Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2011

Η Σπηλιά

Σηκώθηκα εκείνο το πρωινό να συνεχίσω την ημέρα μου όπως συνήθως. Όμως ένιωθα ότι κάτι είχε αλλάξει. Κάτι ήταν διαφορετικό γύρω μου. Το δωμάτιό μου φαινόταν πιο φωτεινό. Έφτιαξα τον καφέ μου, ήταν πιο γευστικός. Όλα ήταν ίδια και τόσο διαφορετικά. Βγήκα έξω, στο δρόμο. Η ατμόσφαιρα ήταν πιο λαμπερή, τα χρώματα πιο έντονα, οι άνθρωποι πιο πράοι, χαμογελαστοί, οικείοι. Ο ήλιος, ολόχαρος κι αυτός, ζέσταινε τη φύση, την ψυχή μου.

Τότε συνειδητοποίησα ότι κάτι είχε αλλάξει και μέσα μου. Δεν υπήρχε πλέον πόνος, κάθε αγωνία είχε εξαφανιστεί. Μια γαλήνη διαπερνούσε από άκρο εις άκρο την ψυχή μου. Υπήρχε μια ελευθερία, για την ακρίβεια μια αίσθηση απελευθέρωσης. Κινήσεις απελευθερωμένες, σκέψεις απελευθερωμένες, επιθυμίες απελευθερωμένες, απολαύσεις απελευθερωμένες. Κι όταν ξανάδα το χαμόγελο των ανθρώπων διαπίστωσα πως το ίδιο ένιωθαν όλοι. Απελευθέρωση!

Αρχικά σκέφτηκα μήπως ήταν όλα η ιδέα μου. Άρχισα να περιπλανιέμαι στους δρόμους, να μιλώ με κόσμο, να δοκιμάζω. Όλα έδειχναν ότι ήταν κάτι μόνιμο και κάτι που δεν αφορούσε μόνο εμένα. Περίμενα να περάσουν λίγες μέρες για να σιγουρευτώ. Όταν μετά από ένα μήνα όλα συνέχιζαν με το ίδιο τρόπο, πείστηκα ότι αυτή είναι η νέα μου πραγματικότητα κι αποφάσισα ν'αλλάξω τη ζωή μου.

Ξεκίνησα να ταξιδεύω. Παντού, σε κάθε χωριουδάκι ή μεγαλούπολη, σε κάθε νησάκι ή ήπειρο, στον κόσμο όλο. Απολάμβανα ότι είχε να μου προσφέρει αυτός ο κόσμος, τις διαφορετικές γεύσεις, τα πανέμορφα τοπία, τις όμορφες μουσικές, τις διεγερτικές συζητήσεις, τους μαγικούς έρωτες, του καλοκαιριού, της διπλανής πόρτας, του ενός βλέμματος και της μιας ζωής. Και συνέχιζα έτσι για χρόνια ολάκερα.

Μια μέρα, καθώς περνούσα από ένα χωριό απομονωμένο στην άκρη του κόσμου, είδα εκεί, στο τέλος του χωριού, πάνω στο βράχο κάτι θολό, σκοτεινό, σαν μια είσοδο σπηλιάς. Τι είναι αυτό; ρώτησα ένα χωρικό. Δεν υπάρχει τίποτα εκεί, μου απάντησε και συνέχισε την πορεία του. Δεν έδωσα παραπάνω σημασία κι εγώ, και συνέχισα το δρόμο μου. Και γνώρισα ακόμη κόσμο πολύ, κι έζησα ακόμη πιο όμορφες στιγμές. Αλλά κατά καιρούς η ανάμνηση αυτής της εικόνας επέστρεφε στο μυαλό μου. Όλα και πιο συχνά. Μέχρι που αποφάσισα, και για πρώτη φορά επέστρεψα σε μέρος που είχα ξαναεπισκεφτεί. Δυο φορές. Κάθε φορά πλησίαζα όλο και πιο κοντά στην "είσοδο". Αλλά δεν άλλαζε κάτι. Ήταν εκεί θολή, χωρίς να φαίνεται κάτι από πίσω. Κι η απάντηση από τους ανθρώπους ήταν πάντα η ίδια: Δεν υπάρχει τίποτα εκεί.

Η εικόνα αυτής της θολής τρύπας είχε αρχίσει να στοιχειώνει τη σκέψη μου. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια ένιωσα ξανά κατηφής. Και μια ανησυχία άρχισε να εγκαθίσταται στην ψυχή μου. Εγκαταστάθηκα μόνιμα πλέον στο χωριό και ξεκίνησα να ερευνώ. Κάνεις δεν είχε μιλήσει ποτέ γι'αυτήν τη σπηλιά. Όσοι την είχαν δει απαντούσαν τη γνωστή φράση: δεν υπάρχει τίποτα εκεί. Οι υπόλοιποι απλά δεν την ήξεραν. Υπήρχε μόνο μια φωτογραφία της σ'ένα λεύκωμα του χωριού με μια λεζάντα: Δεν υπάρχει τίποτα εκεί.

Πέρασαν μήνες, κάθε φορά πλησίαζα τη σπηλιά αλλά ποτέ δεν πήρα το θάρρος να μπω. Και στην ερώτησή μου αν έχει ποτέ μπει κανείς εκεί, η απάντηση ήταν μια: δεν υπάρχει τίποτα εκεί. Μια μέρα πήγα, ως συνήθως, να πάρω τα τσιγάρα μου από το περίπτερο της γειτονιάς. Εκεί, για πρώτη φορά μετά από όλους αυτούς τους μήνες, δεν ήταν ο γνωστός περιπτεράς αλλά μια άλλη κυρία. Απορημένος, ρώτησα που ήταν. Μα δεν υπάρχει αυτός που λέτε, μου απάντησε. Πως δεν υπάρχει της είπα, από εδώ παίρνω τα τσιγάρα μου εδώ και μήνες και κάθε μέρα αυτός μου τα έδινε. Δεν υπάρχει αυτός που λέτε, μου ξαναπάντησε κι έκλεισε το παραθυράκι.

Για μια ακόμη φορά βρέθηκα ακριβώς μπροστά στη "είσοδο" της σπηλιάς. Και πάλι δεν μπορούσα να δω τίποτα μέσα. Ένα θολό σκοτάδι σε απόσταση εκατοστών από τα μάτια μου. Αυτή τη φορά πήρα την απόφαση να μπω. Πήρα μια βαθιά ανάσα, σήκωσα το αριστερό μου πόδι να μπω και...

Δεν υπάρχουν σχόλια: