Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010

Το Ρεβεγιόν

Με την εμφάνιση των πρώτων αχτίδων του ήλιου άνοιξαν διάπλατα οι πόρτες των φυλακών. Πλήθος κόσμου έβγαινε. Ήταν η πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τις εορτές. Όπως κάθε χρόνο τέτοια εποχή, καθώς επίσης και γύρω απ'τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, οι φυλακές γέμιζαν. Μόνο για την εορταστική βραδυά. Όχι από ύποπτους ή εγκληματίες, αλλά από απλούς ανθρώπους που έμπαιναν εθελοντικά. Ήταν ένα φαινόμενο που'χε ξεκινήσει δειλά πριν από λίγα χρόνια. Τότε κάποιοι πήγαιναν στην αστυνομία και ζητούσαν να περάσουν τη βραδυά (των Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς ή Πάσχα) μέσα στις φυλακές ή στα κρατητήρια. Όπως ήταν φυσικό, η αστυνομία τους έδιωχνε. Αλλά αυτοί δεν πτοούνταν. Επιδίδονταν σε μικροαδικήματα (μικροκλοπές, διατάραξη της κοινής ησυχίας κλπ) μέχρι που τελικά βρίσκονταν πίσω απ'τα κάγκελα. Κι όλο αυτό για να αποφύγουν το ρεβεγιόν, το οικογενειακό δείπνο της εκάστοτε εορταστικής βραδυάς.

Ήταν κάτι που όλοι το σκέφτονταν αλλά κανείς δεν είχε σκεφτεί να προσπαθήσει να το αποφύγει, τουλάχιστον όχι έτσι μαζικά. Κανείς δεν πήγαινε κόντρα στην ιερότητα της οικογένειας, ούτε στους πνευματικούς της ταγούς. Όταν όμως εμφανίστηκε η είδηση του πρώτου που το προσπάθησε, ήταν το ερέθισμα για πολλούς, πάρα πολλούς. Έτσι άρχισαν οι αστυνομικοί κι οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι να δέχονται όσους έρχονταν. Είχαν έτσι έτοιμη τη δικαιολογία για να αποφύγουν το δείπνο. Οι ιατροί, νοσηλευτές και λοιποί νοσοκομειακοί υπάλληλοι άρχισαν να είναι πλέον περισσότεροι απ'τους ασθενείς τις εν λόγω βραδυές, με τη δικαιολογία του φόρτου εργασίας. Αλλά ακόμη κι άλλοι υπάλληλοι, τραπεζικοί λέγοντας ότι πρέπει να τακτοποιήσουν λογαριασμούς, διοικητικοί, αγρότες που ξαφνικά έπρεπε να ποτίσουν, καθηγητές που έπρεπε να διορθώσουν γραπτά κλπ. Και το φαινόμενο είχε γίνει τόσο μαζικό που δεν έμενε σχεδόν κανείς στο οικογενειακό δείπνο.

Άρχισαν λοιπόν πρώτοι οι ιερείς να ανησυχούν για το θεσμό της οικογένειας και θεωρώντας εαυτούς ως οικογενειάρχες της ενορίας τους (αυτό όταν άφηναν για λίγο το ρόλο του βοσκού των αμνών). Άρχισαν λοιπόν να πηγαίνουν στις φυλακές και τα νοσοκομεία και να προσφέρουν εορταστικά δείπνα. Πίεζαν την πολιτεία ώστε να είναι όλα τα διοικητικά κτήρια κλειδωμένα. Αλλά οι άνθρωποι είχαν ξυπνήσει, δε χρειάζονταν πλέον δικαιολογία για να αποφύγουν το δείπνο. Έτσι ενώ δεν μπορούσαν πλέον να μπούνε στις φυλακές ή στους χώρους εργασίας τους, δε γυρνούσαν σπίτι. Άρχισε το κράτος, με την προτροπή των θρησκευτικών ηγετών, να εφαρμόζει μέτρα. Επιχορηγούσε τις γυναίκες αν δέχονταν να κάνουν έρωτα με τους συζύγους τους εκείνη τη βραδυά, τους άνδρες αν δέχονταν να ακούσουν τις περιγραφές της ημέρας των συζύγων τους. Οι θρησκευτικοί ηγέτες βέβαια αντέδρασαν για τους τύπους και ξεκίνησαν μια συμβολική συλλογή υπογραφών κατά των νέων μέτρων, άσχετα αν ήταν αυτοί που πρότειναν. Άλλα ούτε αυτά τα μέτρα είχαν αποτέλεσμα. Οι άνδρες δεν ήθελαν να κάνουν έρωτα με τις γυναίκες τους, όχι εκείνη τη βραδυά, οι δε γυναίκες δεν είχαν καμιά διάθεση να περιγράψουν την ημέρα τους στους συζύγους, όχι εκείνη τη βραδυά.

Το ρεβεγιόν, ως οικογενειακό δείπνο, είχε πλέον καταργηθεί. Όλοι έβγαιναν έξω, στους δρόμους, τις πλατείες, τα καφέ αλλά δεν γιόρταζαν, απλά κάθονταν ήσυχα χωρίς διαλόγους ο καθένας στη γωνιά του, διαβάζοντας την εφημερίδα του ή του βιβλίο του ή ακούγοντας μουσική ή απλά βυθισμένος στις σκέψεις του.

Μέχρι που κάποια στιγμή, μετά από αρκετά χρόνια, κάποιος εκεί που διάβαζε την εφημερίδα του, την άφησε κάτω κι είπε στους διπλανούς του:

- Δεν πάμε να τσιμπήσουμε τίποτα;

Δεν υπάρχουν σχόλια: