τάξης, ένα στοιχείο αταξίας μέσα σ'αυτήν την τάξη. Το μόνο για το οποίο ήταν ευγνώμων για την οικογενειακή παράδοση ήταν η οινοποιεία. Πάντα το έσκαγε από την εποπτεία της νανάς του για να κατέβει κάτω, να παρακολουθήσει τον τρύγο, περίμενε το αλκοόλ να ωριμάσει στα βαρέλια, ετοίμαζε τους φελλούς για τα μπουκάλια αλλά κυρίως ήθελε να ήταν παρών όταν έβαζαν το φελλό στα μπουκάλια. Ήθελε μάλιστα να το κάνει ο ίδιος σαν γνήσιος φελλοκράτης. Θυμόταν μάλιστα τα λόγια του παππού του: "Κατάρα σ'αυτούς που δε χρησιμοποιούν γνήσιους φελλούς!" Και στη συνέχεια τη διήγηση της πιο όμορφης ιστορίας. Του Αδάμ, του πρώτου φελλοκράτη. Κι όχι φυλλοκράτη όπως νόμιζαν οι πολλοί λόγω του φύλλου συκής. Στη βίβλο αναφέρεται ότι ο θεός αποφάσισε να του δώσει μια σύντροφο απ'τα πλευρά του, εξού κι η φράση "μου'φαγες τα συκώτια", διότι ήταν το δεξιό πλευρό. Από τότε είχε φετίχ ο θεός με τη δεξιά. Αυτό που δεν αναφέρεται είναι ότι από τότε οι γυναίκες, ακόμη κι Εύα, ήθελαν ιδιαίτερη περιποίηση αλλιώς κοκό γιοκ. Έτσι κι ο Αδάμ αναγκάστηκε να ανακαλύψει την οινοποιεία. Με λίγο αλκοόλ όλες πείθονται ότι η συνουσία είναι θέλημα θεού. Κι η ζωή ήταν όμορφη στον παράδεισο μέχρι που η Εύα αποφάσισε ότι ο Αδάμ ήταν φαλλοκράτης λόγω της συμπεριφοράς του και του ζήτησε να φάει το μήλο. Έτσι, όχι μόνο εκδιώχθηκαν απ'τον παράδεισο αλλά ξεκίνησε και το πρώτο φεμινιστικό κίνημα. Αλλά ο Αδάμ επέμενε, δεν ήταν φαλλοκράτης απλά φελλοκράτης διότι το θεό πολλοί εμίσησαν, το μουνί κανείς. Αλλά αυτός ο όρος είχε ξεχαστεί, για να γίνει τελικά το επτασφράγιστο μυστικό της οργάνωσης στην οποία άνηκε κι ο παππούς του αστυνόμου Ντελώμπ, το τάγμα των Γνήσιων Τρυγητών. Και θυμόταν την ικανοποίηση στο πρόσωπο του παππού του όταν είχε πωματίσει με φελλό για πρώτη φορά ένα μπουκάλι του οίκου Ντελώμπ.

Και τώρα ήταν εκεί, μόνος, με τους φελλούς του και πάλι, χωρίς κάτι να μπορεί να του διαταράξει την ηρεμία. Και πόσο πιο ωραίος δεν ήταν ο καπνός στην εξοχή, με τους φελλούς. Θυμόταν τότε, ως έφηβος που ανακάλυπτε την απόλαυση του καπνίσματος κι επηρεασμένος απ'τις ιστορίες του παππού του, που έβαζε τα τσιγάρα του για 3 ημέρες ανάμεσα στους φελλούς και μετά τα κάπνιζε. Τα καλλίτερα τσιγάρα της ζωής του! Τα οποία τα μοιραζόταν με τον καλλίτερό του φίλο, το Δευκαλίωνα Μαρκ και τον έρωτα της ζωής του, την Εύα Μαριβώντ. Δάκρυσε για πρώτη φορά στη ζωή του μετά από 30 χρόνια, όπως τότε που είχε εγκαταλείψει τους φίλους του. Όπως τότε που είδε την απογοήτευση ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του παππού του που τον προόριζε για τον επόμενο Γνήσιο Τρυγητή. Δεν ήταν συνηθισμένος σε τέτοιες έντονες συναισθηματικές καταστάσεις. Σκούπισε τα μάτια του και κίνησε να μπει στο περίφημο δωμάτιο των φελλών.

Αλλά όταν μπήκε μέσα δεν υπήρχε ίχνος φελλού. Ένα άδειο δωμάτιο με λίγα άδεια χαρτοκιβώτια. Βγήκε εκνευρισμένος να βρει τον επιστάτη κι έμαθε ότι οι νέες τεχνικές αλλά κι οι κανόνες υγιεινής πρότασσαν τους νέους πλαστικοποιημένους φελλούς ή ακόμη χειρότερα τα βιδωτά π(τ)ώματα. Κι ένοιωσε εκείνη την υπαρξιακή αηδία, την ηθική απαξίωση της προόδου. Αναρίγησε λοιπόν μόλις άκουσε ότι κατά έναν περίεργο τρόπο πολλά απ'τα μπουκάλια του οίκου βρίσκονταν πωματισμένα με αυθεντικό φελλό.

Τι συνέβαινε σ'αυτόν τον Οίκο Ντελώμπ;

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2010

Κενοφανής Αδράνεια

Λένε ότι το πρώτο βήμα είναι το πιο δύσκολο. Αυτή η ενέργεια που πρέπει να ξοδευτεί για να επιτευχθεί η εκ-κίνηση. Κι όλα αλλάζουν, παίρνουν ζωή. Κι αυτή συνεχίζει ακόμη κι αν σταματήσει κάθε προσπάθεια, από αδράνεια (add + run αγγλιστί, βάλε και τρέχα, ή ad + ran, σε νεοκαπιταλιστική έκδοση, η τρέχουσα διαφήμιση). Από κεκτημένη ταχύτητα, η κίνηση συνεχίζεται. Και για πόσο ακόμη θα συνεχίσει εξαρτάται από το πόσα άτομα υπάρχουν τριγύρω και το πόσο κοντά βρίσκονται αυτά, πόση επαφή έχουν. Όσο πιο πολλά άτομα κι όσο πιο κοντά βρίσκονται κι έρχονται σ'επαφή, τόσο πιο γρήγορα θα σταματήσει (ακόμα ένα μόριο είμαι και τέρμα, που λέει κι ο λαϊκός αοιδός).

Έτσι το ακίνητο που έγινε αεικίνητο, θα γίνει αεί ακίνητο. Εκτός κι αν αντί για άτομα δίπλα του, είναι σε κενό. Τότε θα συνεχίσει εσαεί. Κι εκεί στην απέραντη μοναξιά του κενού υπάρχει κάτι πανέμορφο, σαγηνευτικό, η δυαδική γέννηση. Μόνο που δεν το αντιλαμβάνεται γιατί είναι τόσο στιγμιαίο. Μέχρι τη στιγμή που αυτή η δυαδική γέννηση λάβει μέρος τόσο κοντά του που το ένα μέλος της νέας ύπαρξης ενωθεί μαζί του, ενώ το άλλο θα απομακρυνθεί ταχύτατα, κάτι που δίνει τη εντύπωση λάμψης, ακτινοβολίας.

Κι έτσι συνεχίζεται η κίνηση, αλλά με άλλη ποιότητα. Μέχρι την επόμενη δυαδική γέννηση δίπλα του, μέσα στο απέραντο καινό, και κάθε γέννηση και συνουσία δηλώνεται με μια λάμψη.

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010

Το Ρεβεγιόν

Με την εμφάνιση των πρώτων αχτίδων του ήλιου άνοιξαν διάπλατα οι πόρτες των φυλακών. Πλήθος κόσμου έβγαινε. Ήταν η πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τις εορτές. Όπως κάθε χρόνο τέτοια εποχή, καθώς επίσης και γύρω απ'τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, οι φυλακές γέμιζαν. Μόνο για την εορταστική βραδυά. Όχι από ύποπτους ή εγκληματίες, αλλά από απλούς ανθρώπους που έμπαιναν εθελοντικά. Ήταν ένα φαινόμενο που'χε ξεκινήσει δειλά πριν από λίγα χρόνια. Τότε κάποιοι πήγαιναν στην αστυνομία και ζητούσαν να περάσουν τη βραδυά (των Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς ή Πάσχα) μέσα στις φυλακές ή στα κρατητήρια. Όπως ήταν φυσικό, η αστυνομία τους έδιωχνε. Αλλά αυτοί δεν πτοούνταν. Επιδίδονταν σε μικροαδικήματα (μικροκλοπές, διατάραξη της κοινής ησυχίας κλπ) μέχρι που τελικά βρίσκονταν πίσω απ'τα κάγκελα. Κι όλο αυτό για να αποφύγουν το ρεβεγιόν, το οικογενειακό δείπνο της εκάστοτε εορταστικής βραδυάς.

Ήταν κάτι που όλοι το σκέφτονταν αλλά κανείς δεν είχε σκεφτεί να προσπαθήσει να το αποφύγει, τουλάχιστον όχι έτσι μαζικά. Κανείς δεν πήγαινε κόντρα στην ιερότητα της οικογένειας, ούτε στους πνευματικούς της ταγούς. Όταν όμως εμφανίστηκε η είδηση του πρώτου που το προσπάθησε, ήταν το ερέθισμα για πολλούς, πάρα πολλούς. Έτσι άρχισαν οι αστυνομικοί κι οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι να δέχονται όσους έρχονταν. Είχαν έτσι έτοιμη τη δικαιολογία για να αποφύγουν το δείπνο. Οι ιατροί, νοσηλευτές και λοιποί νοσοκομειακοί υπάλληλοι άρχισαν να είναι πλέον περισσότεροι απ'τους ασθενείς τις εν λόγω βραδυές, με τη δικαιολογία του φόρτου εργασίας. Αλλά ακόμη κι άλλοι υπάλληλοι, τραπεζικοί λέγοντας ότι πρέπει να τακτοποιήσουν λογαριασμούς, διοικητικοί, αγρότες που ξαφνικά έπρεπε να ποτίσουν, καθηγητές που έπρεπε να διορθώσουν γραπτά κλπ. Και το φαινόμενο είχε γίνει τόσο μαζικό που δεν έμενε σχεδόν κανείς στο οικογενειακό δείπνο.

Άρχισαν λοιπόν πρώτοι οι ιερείς να ανησυχούν για το θεσμό της οικογένειας και θεωρώντας εαυτούς ως οικογενειάρχες της ενορίας τους (αυτό όταν άφηναν για λίγο το ρόλο του βοσκού των αμνών). Άρχισαν λοιπόν να πηγαίνουν στις φυλακές και τα νοσοκομεία και να προσφέρουν εορταστικά δείπνα. Πίεζαν την πολιτεία ώστε να είναι όλα τα διοικητικά κτήρια κλειδωμένα. Αλλά οι άνθρωποι είχαν ξυπνήσει, δε χρειάζονταν πλέον δικαιολογία για να αποφύγουν το δείπνο. Έτσι ενώ δεν μπορούσαν πλέον να μπούνε στις φυλακές ή στους χώρους εργασίας τους, δε γυρνούσαν σπίτι. Άρχισε το κράτος, με την προτροπή των θρησκευτικών ηγετών, να εφαρμόζει μέτρα. Επιχορηγούσε τις γυναίκες αν δέχονταν να κάνουν έρωτα με τους συζύγους τους εκείνη τη βραδυά, τους άνδρες αν δέχονταν να ακούσουν τις περιγραφές της ημέρας των συζύγων τους. Οι θρησκευτικοί ηγέτες βέβαια αντέδρασαν για τους τύπους και ξεκίνησαν μια συμβολική συλλογή υπογραφών κατά των νέων μέτρων, άσχετα αν ήταν αυτοί που πρότειναν. Άλλα ούτε αυτά τα μέτρα είχαν αποτέλεσμα. Οι άνδρες δεν ήθελαν να κάνουν έρωτα με τις γυναίκες τους, όχι εκείνη τη βραδυά, οι δε γυναίκες δεν είχαν καμιά διάθεση να περιγράψουν την ημέρα τους στους συζύγους, όχι εκείνη τη βραδυά.

Το ρεβεγιόν, ως οικογενειακό δείπνο, είχε πλέον καταργηθεί. Όλοι έβγαιναν έξω, στους δρόμους, τις πλατείες, τα καφέ αλλά δεν γιόρταζαν, απλά κάθονταν ήσυχα χωρίς διαλόγους ο καθένας στη γωνιά του, διαβάζοντας την εφημερίδα του ή του βιβλίο του ή ακούγοντας μουσική ή απλά βυθισμένος στις σκέψεις του.

Μέχρι που κάποια στιγμή, μετά από αρκετά χρόνια, κάποιος εκεί που διάβαζε την εφημερίδα του, την άφησε κάτω κι είπε στους διπλανούς του:

- Δεν πάμε να τσιμπήσουμε τίποτα;