Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

Τα Δάκρυα της Δύσης

Κυττούσε μπροστά! Δεν έβλεπε τίποτα. Τα μάτια του στόχευαν το άπειρο. Ο ήλιος έδυε. Το ελαφρό αεράκι ανέμιζε απαλά τα μαλλιά του. Ο χρόνος είχε σταματήσει κ το ηλιοβασίλεμα έγινε αέναο. Τα δυο δάκρυα που κυλούσαν απ'τα δυο του μάτια σταμάτησαν το ταξίδι τους στη μέση, έμειναν εκεί ακίνητα στα δυο μάγουλά του. Όλα γύρω του σταμάτησαν. Όμως μέσα του οι σκέψεις, τα συναισθήματα έτρεχαν δαιμονισμένα, έβραζαν κι έψαχναν διέξοδο.

Κύτταξε τριγύρω!. Ένιωθε μια παρουσία αλλά δεν έβλεπε τίποτα. Κι όμως, μια οικεία θαλπωρή άρχισε να τον αγκαλιάζει. Κι ένιωθε όπως τότε, μαζί της. Αλλά δεν την έβλεπε πουθενά. Μια θαλπωρή, μια θέρμη που γίνονταν όλο και πιο έντονη. Τόσο έντονη που κάποια στιγμή λιποθύμησε, εκεί σ'αυτόν τον άχρονο τόπο.

Όταν συνήλθε ο χρόνος είχε ξαναρχίσει την κίνησή του. Ήταν αλλού, αλλά που; Περπατούσε, αλλά ένιωθε τις κινήσεις του διαφορετικές. Ώσπου περνώντας μπροστά από μια βιτρίνα την είδε. Είδε την αντανάκλασή της κι αυτά τα μάτια που μέσα τους μπορούσες να χαθείς χωρίς επιστροφή. Ήταν μέσα της, έβλεπε με τα μάτια της. Κι άρχισε σιγά-σιγά να νιώθει το χτύπο της καρδιάς της, τα αισθήματά της. Που πήγαινε; Η καρδιά της είχε αρχίσει να χτυπά πιο γρήγορα.

Και τότε τον είδε. Είδε τον εαυτό του, γυρισμένο πλάτη κι αυτή να τον πλησιάζει. Θυμήθηκε την προγραμματισμένη τους συνάντηση. Και τώρα μπορούσε να νιώθει αυτά που ένιωθε αυτή καθώς τον προσέγγιζε. Μια ταραχή, σεξουαλική, συναισθηματική, υπαρξιακή. Κι ένας μικρός δισταγμός στο βάθος. Τον πλησίασε και το χτύπησε απαλά στον ώμο. Γύρισε...

Το πρόσωπό του ήταν θολό, εκτός εστίασης, σαν δυο πρόσωπα να προσπαθούσαν να συγχωνευθούν σ'ένα. Και σιγά-σιγά άρχισε να τα διακρίνει: Ένα πρόσωπο απαλό, γαλήνιο, οικείο, μ'ένα χαμόγελο ειλικρινές κι ένα βλέμμα ζεστό να εμπνέει σιγουριά κι αγάπη. Το άλλο πρόσωπο, φαινομενικά ίδιο. Κι όμως τόσο σκληρό, επιθετικό, μ'ένα χαμόγελο σαρκαστικό κι ένα βλέμμα ανεπιθύμητα διεισδυτικό και υπεροπτικό. Και παρόλα αυτά εμφανισιακά το ίδιο πρόσωπο... Κι αυτή μέσα της ένιωθε τα αντίστοιχα συναισθήματα, αγάπη και μίσος, πόθο κι απέχθεια, φόβο κι ανακούφιση. Όμως στις κινήσεις τίποτα δεν πρόδιδε αυτό το αμάλγαμα συναισθημάτων. Χωρίς στιγμή δισταγμού συνέχισε την πορεία της προς τα χείλη του. Φιλήθηκαν...

Κρακ! Μ'ένα ήχο γυαλιού που σπάει, όλα έσβησαν γύρω του. Τώρα βρισκόταν μέσα σ'ένα απόλυτο σκοτάδι. Ένα κενό πλήρες. Εκεί, σ'αυτόν τον άχρονο άτοπο, ήταν κενός και συνάμα πλήρης συναισθημάτων και σκέψεων. Δεν ένιωθε εξωτερικά ερεθίσματα αλλά ούτε κι εσωτερικά. Δεν ήταν πουθενά και ποτέ. Ξάφνου επέστρεψε! Τα δυο του δάκρυα συνέχισαν να κυλούν. Κύτταξε γύρω του και συνειδητοποίησε ότι ήταν ξανά στο σώμα του και την περίμενε. Όπου να'ναι θα έφτανε και θα το χτυπούσε απαλά στον ώμο. Κι αυτός θα γυρνούσε και θα της χαμογελούσε.

Τα δυο του δάκρυα άφησαν τα μαγουλά του και χτύπησαν στο έδαφος. Ένιωσε το χέρι της στον ώμο του. Γύρισε... Το πρόσωπό της θολό, τρεμόπαιζε, πάσχισε να εστιαστεί.

Φιλήθηκαν και κίνησαν αγκαλιά με τον ήλιο να δύει μπροστά τους...

Δεν υπάρχουν σχόλια: