Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Το Χωριό

Καθόταν στο μπαλκόνι κι έπινε την μπύρα του. Του είχαν πει ότι εκείνο το χωριό ήταν μαγικό. Μόλις είχε επιστρέψει στο δωμάτιο του από τη βόλτα του. Προσπαθούσε να συγκεντρώσει τις σκέψεις του απ'αυτά που είδε. Είχε αρχίσει να αναλύει όλες τις εικόνες στο μυαλό του ψάχνοντας να καταλάβει τι ήταν αυτό που έκανε μαγικό αυτό το χωριό. Εκ πρώτης όψεως ήταν ένα τυπικό αφρικανικό θαλασσοχώρι, χτισμένο πάνω σ'ένα βράχο. Στα νότια του χωριού κείτονταν μια μαύρη παραλία περίπου 2 χιλιομέτρων. Οι ψαράδες του χωριού ήταν εκεί ολημερίς, ψαρεύοντας με το γρίπο τους. Όλοι βοηθούσαν, γιοι, κόρες, παιδιά, μεγάλοι, στην καθημερινή μάχη για την αναζήτηση τροφής. Η κάθε ψαριά λιτή αλλά μετά από δυο-τρεις προσπάθειες τα ψάρια αρκούσαν για το φαγητό των επόμενων δυο ημερών.

Αφού παρακολούθησε την ιεροτελεστία  μιας ψαριάς, έφυγε για να περπατήσει τους σκονισμένους δρόμους του χωριού. Από την αρχή αυτό που του έκανε εντύπωση, ήταν η αδιαφορία των χωρικών στο πέρασμά του. Ο μοναδικός λευκός σ'ένα χωριό νέγρων και κανείς δε γύρισε να τον κυττάξει. Ως ένα φάντασμα που κυκλοφορεί αόρατο ανάμεσα στους ζωντανούς. Μόνο κανά δυο σκύλοι έδειξαν ότι αντιλήφθηκαν την παρουσία του, γυρίζοντας το κεφάλι προς το μέρος του.

Στην αρχή αυτή η αδιαφορία τον ενοχλούσε, μετά από λίγο όμως άρχισε να νιώθει πιο άνετα. Από τη μια ήταν η διαφορά από τα υπόλοιπα μέρη που είχε επισκεφτεί όπου υπήρχε μια συνεχής παρενόχληση μικροπωλητών, καλλιτεχνών, ιερόδουλων και σκύλων. Τώρα μπορούσε να περπατήσει χωρίς να φορέσει το κοινωνικό του προσωπείο με το χαμόγελο και να αρνείται ευγενικά. Τώρα απλά περπατούσε. Κι όχι μόνο, μπορούσε να σταματήσει όποτε κι όπου ήθελε για να παρακολουθήσει από κοντά τους ανθρώπους χωρίς να νιώθει άσχημα για την παραβίαση του ιδιωτικού τους χώρου.

Έτσι μπόρεσε να δει από κοντά τη μάνα που θηλάζει το μικρό της, το οποίο ήταν μέσα σ'ένα πάνινο σάκο μπροστά στο γυμνό στήθος της, και τα χέρια της ελεύθερα να ετοιμάζουν τα λαχανικά για το μεσημεριανό φαγητό. Τον πατέρα, γυμνόστηθος κι αυτός, να καθαρίζει τα ψάρια από την πρωινή ψαριά σε μια ξεβαμμένη πλαστική λεκάνη ενώ ο πεντάχρονος γιος του έπαιζε με τα εντόσθια πριν τα πετάξει πίσω από τον τοίχο. Το μαθητή του σχολείου που φλερτάρει διακριτικά με τη συμμαθήτριά του, κι οι δυο ντυμένοι με τις μονόχρωμες ποδιές του σχολείου, τα χέρια τους που ενώνονταν για κλάσματα δευτερολέπτου σε μια διέγερση ηλεκτρική που φορτίζει τις ψυχές τους για τα επόμενα λεπτά, μέχρι την επόμενη "τυχαία" συνάντησή τους. Τους δυο γέροντες του χωριού να παίζουν ζάρια στην πλατεία με τον τοπικό τρόπο, ηλιοκαμένοι, βετεράνοι της ζωής και γύρω τους τα πιτσιρίκια να ακούνε με σεβασμό τις θυμοσοφίες της ζωής που συνόδευαν κάθε κίνηση του παιχνιδιού.

Και σ'όλη αυτήν την πορεία του, πόρτες ανοιχτές και μέσα να κυλά η καθημερινή ζωή των χωρικών μπροστά στα μάτια του. Και κάθε λίγα σπίτια, κόσμος μαζεμένος έξω απ'τις πόρτες, στηριγμένος στους τοίχους, κουβεντιάζοντας, ή απλά μοιράζοντας την παρέα τους, αντίδοτο στη ζέστη του αφρικανικού ήλιου. Συνέχισε την πορεία του και βίωσε ως αόρατος παρατηρητής όλες τις εκδοχές της καθημερινής ζωής αυτού του χωριού.

Καθώς επανέφερε στη μνήμη του όλες αυτές τις αναμνήσεις της ημέρας που πέρασε στο χωριό, δεν μπορούσε να διακρίνει ποια ήταν η μαγεία. Ήταν ένας άλλος τρόπος ζωής, σαγηνευτικός σίγουρα, αλλά μαγικός;

Η θάλασσα τράβηξε για άλλη μια φορά το βλέμμα του. Ο ήχος της ένωσης της με τη στεριά πάντα το σαγήνευε κι η θέα του ανοιχτού ωκεανού έσβηνε οποιαδήποτε άλλη σκέψη απ'το μυαλό του. Χάθηκε για αρκετά λεπτά σ'αυτήν την εικόνα μέχρι που το βλέμμα επανήλθε στην παραλία. Το ψάρεμα είχε τελειώσει, τα ψάρια είχαν μοιραστεί στις γυναίκες του χωριού, κι οι ψαράδες, μετά από μια δροσιστική βουτιά, έπιασαν να παίζουν ποδόσφαιρο στη μαύρη άμμο. Μια άλλη ζωή, ένας ρυθμός διαφορετικός, όπου η εργασία κι απόλαυση αναμειγνύονταν σε ίσες δόσεις, δίνοντας μια καθημερινότητα απλή, μα όμορφη.

Τότε σκέφτηκε εκείνη!

Περπατούσε με το φίλο του στην κεντρική αγορά της πόλης. Κόσμος πολύς, πολυχρωμία, έντονες αγοραπωλησίες, περίεργοι περαστικοί. Κάποια στιγμή, μέσα στην κυματώδη κίνηση του πλήθους, του φάνηκε ότι την είδε.. Δεν μπορεί , σκέφτηκε, το μυαλό μου μου παίζει παιχνίδια. Την είχε συναντήσει πρόσφατα, παρακολουθούσαν το ίδιο σεμινάριο. Από την πρώτη στιγμή, τα μάτια της το μαγέψανε. Στο πρώτο μάθημα δεν άκουσε ούτε λέξη, είχε βυθιστεί μέσα σ'αυτά τα μάτια κι ονειροπολούσε. Κι όταν στο τέλος που χαιρετηθήκανε, του χαμογέλασε ελαφρά, ένιωσε  μια γλυκιά ταραχή στην ψυχή του κι ήξερε ότι αυτή η ταραχή του δε θα ησύχαζε πλέον εύκολα. Τα επόμενα μαθήματα κύλησαν με παρόμοιο τρόπο και στο τέλος γίνονταν πάντα μια μικρή κουβεντούλα, πριν πάρει ο καθένας το δρόμο του. Στο τελευταίο μάθημα πριν τις διακοπές είχε αποφασίσει να της προτείνει να πιούνε ένα ποτηράκι μαζί μετά το μάθημα. Η απογοήτευσή του ήταν μεγάλη όταν έμαθε ότι ήταν άρρωστη και δε θα έρχονταν στο μάθημα. Δεν πειράζει, σκέφτηκε. Θα προσπαθούσε μετά τις διακοπές.

Πίστευε ότι η έντονη επιθυμία του να τη δει ήταν αυτή που του έδωσε την εντύπωση ότι την είδε. Συνέχισε τη βόλτα του κυττάζοντας τις χειροποίητες κατασκευές των τοπικών δημιουργών, όταν, λίγα λεπτά αργότερα, την ξαναείδε. Κι αυτή τη φορά ήταν σίγουρος. Μπορεί να την έβλεπε από πίσω και μάλιστα σε μια απόσταση αρκετών δεκάδων μέτρων, αλλά θα την αναγνώριζε παντού. Τη λυγερή κορμοστασιά της με τις υπέροχες διακριτικές καμπύλες της, τα μακριά μαύρα της μαλλιά, το σαγηνευτικό της βάδισμα, ο ακαταμάχητα ηδονικός τρόπος με τον οποίο κρατούσε το τσιγάρο της....

Όχι, ήταν σίγουρος ότι ήταν εκείνη. Πήρε το φίλο του κι άρχισε να κινείται γρήγορα προς το μέρος της, εξηγώντας του παράλληλα γιατί επιτάχυναν. Κάποια στιγμή έστριψε αυτή σ'ένα στενό κι από την αγωνία του μην τη χάσει άρχισε να τρέχει κανονικά. Όταν έφτασε στη στροφή είδε ότι ευτυχώς δεν είχε προχωρήσει πολύ. Όμως αυτή η αρχική του χαρά γρήγορα αναμείχθηκε με μια αγχώδη ταχυκαρδία όταν είδε ότι δίπλα της στεκόταν ένας άλλος, στον οποίο έδειχνε μεγάλη οικειότητα. Εκείνη τη στιγμή του δοκίμαζε ένα καπέλο. Μια έντονη απογοήτευση τον κυρίευσε κι οι γλυκιές ιστορίες που είχε φτιάξει στο μυαλό του έμειναν ξαφνικά χωρίς τέλος. Έκανε να πισωγυρίσει πριν το δει αλλά ήταν πλέον αργά. Τον είχε διακρίνει μέσα στο πλήθος κι του έγνευσε χαμογελώντας ενώ πλησίαζε προς το μέρος του. Τώρα δεν μπορούσε πλέον να το αποφύγει οπότε ετοιμάστηκε να το αντιμετωπίσει. Πήρε μια βαθιά ανάσα και κινήθηκε κι αυτός να τη συναντήσει. Του χαιρέτησε πολύ εγκάρδια, η καρδιά του μάλλον σταμάτησε να χτυπά για λίγα δευτερόλεπτα. Εξέφρασαν κι οι δυο τους την έκπληξή τους να συναντηθούν εκεί, στην άλλη άκρη του κόσμου. Της σύστησε το φίλο του κι εκείνη με τη σειρά της του σύστησε τον αδελφό της. Μια στιγμή, τι είπε; Ο αδελφός μου; Η χαρά του ξεχείλιζε και πάλι, ένα τεράστιο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του μέχρι τ'αυτιά του και δεν μπορούσε να κρύψει τον ενθουσιασμό του. Κάτι που έγινε αντιληπτό από μέρους της και του απάντησε με το πιο γλυκό χαμόγελο.

Οι επόμενες ημέρες κύλησαν πανέμορφα, μια νέα συνάντηση δημιουργούνταν. Αρχικά έβγαιναν κι οι τέσσερις μαζί αλλά οι δυο τους συζητούσαν όλο και περισσότερο μεταξύ τους. Συζητήσεις ατέλειωτες, επί παντός επιστητού, για τα πάντα και για τίποτα, με θέα τον ωκεανό, συνοδεία του τραγουδιού της συνάντησής του με τη στεριά. Κάποια στιγμή καθώς περπατούσαν κι τέσσερις σ'ένα χωριουδάκι, της έκανε νόημα να επιβραδύνει το ρυθμό της. Όταν μείνανε κάμποσα μέτρα πίσω από τους συντρόφους τους, την έπιασε απαλά απ'το μπράτσο της και την τράβηξε σ'ένα στενάκι ψιθυρίζοντας στο αυτί της. Ώρα για σκασιαρχείο. Κι άρχισαν να τρέχουν στα δρομάκια του χωριού, πιασμένοι χέρι-χέρι και γελώντας δυνατά, μέχρι που σταμάτησαν σε μια ήσυχη γωνιά. Την κύτταξε τότε βαθιά στα μάτια και ξαναχάθηκε σε κόσμους μαγικούς. Έσκυψε και τη φίλησε απαλά στα χείλη. Ο χρόνος σταμάτησε, τα πάντα γύρω ήταν ακίνητα κι οι δυο τους αιωρούνταν εκεί άχρονοι, απέραντοι. "Σ'αγαπώ" την άκουσε να λέει μέσα στο κεφάλι του, ενώ ήταν ακόμη τα χείλη τους ενωμένα. "Κι εγώ σ'αγαπώ" αποκρίθηκε, ενώ ο ακίνητος χορός της φύσης γύρω τους έφτανε στο απώγειό του.

Εκείνο το βράδυ έκαναν έρωτα στην αμμουδιά, με το κύμα να χαϊδεύει απαλά τα πόδια τους και τ'άστρα να τους τραγουδούν ύμνους τραγικών ερώτων. Κι έκαναν έρωτα μέσα στον ωκεανό όπου όλοι οι ερωτικοί τους χυμοί γίνονταν ένα με τη μάγισσα θάλασσα.

Το επόμενο πρωί αυτός έπαιρνε το αεροπλάνο της επιστροφής. Αυτή είχε ακόμη δυο μέρες πριν γυρίσει πίσω. Στο αποχαιρετιστήριο φιλί στο αεροδρόμιο είχε ήδη αρχίσει να αδημονεί για τη συνέχεια στην πόλη τους που τους περίμενε.

Ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Ήταν ακόμη στο μπαλκόνι, μπροστά στον ωκεανό. Οι ψαράδες συνέχιζαν τη μπάλα τους και τα παιδιά που σχολούσαν απ'το σχολείο κατέβαιναν στην παραλία απολαμβάνοντάς της με διάφορους τρόπους. Το μυαλό του είχε αδειάσει από κάθε σκέψη. Μηχανικά σχεδόν, σηκώθηκε κι άρχισε να περπατά προς το νερό. Χωρίς να σταματήσει για να βγάλει τα ρούχα του, βούτηξε. Εκεί, μέσα στο νερό, ένας άλλος ήχος, η υποβρύχια μορφή του γνωστού τραγουδιού της συνάντησης του ωκεανού με τη στεριά. Αναδύθηκε, ένιωθε διαφορετικά, ανανεωμένος κι ανακουφισμένος. Άκουσε να το φωνάζουν. Ήταν οι ψαράδες που τον καλούσαν να παίξει μπάλα μαζί τους. Τελικά δεν πέρασα και τόσο απαρατήρητος, σκέφτηκε, κι άρχισε να τρέχει προς το μέρος τους, όταν διαπίστωσε κάτι διαφορετικό επάνω του. Τα χέρια του ήταν μαύρα, τα πόδια του επίσης.. Σταμάτησε να τρέχει κι έβαλε τα χέρια του στο πρόσωπό του. Ένιωσε τα χαρακτηριστικά του αλλαγμένα, αφρικανικά. Έμεινε για κάποιες στιγμές εκεί ακίνητος, μπερδεμένος, μη καταλαβαίνοντας τι συμβαίνει. Μετά σήκωσε το βλέμμα του και κύτταξε τους ψαράδες. Δεν ήταν πλέον αφρικανοί. Ήταν λογιών λογιών εθνοτήτων και φυλών. Μόνο ένας έμεινε ακόμη αφρικανός. Τον πλησίασε. "Είσαι στο χωριό σου" του είπε εκείνος χαμογελώντας του. Μπήκε στο παιχνίδι κι έπαιζε με τους άλλους για ώρα πολλή. Όταν, προς το σούρουπο σταμάτησαν να παίζουν, κοντοστάθηκε για μια στιγμή και γύρισε προς τον ωκεανό, ακούγοντας τους ψιθύρους πους έφταναν στ'αυτιά του.

Τον καλούσε και πάλι!

Δεν υπάρχουν σχόλια: