Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010

Δίδυμη Ωδή

Προχωρούσε δειλά στη Δυτική Γωνιά της πόλης. Δειλά αλλά σταθερά. Σ'έναν άδειο δρόμο. Ένα ελαφρό αεράκι λίκνιζε αρμονικά την ανάλαφρη ενδυμασία της. Βήμα αργό, χορευτικό. Ο ήλιος της χαμογέλασε. Αλλά το χαμόγελό του της φάνηκε ειρωνικό. Αυτά που έζησε, αυτά που θα ζούσε... Ο πόνος γλυκός, εκούσιος.Μια παιδική φιγούρα τη χαιρέτησε απ'το παράθυρο. Σταμάτησε για λίγα δευτερόλεπτα. Και μετά συνέχισε. Η ανδρόγυνη φιγούρα της έλκυε τα βλέμματα των απόντων.

Εκεί την είδα για πρώτη φορά. Και ξαφνικά μου κόπηκε η ανάσα. Ο σφυγμός μου φρενήρης. Μια έλξη ομοφυλοφιλική με πλημμύρισε γι'αυτή τη γυναίκα. Μια έλξη μελαγχολική, ένα συναίσθημα αγνό, ζωώδες. Κι όσο προχωρούσε την ένιωθα να με διαπερνά σα σίδερο καυτό, σαν ηδονική ωδή στους θεούς. Ήταν εκεί μπροστά μου, ήταν μέσα μου. Κι ήμουν ευγνώμων!

Ήταν στον κήπο. Μια αιθέρια φιγούρα. Τα μαύρα της μαλλιά στόλιζαν το θελκτικό λαιμό της. Ένα χάδι ηδονικό. Χαμογελούσε. Και κρατούσε στα χέρια της ένα νεκρό πουλί. Το έθαψε. Κι άρχισε να χορεύει ένα χορό σαγηνευτικό και πένθιμο. Ένα δάκρυ κύλησε στο δεξί της μάγουλο. Κι ακόμη χαμογελούσε. Η βροχή έξω σταμάτησε κι ο ήλιος της έστειλε την άκρη ενός ουράνιου τόξου που μαύρισε μόλις την άγγιξε. Σκοτεινή πολυχρωμία, αγνή, ως ένα νεογέννητο μια Μεγάλη Παρασκευή. Οι άγιοι αποσύρθηκαν.

Εκεί την είδα για πρώτη φορά. Και ξαφνικά μου κόπηκε η ανάσα. Ο σφυγμός μου φρενήρης. Μια έλξη αιμομικτική με πλημμύρισε γι'αυτή τη Θεία μητέρα. Ο χορός έγινε γόνιμος. Κι ο καρπός της ένωσης μας, λύτρωση, κάθαρση, αμαρτωλή προσευχή. Ήταν εκεί μπροστά μου, ήταν μέσα μου. Κι ήμουν ευγνώμων!

Δυο γυναίκες αγάπησα στη ζωή μου. Δυο αδελφές. Που χώρισαν όταν ήταν παιδιά ακόμα. Και δεν ξανασυναντήθηκαν για πολλά χρόνια. Ώσπου μια ημέρα, βροχερή αλλά καθάρια, ξαναενώθηκαν. Κυττάχτηκαν χωρίς να ανταλλάξουν κουβέντα. Αλλά η σιωπή τους εκκωφαντική. Κι όταν αντάλλαξαν όλες τις εμπειρίες τους, φιλήθηκαν. Ένα φιλί στο στόμα, ερωτικό. Ένα φιλί συνάντησης κι αποχαιρετισμού. Κι απ'αυτήν την ένωση προέκυψε μια πανέμορφη δημιουργία. Χώρισαν, αφού υποσχέθηκαν να ξαναβρεθούν όταν οι δρόμοι θα διαλύονταν σε μια έρημο άμμου. Κάτω απ'τα άστρα που θα τους χαμογελούσαν.

Γύρισα την πλάτη μου στο σημείο όπου στέκονταν πριν από λίγες στιγμές κι άρχισα να περπατώ. Τα συναισθήματά μου κυλούσαν ζεστά απ'τις ανοιχτές φλέβες μου. Κίνησα κι εγώ για την έρημο να τις συναντήσω...

2 σχόλια:

Vasilis είπε...

Πολύ σουρεαλιστικό, αλλά ωραίο!!!

Nikola Taska είπε...

¡Gracias!