Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

Ελπίδα VS Πραγματικότητα…

Μιας και φέτος δεν έγραψα τις καθιερωμένες ευχές, αλλά και συστάσεις σχετικά με τις ημέρες των εορτών που προηγήθηκαν, να ευχηθώ σε όλους καλή χρονιά και με υγεία.
Με αφετηρία το εορταστικό κλήμα των ημερών που προηγήθηκαν, που μόνο εορταστικό δεν ήταν, ξεκινάω να κάνω κάποια σχόλια για όλα όσα συμβαίνουν στην επικαιρότητα. Μιας και πρόθεση μου, είναι να αναφερθώ αρκετά σε θέματα που αφορούν τα της οικονομίας, θα ήθελα να διευκρινίσω ότι ουδεμία σχέση έχω με οικονομικές σπουδές, καθώς και ότι ελάχιστες είναι οι γνώσεις μου ως προς την επιστήμη των οικονομικών, αν βέβαια κάποιος θα μπορούσε να χαρακτηρίσει την οικονομία ως επιστήμη… Έτσι τα όσα σχόλια, επισημάνσεις και παρατηρήσεις μου θα βασιστούν στην απλή λογική και τίποτα παραπάνω…
Θα ξεκινήσω από κάτι γενικό, το οποίο μπήκε στη ζωή μας εσχάτως τον τελευταίο ένα χρόνο και είναι ο όρος ύφεση, τον οποίο όλοι οι παροικούντες τούτου του δύσμοιρου τόπου έχουμε εμπεδώσει επαρκώς… Τον τελευταίο ένα χρόνο και ειδικά μετά από την υπογραφή της δανειακής σύμβασης, η ύφεση έχει πλήξει σφοδρά την Ελληνική οικονομία. Θα διαχωρίσω τα αίτια σε δύο περιπτώσεις… Η πρώτη περίπτωση είναι αυτή που όλοι μας γνωρίζουμε. Μία σειρά φοροεισπρακτικών μέτρων, που πάρθηκαν από τη κυβέρνηση, στα πλαίσια των υποχρεώσεων των όρων του μνημονίου που αυτή διαπραγματεύτηκε και αυτή εξειδικεύει με συγκεκριμένα νομοσχέδια και αποφάσεις. Αύξηση συντελεστή Φ.Π.Α για τρίτη φορά σε λιγότερο από ένα χρόνο, τεράστια αύξηση στα καύσιμα, με ότι αυτή συμπαρασύρει και μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις… Παράλληλα ένα εργασιακό νομοσχέδιο, που το μόνο που δε προβλέπει, είναι το μαστίγωμα των υπαλλήλων ώστε η αποφυγή του να λειτουργήσει ως κίνητρο, στην αύξηση της αποδοτικότητας, σπασμωδικά μέτρα στιγμιαίας αύξησης εσόδων όπως περαίωση, ημιυπαίθριοι χώροι, προσεχώς τέλη πράσινων κτηρίων (λες και άμα πληρώσεις για το παλιό κτίριο αυτό θα γίνει αυτόματα πιο φιλικό για το περιβάλλον), μείωση των δαπανών για υγεία και παιδία και πολλά ακόμη που αν απαριθμήσω, θα γράφω για τις επόμενες τρεις ώρες…
Όλα τα παραπάνω είναι όμως η μεριά της ύφεσης… Η άλλη μεριά είναι ο τρόμος… Και εξηγούμε… Εάν κάποιος κάνει το λάθος να παρακολουθήσει τον δημόσιο διάλογο, όπως αυτός διεξάγεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης καταλήγει στο συμπέρασμα πως στο εύρος των επιλογών του υπάρχουν μόνο τρεις… Ή να αποδεχθεί τη διαμορφούμενη κατάσταση ως μοναδική διέξοδο (;;;), ή να βρει τη ταράτσα κάποιας πολυκατοικίας και να πηδήσει… Ή να μεταναστεύσει…Και εδώ υπάρχει μια μεγάλη συζήτηση την οποία αυτή τη φορά θα κάνω… Καταρχήν τα μέσα ως κερδοσκοπικές επιχειρήσεις που είναι, πουλάνε ένα προϊόν… Το προϊόν που θα έπρεπε να πουλάνε, είναι διαπαιδαγώγηση, ενημέρωση και ψυχαγωγία… Αντ’ αυτών όμως πουλάνε ευτελισμό αντί διαπαιδαγώγησης, τρόμο αντί ενημέρωσης και Life Style αντί ψυχαγωγίας… Σε αυτό το σημείο θα σταθώ λίγο περισσότερο στο δεύτερο, δηλαδή στον τρόμο. Ξεκινώντας από την πρωινή ζώνη των τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών προγραμμάτων, πηγαίνοντας στα δελτία ειδήσεων και καταλήγοντας στα νυχτερινά Talk Shows βλέπει κανείς μια παρουσίαση της πραγματικότητας ως μονόδρομο, από τα ίδια ανακυκλούμενα πρόσωπα. Επίσης βλέπει την αναπαραγωγή “ειδήσεων” για μέτρα και αποφάσεις που “έρχονται” και τα οποία είναι η ίδια η καταστροφή. Αυτό που τελικά γίνεται, είναι στη πορεία να έρθουν κάποια μέτρα, τα οποία είναι φυσικά πιο ήπια από τις προβλέψεις των ΜΜΕ. Σκοπός αυτής της τακτικής είναι αφενός στο τέλος να μένει η εικόνα του “γλιτώσαμε τα χειρότερα” που τελικά με όλα αυτά τα μέτρα τα χειρότερα είναι εδώ, αφετέρου να πουλάνε φόβο στον κόσμο δίνοντας υπεραξία σε αυτόν και μετατρέποντας τον σε προϊόν προς κατανάλωση… Όλο όμως αυτό έχει τελικά ως αποτέλεσμα την εκούσια ή ακούσια λήψη προληπτικών μέτρων από το σύνολο της κοινωνίας… Έτσι υπάρχει προληπτική μείωση προσωπικού και μισθών στον ιδιωτικό τομέα, ακόμα και αν δεν συντρέχουν λόγοι, με αποτέλεσμα τη περαιτέρω αύξηση της ανεργίας,υπάρχει η μη χρηματοδότηση της αγοράς από τις τράπεζες, οι οποίες προφανώς βρήκαν την ευκαιρία να εισπράξουν τους καρπούς της τοκογλυφικής τακτικής που άσκησαν τα προηγούμενα χρόνια ή πιο απλά να εισπράξουν τα κεφάλαια που έδωσαν μαζί με τους τόκους… Και όλα τα παραπάνω συμβαίνουν είτε με άλλοθι τον φόβο που διασπείρεται είτε κάποιες λιγότερες φορές υπό τον πανικό, τον οποίο αυτός ο φόβος δημιουργεί…
Ένας λόγος λοιπόν που τα ΜΜΕ στην Ελλάδα λειτουργούν κατ’ αυτόν τον τρόπο είναι ότι θεωρούν ότι ο φόβος είναι το προϊόν που στη παρούσα συγκυρία μπορούν να μοσχοπουλήσουν. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Τα μέσα στην Ελλάδα δεν εξαρτώνται απλός απ’ το κεφάλαιο, αλλά ανήκουν σε αυτό… Επίσης μιας και αυτά στη πλειοψηφία τους δεν είναι συνδρομητικά, έχουν ως κύρια πηγή εσόδων τη διαφήμιση, ανάγκη της οποίας έχουν κατά κύριο λόγο τα προϊόντα του κεφαλαίου… Έτσι λοιπόν ο φόβος και ο πανικός εκτός από προς πώληση προϊόντα, αποτελούν και σημαντικές υπηρεσίες προς τους ιδιοκτήτες και πελάτες τους. Και φυσικά όλα τα παραπάνω στοιχειοθετούν και το γιατί τα ΜΜΕ στην Ελλάδα είναι ο βασικότερος πυλώνας της διαπλοκής… Όλο όμως αυτό θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί με έναν πολύ απλό τρόπο. Θα μπορούσε η κυβέρνηση να ανακοινώσει για ένα μεγάλο σχετικά διάστημα όλα τα μέτρα που προτίθεται να πάρει και φυσικά να μην επιφυλάσσει στη πορεία εκπλήξεις… Έτσι αναγκαστικά η συζήτηση θα γίνονταν επί πραγματικών δεδομένων και όχι με εικασίες… Τη συζήτηση περί δημόσιας διαβούλευσης θα την αγνοήσω πρώτον γιατί τελικά τα μέτρα είναι προαποφασισμένα και δεύτερον γιατί οι μετέχοντες στη διαβούλευση, είναι εκ προϊμοίου πουλημένοι… Αλλά αυτό θα είχε ένα πολιτικό κόστος, μιας και βολεύει η επίκληση έκτακτων αναγκών και επίσης θα προϋπόθετε την ύπαρξη ενός συγκεκριμένου σχεδίου και στόχευσης, πράγματα ανύπαρκτα στη πολιτική ζωή της χώρας. Επομένως η μόνη διέξοδος είναι η απαξίωση από εμάς τους ίδιους τους πολίτες αυτού του προϊόντος… Πιο απλά… ΜΗΝ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΕΥΕΤΑΙ ΚΑΙ ΜΗ ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΕΙΤΕ…
Μετά την ύφεση… πάμε να δούμε λίγο και το επιδιωκόμενο… Το αντίθετο λοιπόν της ύφεσης, είναι η πολυπόθητη ανάπτυξη… Όρος ο οποίος έχει επίσης μπει για τα καλά στη ζωή μας. Κατ’ αρχήν στο άκουσμα της λέξης ανάπτυξη, μου γεννώνται δύο θεμελιώδη ερωτήματα… Το πρώτο είναι με ποιο τρόπο και το δεύτερο υπέρ ποίου… Ξεκινάω διατυπώνοντας μερικές σκέψεις σε σχέση με το πρώτο ερώτημα. Εάν έχω καταλάβει καλά (αν όχι διορθώστε με) ως ανάπτυξη ορίζουμε τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ. Έτσι λοιπόν, λένε ότι αυξάνοντας το ΑΕΠ αυξάνεται και φορολογική βάση από την οποία αντλεί έσοδα το κράτος. Οι τρόποι με τους οποίους λένε, ότι μπορεί να αυξηθεί ο ρυθμός ανάπτυξης είναι με την αύξηση των επενδύσεων. Γι αυτό λένε ότι πρέπει η χώρα να προσεγγίσει μεγάλες επενδύσεις. Αλλά τα εργαλεία για τη προσέγγιση επενδύσεων είναι η χαμηλή φορολογία και τα χαμηλά λειτουργικά κόστη, δηλαδή το χαμηλό κόστος μισθοδοσίας. Όμως εάν βάλουμε χαμηλή φορολογία στις μεγάλες επενδύσεις, τα έσοδα δε θα είναι δυσανάλογα μικρότερα από το ποσοστό της ανάπτυξης; Επίσης αν μειώσουμε τη μισθοδοσία δε θα έχουμε λιγότερα έσοδα από τη φορολόγηση των μισθωτών καθώς και λιγότερα ασφαλιστικά έσοδα και από τον μισθωτό αλλά και από την επιχείρηση; Επίσης κόστος λειτουργίας μιας εταιρίας αποτελεί μόνο το μισθολογικό κόστος; Για παράδειγμα το κόστος μεταφορών και μετακινήσεων που απορρέει από την τεράστια αύξηση της φορολογίας των καυσίμων, δεν είναι ένα μεγάλο κόστος για τις επιχειρήσεις; Θα μπορούσα και εδώ να γράφω για πολύ ώρα, για αντικρουόμενους παράγοντες που καθιστούν τη συζήτηση περί ανάπτυξης, υπό αυτούς τους όρους, ατέρμων και το τελικό αποτέλεσμα έναν φαύλο κύκλο… Και τελικά ποιος είναι αυτός που καρπώνεται το αποτέλεσμα της ανάπτυξης; Σίγουρα όχι οι πολίτες… Μιας και ούτε κοινωνικό κράτος έχουν μιας και αυτό δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί από τα φορολογικά έσοδα των μεγάλων επενδύσεων, και τελικά εργάζονται περισσότερο για όλο και μικρότερη αμοιβή… Και επειδή τα έσοδα μέσω φορολόγησης της ανάπτυξης (της οποίας η φορολόγηση είναι αντιαναπτυξιακή) δεν επαρκούν για τη κάλυψη των αναγκών… Έχουμε δύο λύσεις… Η μία είναι ο δανεισμός… Από ποιους;;; Μα από τους επενδυτές τους οποίους φορολογήσαμε χαμηλά… Η άλλη είναι οι έμμεσοι φόροι κατανάλωσης όπως ο Φ.Π.Α ή οι ειδικοί φόροι καυσίμων. Αλλά οι έμμεσοι φόροι είναι άδικοι και πλήττουν κατά κανόνα τα μεσαία και χαμηλά εισοδήματα.
Και εδώ θέλω να δώσω ένα παράδειγμα. Ας υποθέσουμε ότι, έχουμε τέσσερις τετραμελής οικογένειες… Στη πρώτη οικογένεια ο ένας από τους δύο γονείς είναι άνεργος και μαζί με το επίδομα ανεργίας οι μέσες μηνιαίες καθαρές αποδοχές είναι 1500 Ευρώ, Η δεύτερη οικογένεια έχει και τους δύο γονείς εργαζόμενους με μέσους μισθούς περίπου στα 1000 ευρώ ο καθένας, άρα σύνολο καθαρών αποδοχών 2000 Ευρώ, στη τρίτη οικογένεια τα πράγματα είναι λίγο καλύτερα με τις καθαρές αποδοχές να κυμαίνονται στις 3500 ευρώ το μήνα και στη τέταρτη οικογένεια ο ένας από τους δύο είναι πολύ “επιτυχημένος” επαγγελματίας και τα καθαρά μηνιαία εισοδήματα ανέρχονται στις 10.000 Ευρώ μηνιαίος… Για χάρη του παραδείγματος ας υποθέσουμε ότι η κάθε μία από αυτές τις οικογένειες χρειάζεται προ Φ.Π.Α 20 ευρώ κατά μέσω όρο την ημέρα για ανάγκες διατροφής, απορρυπαντικών, γραφικής ύλης για τα παιδιά και γενικότερα για τις πολύ βασικές ανάγκες. Δηλαδή 600 περίπου ευρώ το μήνα. Επίσης ας υποθέσουμε ότι η κάθε μία από αυτές τις οικογένειες χρειάζεται 170 Ευρώ προ Φ.Π.Α για καύσιμα προκειμένου να ανταποκριθούν στις ανάγκες μετακίνησης της οικογένειας… Έτσι κάθε μία από αυτές τις οικογένειες θα πληρώσει σε Φ.Π.Α για τα είδη πρώτης ανάγκης 78 Ευρώ (με Φ.Π.Α 13%) και για τι μετακινήσεις 39,1 ευρώ (με Φ.Π.Α 23%), σύνολο δηλαδή 117 ευρώ και δέκα λεπτά. Έτσι η πρώτη οικογένεια με εισόδημα 1.500 ευρώ, θα πληρώσει το 7,8 % του εισοδήματος της σε Φ.Π.Α. Η Δεύτερη οικογένεια με εισόδημα 2.000 Ευρώ, θα πληρώσει το 5,86% του εισοδήματος της σε Φ.Π.Α. Η τρίτη οικογένεια με 3.500 θα πληρώσει το 3,35% του εισοδήματος της και τέλος οι οικογένεια με καθαρές αποδοχές 10.000 ευρώ το μήνα το 1,17%. Συμπέρασμα… Οι οικογένεια με εισόδημα 1.500 μηνιαίος φορολογείτε ποσοστιαία, 7 φορές παραπάνω από αυτή που έχει εισόδημα 10.000 ευρώ, 2 φορές παραπάνω από αυτή που έχει εισόδημα 3.500 ευρώ και 1,5 φορές παραπάνω από αυτή που έχει 2.000 Ευρώ εισόδημα…
Παίρνοντας τώρα υπόψη μας το γεγονός ότι τα φορολογικά έσοδα του κράτους είναι κατά 60% από το Φ.Π.Α και το 40% από όλους τους υπόλοιπους φόρους, μπορούμε να βγάλουμε τα συμπεράσματα, ότι είμαστε έτη φωτός μακριά από κάθε έννοια φορολογικής δικαιοσύνης, πως η ανάπτυξη που επικαλούνται ωφελεί τους λίγους έχοντες και κατέχοντες και ότι το τεράστιο βάρος της κρίσης που επικαλούνται, καλούνται να σηκώσουν τα μεσαία και χαμηλά εισοδήματα. Αλλά το βασικότερο συμπέρασμα είναι πως το πρόβλημα δε μπορεί να λυθεί ούτε από το ίδια πρόσωπα τα οποία το δημιούργησαν, αλλά ούτε από το ίδιο σύστημα και τα εργαλεία του.
Επειδή έχω είδη γράψει αρκετά και φοβάμαι ότι θα γίνω κουραστικός, περνάω σιγά στον επίλογο της σημερινής μου ανάρτησης, προτρέποντας όλους μας, να δούμε την αλήθεια μέσα από τη πραγματικότητα που εμείς ζούμε και όχι αυτή που μας παρουσιάζουν τα εξαρτώμενα μέσα τους και να κατανοήσουμε ότι η ακολουθούμενη πολιτική δεν είναι η λύση στο πρόβλημα αλλά το μέσο της περαιτέρω υποβάθμισης του βιοτικού μας επιπέδου. Στο τέλος – Τέλος κανείς δεν θα μας επιστρέψει πίσω το χρόνο που περνάει και στον οποίο κάθε δευτερόλεπτο που περνάει ένας από εμάς αγγίζει τη δυστυχία… Και αν δεν είμαστε ακόμη εμείς… Όπου να ‘ναι έρχεται και η δική μας ώρα… Επίσης θα πρέπει να σταματήσουμε να αγοράζουμε φόβο… Ο φόβος είναι αυτός που σηκώνει στο μυαλό μας συρματοπλέγματα μεγαλύτερα από αυτό που θέλουν να βάλουν στον Εύρο. Και στόχος των συρματοπλεγμάτων είναι να κρύψουν την ελπίδα… Αλλά αυτή δε πεθαίνει τελευταία… Γιατί πολύ απλά δε πεθαίνει ποτέ !!!

Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

Εργασιακές Σχέσεις

Όσο περνούσε ο καιρός την ήθελε όλο και πιο πολύ, την ερωτεύονταν παράφορα. Την έβλεπε κάθε μέρα στη δουλειά. Κι όμως αυτή η καθημερινή τριβή δε μείωνε καθόλου τα συναισθήματά του. Και τώρα βρίσκονταν στο σημείο που του ήταν αδύνατο να είναι μαζί της στον ίδιο χώρο. Η έλξη ήταν τρομερή, αφόρητη. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί σε τίποτα άλλο. Έμπαινε σ'ένα κόσμο ονειρικό, όπου κάθε της κίνηση ήταν γι'αυτόν μια πλημμυρίδα αισθήσεων, ένα μούδιασμα στα λαγόνιά του αλλά και στο μυαλό του. Εστίαζε το βλέμμα του πάνω της, στα χείλη της που χόρευαν στα μάτια όταν αυτή μιλούσε, στα χέρια της που έψαχναν ελαφρώς αδέξια να βρούνε μια θέση ηρεμίας, το λαιμό της, το στήθος της που λικνίζονταν στο ρυθμό της αναπνοής της. Κι αυτός παρέλυε, ανίκανος να κινηθεί παρά την τρομερή επιθυμία του να την πλησιάσει, να την αγγίξει.

Όλα ξεκίνησαν πριν από λίγα χρόνια. Την είχε πρωτοσυναντήσει σ'ένα συνέδριο. Βρέθηκαν στο ίδιο τραπέζι εργασίας και συνέχισαν μετά στον τυπικό μπουφέ με τα μεζεδάκια. Εκεί αντάλλαξαν τις πρώτες κουβέντες και τις πρώτες ματιές. Δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφη αλλά πολύ συμπαθής. Πέντε χρόνια μεγαλύτερή του, οι πρώτες ρυτίδες γύρω απ'τα μάτια της του χαμογέλασαν φιλικά. Η αλήθεια είναι ότι τότε δεν ένιωσε κάτι το ερωτικό, μια συμπαθής φυσιογνωμία σκέφτηκε κι άδειασε το ποτήρι του. Πιθανότατα η επαφή του μαζί της θα είχε σταματήσει εκεί αν, για επαγγελματικούς λόγους, δεν είχαν ανταλλάξει ηλεκτρονικές διευθύνσεις. Τον πρώτο χρόνο αντάλλασσαν μηνύματα πάντα με επαγγελματικό περιεχόμενο και τυπικές εκφράσεις. Με τον καιρό όμως άρχισαν να χρησιμοποιούν πιο οικείες εκφράσεις, κι ενώ το περιεχόμενο έμενε πάντα επαγγελματικό, τα μηνύματα γίνονταν όλο και πιο φιλικά. Μέχρι που μια μέρα, μετά από κάποιο αστείο του, άρχισαν να μιλάνε για πιο προσωπικά θέματα, μουσική, εξωεπαγγελματικές ενασχολήσεις. Και τα μηνύματα γινόντουσαν όλο και πιο προσωπικά.

Μια μέρα, που σκεφτόταν την επόμενη απάντησή του, συνειδητοποίησε ότι είχε αποκτήσει μια καλή φίλη. Και συνέχιζαν τις ανταλλαγές μηνυμάτων. Και μιλούσαν όλο για πιο προσωπικά, υπαρξιακά θέματα. Της μίλησε για τα πάντα, για τις σχέσεις του, για το τι έψαχνε ή νόμιζε πως έψαχνε στην ζωή, για τις πιο κρυφές του επιθυμίες. Κι αυτή μοιράστηκε μαζί του τις πιο μύχιες σκέψεις της. Αλλά δεν ήταν μια απλή ανταλλαγή απόψεων. Του έλεγε τη γνώμη της, του άνοιγε νέες πόρτες σκέψης και πράξης. Κι αυτός με τη σειρά του της πρόσφερε δυο λόγια που πάντα την ικανοποιούσαν.

Και συνέχιζαν έτσι. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε περάσει απ'το μυαλό του ερωτική σκέψη. Κάποια στιγμή αποφάσισαν να συναντηθούν, να μιλήσουν δια ζώσης. Την ξαναείδε λοιπόν δυο χρόνια μετά την πρώτη τους συνάντηση. Κι όλα κύλησαν ομαλά και φυσικά σαν δυο καλοί φίλοι που ξαναβρέθηκαν μετά από καιρό και μιλάνε για τα πάντα. Συνέχισαν τις συναντήσεις τους, περίπου μια φορά στο δίμηνο. Και φυσικά μιλούσαν ακατάπαυστα στις ηλεκτρονικές τους συζητήσεις. Ώσπου κάποια στιγμή συνειδητοποίησαν ότι θα δουλέψουν στον ίδιο χώρο εργασίας.

Η πρώτη του αντίδραση ήταν μια αγνή, απέραντη χαρά. Βέβαια κάποια στιγμή πέρασε απ'το μυαλό του μια μικρή ανησυχία: τι επίπτωση θα είχε αυτή η επαγγελματική τους σχέση στη φιλική τους σχέση; Αλλά δεν τον απασχόλησε για περισσότερο από λίγα δευτερόλεπτα. Θα έβλεπε επιτέλους τη φίλη του κάθε μέρα. Ξεκίνησαν να δουλεύουν μαζί. Απολάμβαναν τα μεσημβρινά διαλείμματα μαζί, ακόμη κι αν δε μιλούσαν πολύ. Ένιωθαν κι οι δυο λίγο άβολα να μιλούν για προσωπικά θέματα στον εργασιακό χώρο. Έτσι απλά έπιναν μαζί τον καφέ τους μοιράζοντας τις σιωπές τους.

Μια μέρα, όπως όλες οι άλλες, εκεί που προχωρούσε στη δουλειά και διασταυρώθηκαν οι δρόμοι τους, συνέλαβε τον εαυτό του να κάνει μια απειροελάχιστη παύση λίγων κλασμάτων του δευτερολέπτου για να μυρίσει το άρωμά της. Και τότε το συνειδητοποίησε: Ήταν παράφορα ερωτευμένος μαζί της. Άρχισε να χάνει τον κόσμο κάτω από τα πόδια του, βρήκε μια γωνιά κάπου απόμερα και κάθισε να συνέλθει. Όλα ήταν τόσο ξεκάθαρα τώρα: το πως έφευγε απ'τη δουλειά με τη γλυκιά προσμονή να την ξαναδεί την επόμενη ημέρα, το πόσο εκπληκτικά όμορφα ένιωθε όταν την πρωτόβλεπε το πρωί, το πόσο σκυθρωπός ήταν όταν δεν την έβλεπε γιατί έλειπε. Το πως περίμενε μια ματιά της, ένα ανεπαίσθητο χαμόγελό της για να μπορέσει να συνεχίσει, το πόσο ευχαριστιόνταν τα μικρά της μηνύματα στον υπολογιστή του, στο κινητό του, στο γραμματοκιβώτιό του. Διαπίστωσε ότι εν τέλει ζούσε πλέον μόνο γι'αυτές τις στιγμές.

Κι έτσι κύλησαν οι επόμενοι μήνες... Όταν ήταν μαζί της, έκανε τη δουλειά του μηχανικά και το μυαλό του ήταν συγκεντρωμένο πάνω της. Ήταν πλέον η πηγή της ζωής του! Αλλά τι θα έκανε; Τι θα μπορούσε να κάνει; Για λίγο σκέφτηκε να της μιλήσει. Άλλωστε ήταν πάντα ειλικρινείς μεταξύ τους. Θα της έλεγε πως ένιωθε κι ό,τι ήθελε προκύψει. Αυτό ήταν! Αύριο θα της ζητούσε να μιλήσουν και θα της τα έλεγε όλα!

Δεν κατάφερε να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ. Το ίδιο ερώτημα τον βασάνιζε, να μιλήσει ή όχι. Τελικά κατέληξε ότι δεν πρέπει να της πει τίποτα. Τι να έλεγε άλλωστε; Ήξερε ότι ήταν σε μια μακροχρόνια σχέση, έφτιαχναν το δικό τους σπίτι κι είχε μάλιστα γνωρίσει το σύντροφό της που του ήταν πολύ συμπαθής. Τι θα μπορούσε να περιμένει από μια τέτοια ερωτική διακήρυξη; Το πιθανότερο να του εξηγούσε ότι ήταν γι'αυτήν ένας πολύ καλός φίλος. Και μ'αυτή τη φράση θα την έχανε για πάντα, ακόμη και σαν φίλη. Υπήρχε βέβαια και μια μικρή πιθανότητα να του απαντούσε ότι ήταν κι αυτή ερωτευμένη μαζί του. Ακόμη χειρότερα! Διότι όλα θα ήταν όμορφα. Θα μπορούσε να την αγγίξει, να μυρίσει τα μαλλιά της, να γευθεί τα χείλη της, να νιώσει μέσα του τον έρωτά της. κι όλα θα κυλούσαν πανέμορφα. Μέχρι που μια μέρα θα ξυπνούσε, θα την έβλεπε δίπλα του στο κρεββάτι και θα σκεφτόταν: μα, ροχαλίζει κι αυτή τελικά! Κι όταν αυτή θα άνοιγε τα μάτια της, θα του χαμογελούσε και θα του έλεγε καλημέρα, αυτός θα σκέφτονταν πάλι: κι επιπλέον βρωμά η ανάσα της. Θα σηκωνόντουσαν να πάνε στη δουλειά και κάποια στιγμή, σε κάποιο διάλειμμα θα το ρωτούσε αν θέλει κάτι απ'το σουπερμάρκετ που θα πήγαινε μετά τη δουλειά κι ενώ θα της απαντούσε, ναι θέλω καρότα, θα σκεφτόταν: μα γιατί δε μ'αφήνει να πιω τον καφέ μου στην ησυχία μου. Και το βράδυ στο σπίτι, ενώ θα έκαναν έρωτα θα σκεφτόταν: άντε να τελειώνω να κοιμηθώ!

Όχι, ήταν καλλίτερα να μην της πει τίποτα! Να συνεχίσει να λιώνει από ερωτική επιθυμία όταν τη βλέπει, με όλες του τις αισθήσεις να νιώθουν χίλιους μικρούς οργασμούς στη θέα της. Και να γυρίζει το βράδυ στο κρεββάτι του περιμένοντας την επόμενη πλατωνική συνάντησή τους!