Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2010

Χρόνια Πολλά

Θερινό ηλιοστάσιο σήμερα και παγκόσμια ημέρα Μουσικής. Δεν έχω να πω πολλά, μιας και με περιμένουν για τα παγανιστικά όργια... Ας απολαύσουμε, όπως κάθε μέρα, τη Μουσική.

Επέλεξα να βάλω το παρακάτω τραγούδι (Matty Groves) διότι τις τελευταίες 2 εβδομάδες έχω (ξανα)φάει κόλλημα. Παραδοσιακό τραγούδι, σε πολλές διασκευές. Εδώ βάζω 3. Η πρώτη από Fairport Convention με την οποία γνώρισα το κομμάτι. Μετά μια χιπποειδής με 3 γυναικείες φωνές και για τέλος πάλι Fairport Convention πολλά χρόνια μετά, εκδοχή στην οποία έχω κολλήσει αυτές τις ημέρες.

Ωπ, πρέπει να σας αφήσω, ο Διόνυσος μου χτυπά την πόρτα...



A holiday, a holiday, and the first one of the year.
Lord Darnell's wife came into church, the gospel for to hear.

And when the meeting it was done, she cast her eyes about,
And there she saw little Matty Groves, walking in the crowd.

"Come home with me, little Matty Groves, come home with me tonight.
Come home with me, little Matty Groves, and sleep with me till light."

"Oh, I can't come home, I won't come home and sleep with you tonight,
By the rings on your fingers I can tell you are Lord Darnell's wife."

"What if I am Lord Darnell's wife? Lord Darnell's not at home.
For he is out in the far cornfields, bringing the yearlings home."

And a servant who was standing by and hearing what was said,
He swore Lord Darnell he would know before the sun would set.

And in his hurry to carry the news, he bent his breast and ran,
And when he came to the broad mill stream, he took off his shoes and swam.

Little Matty Groves, he lay down and took a little sleep.
When he awoke, Lord Darnell he was standing at his feet.

Saying "How do you like my feather bed? And how do you like my sheets?
How do you like my lady who lies in your arms asleep?"

"Oh, well I like your feather bed, and well I like your sheets.
But better I like your lady gay who lies in my arms asleep."

"Well, get up, get up," Lord Darnell cried, "get up as quick as you can!
It'll never be said in fair England that I slew a naked man."

"Oh, I can't get up, I won't get up, I can't get up for my life.
For you have two long beaten swords and I not a pocket-knife."

"Well it's true I have two beaten swords, and they cost me deep in the purse.
But you will have the better of them and I will have the worse."

"And you will strike the very first blow, and strike it like a man.
I will strike the very next blow, and I'll kill you if I can."

So Matty struck the very first blow, and he hurt Lord Darnell sore.
Lord Darnell struck the very next blow, and Matty struck no more.

And then Lord Darnell he took his wife and he sat her on his knee,
Saying, "Who do you like the best of us, Matty Groves or me?"

And then up spoke his own dear wife, never heard to speak so free.
"I'd rather a kiss from dead Matty's lips than you and your finery."

Lord Darnell he jumped up and loudly he did bawl,
He struck his wife right through the heart and pinned her against the wall.

"A grave, a grave!'' Lord Darnell cried, "to put these lovers in.
But bury my lady at the top for she was of noble kin."



Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

Όμορφη Ζωή

Ξύπνησα. Άνοιξα τα μάτια κι ανακάθισα στο κρεβάτι. Το στόμα μου ξερό, με τη γνωστή πλέον απόγευση αλκοόλ και σεξ. Μια ακόμη βραδυά μίζερων αναμνήσεων, θολών αναζητήσεων και γλυκιάς απογοήτευσης. Όλα είχαν γίνει ρουτίνα πλέον. Η δουλειά φυσικά, αλλά κι η καθημερινή ζωή. Το διάβασμα για τη δουλειά, το διάβασμα γι'απόλαυση, η αγορά μουσικής, η ακρόαση μουσικής, ο καφές με συναδέλφους, με φίλους, η ξεκούραση, ο έρωτας. Και πέρα απ'αυτά, ακόμη κι η αναζήτηση, το απρόσμενο, το απροσδόκητο. Τίποτα δε με εξέπληττε πλέον. Και τίποτα δε με ικανοποιούσε. Τα'χα δοκιμάσει σχεδόν όλα. Τα'χα δαμάσει σχεδόν όλα. Ευτυχία, δυστυχία, πόνος φυσικός και ψυχικός, χαρά, λύπη, θρήνος, δημιουργία. Όλα ρουτίνα πλέον.

Σηκώθηκα κι έριξα λίγο κρύο νερό στο πρόσωπό μου. Ακόμη κι αυτό ρουτίνα. Έκανα ένα καφέ και βγήκα στο μπαλκόνι. Άναψα ένα τσιγάρο. Στυφό, αηδία, ρουτίνα. Ήπια μια γουλιά απ'τον καφέ. Μια απ'τα ίδια. Σιχάθηκα πλέον. Σιχάθηκα τα τσιγάρα μου, τον καφέ μου. Τις μικρές, και μεγαλύτερες, στιγμές. Γύρισα να μπω μέσα στο δωμάτιο. Ήταν εκεί. Κοιμόταν. Γυμνή, ιδρωμένη. Ακόμη κι αυτή τη σιχάθηκα. Τον έρωτά μας. Και την προηγούμενη, και την επόμενη. Σιχάθηκα. Σιχάθηκα την ίδια μου τη ζωή. Αλλά σιχάθηκα και το θάνατό μου. Ακόμη κι αυτός μια ρουτίνα, αηδία.

Ξαναβγήκα στο μπαλκόνι. Άρχισε να βρέχει. Σιχάθηκα και... Αλλά, όχι. Συνήθιζα να σιχαίνομαι και τη βροχή. Αλλά όχι πλέον. Πήρα τον καφέ και τα τσιγάρα μου και βγήκα έξω στο δρόμο. Κάθισα στη μέση του δρόμου με τα πόδια σταυρωτά κάτω απ'τη βροχή μέχρι που έγινα μούσκεμα. Άναψα το τσιγάρο κι ήπια απ'τον καφέ. Μια άλλη γεύση στο στόμα μου.

Όχι, δε σιχαίνομαι τη βροχή!

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

Το Εισιτήριο

- Καλημέρα!
- Καλημέρα κύριε.
- Θα ήθελα ένα εισιτήριο μετ'επιστροφής.
- Λυπάμαι αλλά δεν είναι δυνατόν, κύριε.
- Τι εννοείτε δεν είναι δυνατόν;
- Το τραίνο δεν επιστρέφει ποτέ.
- Τότε δώστε μου ένα απλό ειστήριο.
- Λυπάμαι αλλά δεν είναι δυνατόν, κύριε.
- Τι εννοείτε πάλι;
- Το τραίνο πάντα επιστρέφει.
- Μα πως γίνεται να μην επιστρέφει ποτέ και ταυτόχρονα πάντα να επιστρέφει;
- Η διαδρομή είναι κυκλική, κύριε, κι αυτός εδώ είναι ο μόνος σταθμός όπου κάνει στάση.
- Καλά λοιπόν, δώστε μου ένα εισιτήριο.
- Απλό ή μετ'επιστροφής κύριε;