Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

Εργασιακές Σχέσεις

Όσο περνούσε ο καιρός την ήθελε όλο και πιο πολύ, την ερωτεύονταν παράφορα. Την έβλεπε κάθε μέρα στη δουλειά. Κι όμως αυτή η καθημερινή τριβή δε μείωνε καθόλου τα συναισθήματά του. Και τώρα βρίσκονταν στο σημείο που του ήταν αδύνατο να είναι μαζί της στον ίδιο χώρο. Η έλξη ήταν τρομερή, αφόρητη. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί σε τίποτα άλλο. Έμπαινε σ'ένα κόσμο ονειρικό, όπου κάθε της κίνηση ήταν γι'αυτόν μια πλημμυρίδα αισθήσεων, ένα μούδιασμα στα λαγόνιά του αλλά και στο μυαλό του. Εστίαζε το βλέμμα του πάνω της, στα χείλη της που χόρευαν στα μάτια όταν αυτή μιλούσε, στα χέρια της που έψαχναν ελαφρώς αδέξια να βρούνε μια θέση ηρεμίας, το λαιμό της, το στήθος της που λικνίζονταν στο ρυθμό της αναπνοής της. Κι αυτός παρέλυε, ανίκανος να κινηθεί παρά την τρομερή επιθυμία του να την πλησιάσει, να την αγγίξει.

Όλα ξεκίνησαν πριν από λίγα χρόνια. Την είχε πρωτοσυναντήσει σ'ένα συνέδριο. Βρέθηκαν στο ίδιο τραπέζι εργασίας και συνέχισαν μετά στον τυπικό μπουφέ με τα μεζεδάκια. Εκεί αντάλλαξαν τις πρώτες κουβέντες και τις πρώτες ματιές. Δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφη αλλά πολύ συμπαθής. Πέντε χρόνια μεγαλύτερή του, οι πρώτες ρυτίδες γύρω απ'τα μάτια της του χαμογέλασαν φιλικά. Η αλήθεια είναι ότι τότε δεν ένιωσε κάτι το ερωτικό, μια συμπαθής φυσιογνωμία σκέφτηκε κι άδειασε το ποτήρι του. Πιθανότατα η επαφή του μαζί της θα είχε σταματήσει εκεί αν, για επαγγελματικούς λόγους, δεν είχαν ανταλλάξει ηλεκτρονικές διευθύνσεις. Τον πρώτο χρόνο αντάλλασσαν μηνύματα πάντα με επαγγελματικό περιεχόμενο και τυπικές εκφράσεις. Με τον καιρό όμως άρχισαν να χρησιμοποιούν πιο οικείες εκφράσεις, κι ενώ το περιεχόμενο έμενε πάντα επαγγελματικό, τα μηνύματα γίνονταν όλο και πιο φιλικά. Μέχρι που μια μέρα, μετά από κάποιο αστείο του, άρχισαν να μιλάνε για πιο προσωπικά θέματα, μουσική, εξωεπαγγελματικές ενασχολήσεις. Και τα μηνύματα γινόντουσαν όλο και πιο προσωπικά.

Μια μέρα, που σκεφτόταν την επόμενη απάντησή του, συνειδητοποίησε ότι είχε αποκτήσει μια καλή φίλη. Και συνέχιζαν τις ανταλλαγές μηνυμάτων. Και μιλούσαν όλο για πιο προσωπικά, υπαρξιακά θέματα. Της μίλησε για τα πάντα, για τις σχέσεις του, για το τι έψαχνε ή νόμιζε πως έψαχνε στην ζωή, για τις πιο κρυφές του επιθυμίες. Κι αυτή μοιράστηκε μαζί του τις πιο μύχιες σκέψεις της. Αλλά δεν ήταν μια απλή ανταλλαγή απόψεων. Του έλεγε τη γνώμη της, του άνοιγε νέες πόρτες σκέψης και πράξης. Κι αυτός με τη σειρά του της πρόσφερε δυο λόγια που πάντα την ικανοποιούσαν.

Και συνέχιζαν έτσι. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε περάσει απ'το μυαλό του ερωτική σκέψη. Κάποια στιγμή αποφάσισαν να συναντηθούν, να μιλήσουν δια ζώσης. Την ξαναείδε λοιπόν δυο χρόνια μετά την πρώτη τους συνάντηση. Κι όλα κύλησαν ομαλά και φυσικά σαν δυο καλοί φίλοι που ξαναβρέθηκαν μετά από καιρό και μιλάνε για τα πάντα. Συνέχισαν τις συναντήσεις τους, περίπου μια φορά στο δίμηνο. Και φυσικά μιλούσαν ακατάπαυστα στις ηλεκτρονικές τους συζητήσεις. Ώσπου κάποια στιγμή συνειδητοποίησαν ότι θα δουλέψουν στον ίδιο χώρο εργασίας.

Η πρώτη του αντίδραση ήταν μια αγνή, απέραντη χαρά. Βέβαια κάποια στιγμή πέρασε απ'το μυαλό του μια μικρή ανησυχία: τι επίπτωση θα είχε αυτή η επαγγελματική τους σχέση στη φιλική τους σχέση; Αλλά δεν τον απασχόλησε για περισσότερο από λίγα δευτερόλεπτα. Θα έβλεπε επιτέλους τη φίλη του κάθε μέρα. Ξεκίνησαν να δουλεύουν μαζί. Απολάμβαναν τα μεσημβρινά διαλείμματα μαζί, ακόμη κι αν δε μιλούσαν πολύ. Ένιωθαν κι οι δυο λίγο άβολα να μιλούν για προσωπικά θέματα στον εργασιακό χώρο. Έτσι απλά έπιναν μαζί τον καφέ τους μοιράζοντας τις σιωπές τους.

Μια μέρα, όπως όλες οι άλλες, εκεί που προχωρούσε στη δουλειά και διασταυρώθηκαν οι δρόμοι τους, συνέλαβε τον εαυτό του να κάνει μια απειροελάχιστη παύση λίγων κλασμάτων του δευτερολέπτου για να μυρίσει το άρωμά της. Και τότε το συνειδητοποίησε: Ήταν παράφορα ερωτευμένος μαζί της. Άρχισε να χάνει τον κόσμο κάτω από τα πόδια του, βρήκε μια γωνιά κάπου απόμερα και κάθισε να συνέλθει. Όλα ήταν τόσο ξεκάθαρα τώρα: το πως έφευγε απ'τη δουλειά με τη γλυκιά προσμονή να την ξαναδεί την επόμενη ημέρα, το πόσο εκπληκτικά όμορφα ένιωθε όταν την πρωτόβλεπε το πρωί, το πόσο σκυθρωπός ήταν όταν δεν την έβλεπε γιατί έλειπε. Το πως περίμενε μια ματιά της, ένα ανεπαίσθητο χαμόγελό της για να μπορέσει να συνεχίσει, το πόσο ευχαριστιόνταν τα μικρά της μηνύματα στον υπολογιστή του, στο κινητό του, στο γραμματοκιβώτιό του. Διαπίστωσε ότι εν τέλει ζούσε πλέον μόνο γι'αυτές τις στιγμές.

Κι έτσι κύλησαν οι επόμενοι μήνες... Όταν ήταν μαζί της, έκανε τη δουλειά του μηχανικά και το μυαλό του ήταν συγκεντρωμένο πάνω της. Ήταν πλέον η πηγή της ζωής του! Αλλά τι θα έκανε; Τι θα μπορούσε να κάνει; Για λίγο σκέφτηκε να της μιλήσει. Άλλωστε ήταν πάντα ειλικρινείς μεταξύ τους. Θα της έλεγε πως ένιωθε κι ό,τι ήθελε προκύψει. Αυτό ήταν! Αύριο θα της ζητούσε να μιλήσουν και θα της τα έλεγε όλα!

Δεν κατάφερε να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ. Το ίδιο ερώτημα τον βασάνιζε, να μιλήσει ή όχι. Τελικά κατέληξε ότι δεν πρέπει να της πει τίποτα. Τι να έλεγε άλλωστε; Ήξερε ότι ήταν σε μια μακροχρόνια σχέση, έφτιαχναν το δικό τους σπίτι κι είχε μάλιστα γνωρίσει το σύντροφό της που του ήταν πολύ συμπαθής. Τι θα μπορούσε να περιμένει από μια τέτοια ερωτική διακήρυξη; Το πιθανότερο να του εξηγούσε ότι ήταν γι'αυτήν ένας πολύ καλός φίλος. Και μ'αυτή τη φράση θα την έχανε για πάντα, ακόμη και σαν φίλη. Υπήρχε βέβαια και μια μικρή πιθανότητα να του απαντούσε ότι ήταν κι αυτή ερωτευμένη μαζί του. Ακόμη χειρότερα! Διότι όλα θα ήταν όμορφα. Θα μπορούσε να την αγγίξει, να μυρίσει τα μαλλιά της, να γευθεί τα χείλη της, να νιώσει μέσα του τον έρωτά της. κι όλα θα κυλούσαν πανέμορφα. Μέχρι που μια μέρα θα ξυπνούσε, θα την έβλεπε δίπλα του στο κρεββάτι και θα σκεφτόταν: μα, ροχαλίζει κι αυτή τελικά! Κι όταν αυτή θα άνοιγε τα μάτια της, θα του χαμογελούσε και θα του έλεγε καλημέρα, αυτός θα σκέφτονταν πάλι: κι επιπλέον βρωμά η ανάσα της. Θα σηκωνόντουσαν να πάνε στη δουλειά και κάποια στιγμή, σε κάποιο διάλειμμα θα το ρωτούσε αν θέλει κάτι απ'το σουπερμάρκετ που θα πήγαινε μετά τη δουλειά κι ενώ θα της απαντούσε, ναι θέλω καρότα, θα σκεφτόταν: μα γιατί δε μ'αφήνει να πιω τον καφέ μου στην ησυχία μου. Και το βράδυ στο σπίτι, ενώ θα έκαναν έρωτα θα σκεφτόταν: άντε να τελειώνω να κοιμηθώ!

Όχι, ήταν καλλίτερα να μην της πει τίποτα! Να συνεχίσει να λιώνει από ερωτική επιθυμία όταν τη βλέπει, με όλες του τις αισθήσεις να νιώθουν χίλιους μικρούς οργασμούς στη θέα της. Και να γυρίζει το βράδυ στο κρεββάτι του περιμένοντας την επόμενη πλατωνική συνάντησή τους!

7 σχόλια:

chmarni είπε...

Διαβάζοντας τον τίτλο του Post, πίστεψα προς στιγμήν, ότι θ’ ασχοληθείς με το τελευταίο νόμο για τα εργασιακά της Λούκας Κατσέλη…

Vasilis είπε...

Πολύ ωραία γραμμένο.

Οσον αφορα την επιλογή του ήρωα να μη θέλει να συνάψει σχέση με το πρόσωπο που αγαπά φοβούμενος ότι στο τέλος θα την βαρεθεί, μου φαίνεται λίγο δειλή.

Nikola Taska είπε...

Δειλή; Δειλή σημαίνει ότι φοβάται...

Σου φαίνεται να φοβάται ο φίλος μας;

Vasilis είπε...

Ναι, φοβάται ότι μετά από καιρό το πάθος θα χαθεί και η σχέση θα γίνει βαρετή και αφόρητη.

Nikola Taska είπε...

Και είναι φόβος αυτό;

Vasilis είπε...

Το να μην κάνεις κάτι που πραγματικά λαχταράς, σκεπτώμενος τις συνέπειες που ΙΣΩΣ να υπάρξουν, για μένα είναι φόβος.

Ανώνυμος είπε...

mpravo