Παρασκευή, 2 Απριλίου 2010

Σαλέπι

Ώρες τώρα στεκόταν ακίνητος μπροστά στο παράθυρο. Η βροχή ασταμάτητη κυλούσε στο τζάμι όπως κυλούσαν και τα δάκρυα της ψυχής του στο πρόσωπό του. Πονούσε, αλλά όχι όσο θα ήθελε. Όχι ολοκληρωτικά. Πονούσε αλλά ήταν ακόμη ευχάριστο. Πονούσε αλλά είχε ακόμη ελπίδα. Και προσπαθούσε να τη διώξει.

Απομακρύνθηκε κάποια στιγμή απ'το παράθυρο. Περίμενε τον καλλίτερό του φίλο. Ίσως αυτός θα μπορούσε να το βοηθήσει να βρει επιτέλους αυτόν τον επώδυνο πόνο. Όσο σκεφτόταν, δε συνειδητοποίησε ότι ο φίλος του είχε φτάσει και τον κυττούσε μ'ένα θλιμμένο χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη. Μια ανακούφιση στον πόνο του. Όχι, δεν ήταν αυτό που έψαχνε. Ήταν ώρα. Κύτταξε για λίγα δευτερόλεπτα το φίλο του απευθείας στα μάτια και μετά έβγαλε το περίστροφο που είχε στην εσωτερική τσέπη του παλτού του και το έστρεψε, το κόλλησε στο μέτωπο του φίλου του. Το σχέδιό του στην αναζήτηση του υπέρτατου πόνου είχε μπει σ'εφαρμογή. Πληγώνοντας τον καλλίτερό του φίλο θα γνώριζε τον πόνο. Και συγκεντρώθηκε στο βλέμμα του. Είδε εκεί να αποτυπώνεται η έκπληξη, μετά η απογοήτευση, αυτό που έψαχνε κι ενώ ήταν έτοιμος να βυθιστεί στον απόλυτο πόνο, είδε στο βλέμμα του φίλου του μια υπόνοια κατανόησης.


Όχι, δεν μπορεί! Δεν είναι δυνατόν, ήταν έτοιμος να σκοτώσει τον καλλίτερό του φίλο κι αυτός του έδειχνε σημάδια κατανόησης... Τράβηξε τον κόκκορα ελπίζοντας ότι το χαρακτηριστικό κλικ θα έδειχνε στο φίλο του πόσο σοβαρός ήταν. Αλλά όχι μόνο δεν άλλαξε το βλέμμα κατανόησης αλλά αντίθετα προστέθηκε κι μια υπόνοια ανακούφισης. Ο πόνος ήταν εκεί, ολοκληρωτικός αλλά μοιρασμένος στα δυο. Και παράλληλα μια ηδονή. Άρχισαν κι οι δυο να κλαίνε. Αλλά ήταν δάκρυα ανάμεικτα, χαράς και λύπης. Λύπης γιατί θα έχανε το φίλο του με δική του υπαιτιότητα, λύπης γιατί θα το σκότωνε ο φίλος του. Χαράς γιατί θα βίωνε τον απόλυτο πόνο, γιατί θα τον ανακούφιζε ο φίλος του σκοτώνοντάς τον. Ακούμπησε τη σκανδάλη έτοιμος να την πατήσει.

Εκδοχή Νο1                                                                   Εκδοχή Νο2

Μπήκε στο δωμάτιο ο τρίτος της παρέας. Ήταν κάποτε τρεις φίλοι, οι καλλίτεροι. Τους είδε εκεί ακίνητους. Έφτυσε, και βγήκε.

Τρεις φίλοι. Πότε ξανά;

Δεν υπάρχουν σχόλια: