Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

The Meaning Of Life

Here, as we stand upon our final hour, let us all take a few moments to think about the meaning of life.
Where do we come from, what do we do and where do we go...
And lets all start dancing as topless guardian angels show us the steps...

It's Christmas 
It's Christmas 
It's Christmas in Heaven 
Hip hip hip hip hip hip hooray 
Every single day 
Is Christmas day


Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Ζωρζ, Δάσκαλε!

Είχα ξεκινήσει να γράφω ένα κείμενο για το Δάσκαλο αλλά στην πορεία διαπίστωσα ότι δεν είναι ακόμη ώριμο. Άλλωστε ο Κροταλίας της Ασφάλτου δεν μπαίνει εύκολα σε κείμενα. Έτσι, το αφήνω να σιγοβράζει και να σιγοωριμάζει και παραθέτω απλά τα τρία άλμπουμ του Μέγα Χοροδιδάσκαλου και Τεκετζή.

Θάνατος!

Επιθυμία (1983)


Ζωρζ Πιλαλί Live (1986)


Θεοκωμωδία (1994)

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Guinness : Science & Pleasure

There are many fans of Guinness beer in this world. I surely am one of them. But did you know that scientists are also interested in Guinness ? I mean, not only to drinking it... There's research that is looking to answer questions like "why is the foam so white?", "are the bubbles going up or down?", etc... For instance, they found out that the bubbles are nitrogen and not carbon dioxide bubbles... Here is a short video explaining a few of this!



But in the end it all comes down to this: The pleasure of having one (or more)! So enjoy!



Alone, or sharing with a friend... or two!

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Αν σ'Αρνηθώ Αγάπη Μου!

Αρχές δεκαετίας εξήντα! Η ελληνική κοινωνία αρχίζει σιγά-σιγά να βγαίνει απ'τη μεταπολεμική-μετεμφυλιακή εποχή, φιλελευθεροποιείται. Η κινηματογραφική παραγωγή ανθεί, η μουσική της επένδυση δυτικοτροπεί. Ένα απ'αυτά τα κομμάτια το "Αν σ'αρνηθώ αγάπη μου", ένα δείγμα ελληνικής κινηματογραφικής soft jazz που έμελλε να γίνει διαχρονικό σουξέ. Ποιος δεν το έχει σιγοτραγουδήσει; Ποιος, ακόμη και σήμερα περισσότερο από πενήντα χρόνια μετά, δεν το γνωρίζει; Ψάχνοντας στο γιουτιουμπ βρήκα πάνω από τριάντα διαφορετικές εκτελέσεις. Οι περισσότερες πιστές στην αρχική, κάποιες λιγότερες με νέα ή διαφορετικά στοιχεία.

Η δυτικότροπη μουσική του Μίμη Πλέσσα ήρθε να ντύσει τους νεοελληνικότροπους στίχοι της Δανάης:

Αν σ΄ αρνηθώ αγάπη μου,
κακό μεγάλο να `βρω,
να μη με θέλει ο ουρανός,
ήλιο να βλέπω μαύρο.

Αν σ΄ αρνηθώ αγάπη μου,
να μ΄ αρνηθούν οι φίλοι,
χάδι ποτέ μου να μη δω,
να μη φιλήσω χείλη.

Αν σ΄ αρνηθώ φιλώ σταυρό
κι όρκο βαρύ σου κάνω,
αν σ΄ αρνηθώ αγάπη μου,
να πέσω να πεθάνω.


Η θεματολογία γνωστή, η αγάπη, η ερωτική αγάπη, ως συνήθως εκφρασμένη απ'την αρνητική της πλευρά, αυτήν την άρνησης, της απώλειας ή του φόβου της απώλειας. Έχουμε έτσι ένα πάντρεμα μιας μουσικής της Εσπερίας με λόγια "ανατολικά". Είναι εμφανής η θρησκευτικότητα σ'αυτούς τους στίχοι, και μάλιστα με την ορθόδοξη, ανατολική έκφανσή τους. Και παραπέρα, ψήγματα μεταψυχολογικών αναφορών.

Τρεις στροφές, τρεις αρνήσεις. Ποιος δε σκέφτεται αυτομάτως τον εύλογο παραλληλισμό; "Πριν λαλήσει ο πετεινός, τρεις φορές θα μ'αρνηθείς". Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι η μεγαλύτερη εορτή της ορθοδοξίας είναι τα πάθη, ο θάνατος, συνέπεια της άρνησης του θεανθρώπου. Θα μου πείτε, μα πως παραλληλίζεις τον έρωτα ενός άνδρα για μια γυναίκα (ή το αντίστροφο, ή το επί τα αυτά) με την αγάπη για το Θεό; Την άρνηση ενός έρωτα με την άρνηση της αγάπης του/για το Θεό; Η αλήθεια είναι ότι, ειδικά στην ορθοδοξία, αυτή η αγάπη είναι έντονα ερωτική, οριακά σεξουαλική θα έλεγα, όσο κι αν κάποιοι το... αρνούνται. Τι γίνεται λοιπόν αν σ'αρνηθώ; Θα εκπέσω. Στα μάτια της Πλάσης, των άλλων, τα δικά μου. Οι οποίοι θα με αρνηθούν με τη σειρά τους. Ορίστε η τιμωρία μου! Που μάλιστα θα επιζητήσω εγώ ο ίδιος.

Αλλά γιατί τόσος φόβος να μη σε αρνηθώ; Λένε, η άρνηση είναι η απαρχή της συνειδητοποίησης. Κι εδώ αρχίζουμε να συναντάμε τα πρώτα μεταψυχολογικά στοιχεία. Τρεις στροφές, τρεις αρνήσεις, σε τρία διαφορετικά επίπεδα του ψυχικού οργάνου. Στο Αυτό, το Υπερεγώ, το Εγώ, και μάλιστα σε μια πιο γιουνγκιανή τους απόδοση...

Αλλά αρκετά! Ο σκοπός του κειμένου δεν είναι μια γενικευμένη θρησκειολογική ή/και ψυχαναλυτική ανάλυση. Οι βάσεις τέθηκαν, όποιος θέλει συνεχίζει... Απλά αυτήν την Κυριακή, που είχα τόσα πολλά πράγματα να κάνω, αποφάσισα να τα αρνηθώ όλα και να ασχοληθώ με κάτι άλλο, κάτι τρίτο! Κι αναμένω να δω αν θ'αναζητήσω την τιμωρία μου; Αν θα μου επιβληθεί; Ή αν απλά βρήκα την Αγάπη μου!

ΥΓ: Τρεις αρνήσεις, τρεις εκδοχές ακολουθούν του Πέτρου και τέλος μια του Τζήζους... (ξέρω αφήνω πολλές απ'έξω, όπως την πρώτη του Χατζή, της Βάνου, των Apurimac, του Μπονάτσου, της Γιοβάννας με τη συμφωνική ορχήστρα της Μόσχας, της Αλέξια, της Αρβανιτάκη, του ΤΕΙ Πατρών, του Καρελά, του Kaz Kasozi, κι άλλες τίνες, αλλά αυτά έχει η άρνηση)

Η παλαιορθόδοξη


Η νεορθόδοξη


Η ψυχαναλυτική


Η καλτ


Κι αυτή του Τζήζους

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Το Τελευταίο Τραίνο

Αναστέναξε! Επί ώρες καθόταν στο παγκάκι στο σιδηροδρομικό σταθμό κυττάζοντας τις ράγες και τα τραίνα που περνούσαν. Αυτό που θα τον πήγαινε στον τελευταίο του προορισμό δεν είχε φανεί ακόμη.

Ήταν δύσκολη όλη αυτή η αναμονή! Αρχικά διάβαζε το βιβλίο του, το αγαπημένο του βιβλίο. Για την ακρίβεια, ξαναδιάβαζε ένα κομμάτι του βιβλίου: Πραγματεία για τους τυφλούς. Πόσες φορές δεν είχε διαβάσει αυτό το κεφάλαιο; Και κάθε φορά άλλαζε τη ζωή του με τόσο δραστικό, ενίοτε δραματικό, τρόπο. Όταν έφτανε στο τέλος της ανάγνωσης, δάκρυα πλημμύριζαν τα μάτια του και μια φωνή του έλεγε: Εσύ Άνθρωπε, σήκω και προχώρα. και σηκωνόταν, και πήγαινε εκεί όπου όριζε ο νέος προορισμός της ζωής του. Τώρα που ήρθε η ώρα για το τελευταίο του ταξίδι, θεώρησε ότι αρμόζει στην περίσταση μια τελευταία ανάγνωση. Ξεκίνησε λοιπόν ως συνήθως, συνοδευόμενος από ένα καλό μπράντυ και την αγαπημένη του πίπα. Κι όταν έφτασε στο τέλος, ως συνήθως πάλι, δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια του. Σηκώθηκε, αλλά αυτήν τη φορά δεν είχε που να πάει. Το τραίνο του δεν είχε φτάσει ακόμα.

Περπάτησε δυο φορές πάνω-κάτω στην αποβάθρα η οποία ήταν άδεια. Άδεια αποβάθρα και το τραίνο πουθενά. Γύρισε στο παγκάκι, κάθισε, έκλεισε το βιβλίο κι άρχισε ν'αναπολεί. Η ζωή του πέρασε μπροστά απ'τα μάτια του σαν κάποιος να πάτησε κατά λάθος τις γρήγορες στροφές. Κι όταν το φίλμ τελείωσε, τα δάκρυα ξαναπλημμύρισαν τα μάτια του. Έκλαιγε μια ζωή που δεν έζησε. Ή έκλαιγε τη ζωή που έζησε. Κάποια στιγμή στη άδεια αποβάθρα πέρασε ένας κουλουρτζής. Σήκωσε το βλέμμα του κι έκανε νόημα. Πήρε ένα κουλούρι κι άφησε τον κουλουρτζή να συνεχίσει τις προσπάθειες να πουλήσει κουλούρια σε μια άδεια αποβάθρα. Θυμήθηκε τη φορά που βρέθηκε στο τραίνο με σκοπό αλλά χωρίς προορισμό καθώς και την τελευταία φορά με προορισμό αλλά χωρίς σκοπό. Και τώρα αυτή δε φαινόταν πουθενά. Αυτή για την οποία είχε θυσιάσει την καριέρα του, αυτή που, χρόνια μετά, την παράτησε χωρίς να κατέβει απ'το τραίνο. Νόμιζε πως το ταξίδι ήταν αυτό το σημαντικό σ'αυτήν τη ζωή. Μόνο που στην πορεία διαπίστωσε ότι που και που πρέπει να κατεβαίνει απ'το τραίνο.

Και να τος τώρα να περιμένει το μοναχικό, αυτό το τελευταίο τραίνο. Όπου δε γνωρίζει κανένα. Κι όμως ήταν το μόνο τραίνο που μπορούσε να πάρει πλέον. Η βροχή άρχισε να πέφτει, δίνοντας μια μουσική υπόκρουση στην περισυλλογή του. Αυτή η παλιά του φίλη! Πόσες και πόσες φορές δεν περπάτησε κάτω απ'τη βροχή. Και πάντα γαλήνευε την ψυχή του. Κι έδινε νόημα στη λογική και το συναίσθημά του. Ξέπλενε και καθάριζε τις σκέψεις του. Σηκώθηκε και προχώρησε προς τις ράγες μέχρι που βγήκε απ'το σκέπαστρο. Έστρεψε το πρόσωπό του προς τον ασυννέφιαστο ουρανό. Και τότε το άκουσε, το πρόσταγμα που ηχούσε απ'όλα τα μεγάφωνα του σταθμού. Αυτό που μέχρι τότε νόμιζε ότι ήταν θρύλος και φήμες. Και τον πρόσταζε να πάρει αυτό το τραίνο! Μέχρι που το είδε να πλησιάζει και να μπαίνει στο σταθμό.

Αυτό ήταν λοιπόν το τραίνο όπου θα συναντούσε επιτέλους τη μοίρα του. Καθώς όλοι το γνωρίζουν, η μοίρα του ανθρώπου ταξιδεύει παντού!


Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Cold As It Gets

One of my all-time favourites!



To the end of the Earth, I'll search for your face
For the one who laid all of our beauty to waste
Threw our hope into Hell and our children into the fire
I am the one who crawled through the wire
I am the one who crawled through the wire

There's a million sad stories on the side of the road
Strange how we all just got used to the blood
Millions of stories that'll never be told
Silent and froze in the mud
Silent and froze in the mud

I know a cold as cold as it gets
I know a darkness that's darker than cold
A wind that blows as cold as it gets
Blew out the light of my soul
Blew out the light of my soul

I dream in my sleep, I dream in my days
Of some sunny street not so far away
Where up in a window a curtain will sway
And you and I'll meet down below
You and I'll meet down below

I know a cold as cold as it gets
I fight a war, I may never see one
I live only to see you live to regret
Everything that you done
Everything that you done
Everything that you done

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Εποχική Χίμαιρα

Ο καιρός αλλάζει. Μια νέα εποχή καταφτάνει. Αλλά η παλαιά αντιστέκεται ακόμη σθεναρά. Η επέλαση ξεκίνησε με μια απότομη αλλάγή θερμοκρασίας και λίγες ώρες αργότερα οι πρώτες νιφάδες χιονιού έκαναν την εμφάνισή τους. Μόλις έπεσε η νύχτα βγήκα. Στον αέρα κυριαρχεί η χαρακτηριστική μυρωδιά του επικείμενου χιονιού. Μπήκα στο αυτοκίνητό μου και κίνησα για την προγραμματισμένη φιλική επίσκεψη. Όταν επέστρεψα ήταν μεσάνυχτα. Αφού βρήκα μια θέση να αφήσω το αυτοκίνητο δυο τετράγωνα απ'το σπίτι μου, βγήκα και περπάτησα προς τα εκεί. Μια ανήσυχη σιωπή κυριαρχούσε. Η μάχη των εποχών ήταν σε πλήρη εξέλιξη. Ενώ το χιόνι προσπαθούσε να καλύψει τα πάντα, τα φθινοπωρινά φύλλα είχαν πάρει θέσης μάχης και συμμαχώντας μ'ένα φθινοπωρινό αεράκι κρατούσαν ακόμη έδαφος, ως το τελευταίο εμπόδιο στη μονοχρωματική ηγεμονία του λευκού. Κι ενώ ήταν μεσάνυχτα, σκοτάδι, όπου δύσκολα διακρίνονται τα χρώματα, η παρουσία τους γίνονταν αισθητή.



Πήγα για ύπνο, κλείνοντας την πόρτα μου στη μάχη που μαίνονταν αμείωτη. Ξύπνησα το πρωί, η ώρα είχε αλλάξει. Η νέα εποχή είχε κάνει σημαντικά βήματα στο δρόμο για την κυριαρχία της φύσης. Πλέον οι σκεπές, τ'αυτοκίνητα και τα δένδρα ήταν άσπρα. Αλλά όχι εντελώς. Το φως της ημέρας ήρθε να προστεθεί στους συμμάχους της αντίστασης. Υπήρχαν ακόμη χρώματα πολλά. Ένα υβρίδιο,  μια χίμαιρα έπαιρνε ζωή κι αναδύονταν. Τα δένδρα κρατούσαν ακόμη τα μισά φύλλα τους που ήταν ακόμη στη διαδικασία της χρωματικής τους μεταμόρφωσης, τα δε έκπτωτα φύλλα συμμετείχαν κι αυτά ενεργά στη χρωματική αντίσταση έναντι του λευκού.



Μια εποχή πεθαίνει. Αλλά ο επιθανάτιος ρόγχος της ακούγεται σήμερα ως μια τρομακτική πολεμική ιαχή. Η πρώιμη άφιξη του χιονιά συναντά αναπάντεχη υποδοχή, όχι και τόσο φιλική. Η φθινοπωρινή φύση δεν είναι ακόμη έτοιμη να τον υποδεχθεί. Λίγο πριν την αναπόφευκτη επικράτηση της επελαύνουσας εποχής μια προσωρινή εκεχειρία δείχνει να γεννιέται προς αποκατάσταση των ισορροπιών. Οι φωνές των παιδιών που παίζουν αυτήν τη φθινοπωρινή Κυριακή θα δώσουν σταδιακά τη θέση τους στις μονότονες κωδωνοκρουσίες του χειμώνα.



Αλλά μέχρι τότε, υπάρχουν ακόμη φύλλα...

ΥΓ:  Όλη αυτή η χιμαιρική ατμόσφαιρα μ'επηρέασε, επηρέασε τη διάθεσή μου. Αμφιταλαντευόμενος μεταξύ φραπέ και κονιάκ, δεν ήξερα αν θα έπρεπε να συμμετέχω στη μάχη. Μια ανησυχία πλημμύρισε την ψυχή μου. Ένα άβολο συναίσθημα στην παρουσία αυτού του υβριδίου, αυτού του φρικιού. Έπρεπε να βρω διέξοδο. Και τη βρήκα: The Freakshow, κι η ψυχή μου αναγαλλιάζει μέσα σε μια χιμαιρική γαλήνη!


Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

Otis Taylor's Contraband

Otis Taylor! Τι να πει κανείς γι'αυτόν τον καλλιτέχνη! Είχα την τύχη να το δω ζωντανά πριν από 4 χρόνια στο τζαζ φεστιβάλ του Montreux, μόνο του, χωρίς μπάντα, όπου εμφανίστηκε πριν από το Buddy Guy και το Gary Moore. Αυτός ο τελυταίος μάλιστα ήταν αυτός που παρότρυνε επιτακτικά τον Claude Nobs να το φέρει στο φεστιβάλ. Και τι συανυλία! Η μουσική του έχει μια εκπληκτική δύναμη. Η φωνή του βαθιά, τραχιά, συναισθηματικά φορτισμένη με αρχετυπικές ιδιότητες. Λες και το παρελθόν έχει γίνει ένα με το παρόν.  Κι αυτή η φωνή βουτά μέσα σε μια μουσική, στολισμένη με λόγια ποιητικά και συνάμα ιστορικά κι αυτή η συνεύρεση γεννά μια δύναμη απελευθέρωσης. Ακούγοντας τα τραγούδια του  Taylor, νιώθεις ελεύθερος, γίνεσαι ελεύθερος, είσαι ελεύθερος!

Παραγωγικός και συνεπής, με 11 άλμπουμ στο ενεργητικό του τα τελευταία 12 χρόνια, μας έχει προσηλυτίσει στον απελευθερωτικό του αγώνα. Κάθε άλμπουμ (λιγότερο ή περισσότερο) διαφορετικό από το προηγούμενο και το επόμενο, αλλά πάντα πιστό στο προσωπικό του είδος, και φυσικά στον απελευθερωτικό του σκοπό! Είναι απ'τους λίγους καλλιτέχνες που το είδος της μουσικής που δημιουργούν δεν κατατάσσεται σε κάποιο είδος. Ή αλλιώς, το είδος έχει το όνομά του! Αν κι ο ίδιος ονομάζει τη μουσική του Trance Blues, κατά τη ταπεινή μου γνώμη είναι κάτι πολύ παραπάνω απ'αυτό.

Εδώ θα ακούσετε το πιο πρόσφατο άλμπουμ του, Otis Taylor's Contraband. Το επέλεξα, όχι για κάποιο ιδιαίτερο συναισθηματικό λόγο, αλλά απλά διότι είναι το τελευταίο που άκουσα. Αν και διαφορετικά μεταξύ τους, δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιο συγκεκριμένο στις προτιμήσεις μου. Μου έρχεται να ακούσω Otis Taylor, πάω μπροστά στη δισκοθήκη μου και βγάζω όποιο βρεθεί πρώτο στην κίνηση του χεριού μου.

Κι είμαι ελεύθερος!

ΥΓ: Για όσους ενδιαφέρονται, θα είναι στην Αθήνα, στο Half Note, μεταξύ 1 και 4 Νοεμβρίου 2012.

1. The Devil's Gonna Lie


2. Yell Your Name


3. Look To The Side


4. Romans Had Their Way


5. Blind Piano Teacher


6. Banjo Boogie Blues


7. 2 or 3 Times


8. Contraband Blues


9. Lay On My Delta Bed


10. Your 10 Dollar Bill


11. Open These Bars


12.Yellow Car, Yellow Dog


13. Never Been To Africa


14. I Can See You're Lying

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

Πέντε!

Ήταν κάποτε ένα υποβρύχιο (όχι, δεν ήταν ο Κόκκινος Οκτώβρης) που σεργιανούσε ασταμάτητα θάλασσες κι ωκεανούς. Κι έλειπε τόσο συχνά απ'τη βάση του που μια ωραία ημέρα ξεχάσανε ότι υπάρχει.

Κι όλο πήγαινε και πήγαινε. Κάποια στιγμή, ενώ διέσχιζε την έρημο, ο καπετάνιος φώναξε:

- Ανάδυση σε βάθος περισκοπίου!
- Μα είμαστε σε έρημο, προσπάθησε να πει ο ναύτης αλλά μάταια.
- Ανάδυση σε βάθος περισκοπίου τώρα, επανέλαβε ο καπετάνιος.

Όταν άκουσε το σήμα ότι έφτασαν στο κατάλληλο βάθος, πήγε και κάθισε μπροστά στο περισκόπιο κι άρχισε να σαρώνει τον ορίζοντα. Καθώς κόντευε να ολοκληρώσει μια περιφορά 360 μοιρών, ξάφνου βλέπει στο βάθος μια καμήλα. Και πάνω στην καμήλα, ένα βεδουίνο.

Τα μάτια του καπετάνιου γυάλισαν από ικανοποίηση. Ένιωθε πως έφτασε στον τελικό προορισμό του.

- Πλήρης ανάδυση τώρα, διέταξε χωρίς ίχνος αμφιβολίας στη φωνή του.

Δίχως την παραμικρή αντίρρηση ο ναύτης εκτέλεσε την εντολή. Όταν τελικά το υποβρύχιο βγήκε πάνω απ'την καυτήν άμμο, ο καπετάνιος άνοιξε την μπουκαπόρτα και στάθηκε στιβαρός κάτω απ'τον ανηλέητο ήλιο. Η καμήλα με το βεδουίνο της είχαν πλησιάσει αρκετά.

Για κάποιες απροσδιόριστες στιγμές, στέκονταν κι οι δυο ακίνητοι κυττάζοντας ο ένας τον άλλον. Ώσπου ο καπετάνιος μίλησε πρώτος:

- Πόσα; ρώτησε με ύφος σοβαρό.
- Πέντε, απάντησε ψυχρά η καμήλα.
- Τι πέντε; αποκρίθηκε ο καπετάνιος.
- Τι πόσα; ανταποκρίθηκε ο βεδουίνος.

ΥΓ: Αφιερωμένο με αγάπη στην Κυρα-Γιώργαινα!

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Alina Simone - Make Your Own Danger

Άλλο ένα άλμπουμ που καταλαμβάνει σημαντική θέση στις πρόσφατες ακροάσεις μου. Μάλιστα βρίσκεται στη φάση της κατ'επανάληψη αδιάλειπτης ακρόασης, σχεδόν καταναγκαστικής, όπως συμβαίνει με την χρήση κοκαΐνης. Το ίδιο μου συνέβη και με τα προηγούμενα άλμπουμ της Alina Simone, πέρασα φάσεις ακόρεστης ακρόασης. Αλλά με μια ιδιαιτερότητα για το συγκεκριμένο. Ενώ συνήθως τα άλμπουμ τα αγοράζω ολόκληρα και μετά τα ακούω, μ'αυτό έτυχε ν'ακούσω 3-4 κομμάτια στο youtube με το που κυκλοφόρησε, κι υποπίπτοντας στην ακόρεστη ακρόαση, όταν τελικά το αγόρασα βρέθηκα μπροστά σε μια ανομοιογένεια οικειότητας μεταξύ των κομματιών. Κάτι που καθιστούσε την ακρόασ ιδιαίτερη. Αλλά το πρόβλημα λύθηκε από μόνο του, χάρη στην... ακόρεστη ακρόαση. Σύντομα η οικειότητα έγινε μια!

Αναζήτησε λοιπόν το δικό σου κίνδυνο. Διότι είναι αυτός που μας φέρνει πιο κοντά...

1. Beautiful Machine


Hot sand, the smell of diesel
On the back of my hand
The map is fading and the
Photographs blow out in a string of flares
Strike a match and burn
Through the season
We’ll all go down with
The sun-drenched heathens
Dancing as the lanterns
Softly sway

I want to feel love
Get caught in the echo chamber
I want to get crushed
In the beautiful machine

Oh, the coastline is ghostly
The lighthouse on the hill
Cold and still
The shore keeps getting closer
To the highway
The ocean is closing in
Cold and still

Signal fades, accelerate
The stars are cold and hard
Reflected in the water
Where an Exxon sign blinks on
And on…

I want to feel love
Get caught in the echo chamber
I want to get crushed
In the beautiful machine
Kaleidoscope collapses
Brings me up to the rapture
I want to get caught
In the beautiful machine

2. Glitterati


A stopwatch and a heart full of darkness
Your battered cabs set sail like ships at sea
When no one is around, your glittering
Storefront grates pulled down
The highways are alive with the likes of you

Oh I know, your conversations burrow through the walls
Your words they make their way into my mouth

The shotgun’s going off in the harbor
Where the West Side highway falls into the sea
There’s no one here but us
Two hearts collide and turn to dust
And the whole world opens wide in front of you

3. Gunshots


I thought I heard gunshots last night
Underneath the broken streetlight
Back when this was the bad part of town
All off-track betting joints and dive bars
Rent was cheap and it was well worth it

You called me up long-distance last night
To talk around the problem and fight
I wish there was something much better left to say
But guys like you, you know you can’t really have friends
You save it all for one good woman

So I drove North until it got cold
Where the deer all wait by the sides of the road
Waiting for just the right chance to jump
‘Cuz safety lies over the next hill, always
Yeah I hope we get it right
I hope we get it right
I hope we get it right

4. Day Glow Avenue


Are you dreaming of a lost god
Of a rock star from some forgotten age
Is the anthem playing in your head
As the searchlight sweeps an empty stage

Are you running under water
Follow the arrow down Fascination Street
Facing a window into another world
I think you needed to be found

And to feel surrounded at every turn
Kissing silhouettes dissolving into smoke
It’s an epic soundtrack for the neon days
It’s your revolution and your barricade

Take a walk down Day Glow Avenue
It’s the sweet feel of anonymity
Is it the money, or the season
Or just desire with no place to go

Are you hoping for a savior
When the waitress looks you in the eye
Under the makeup she’s just another girl
Who’s not gonna tell you who you are.

Is the revolution still a day away
As the searchlight sweeps across an empty stage
Do you feel surrounded at every turn
Kissing silhouettes dissolving into smoke

5. My Love Is A Mountain


My love is a mountain
Glittering white with snow
And no one can mine it
It’s stone

Could I be the one you wanted
A diamond in the coal
But no one could find it
It’s over

And it’s all I ever knew
it’s all I ever knew

So bury me in a silver locket
Or move miles and miles away
But your eyes turn skyward
To the north, to the north

And it’s all I ever knew
it’s all I ever knew
it’s all I ever knew

6. You Fade Away


Colored lights and clapboard cheap motels and starlight
Restaurants glow like a string of oiled pearls
As the smoke pours up through manholes in shimmering spirals
Curling up the walls to rooms with rooftop views
Under the wings and in the hollows little pockets filled with secrets
Oh yeah we run
Through the bridges and the tunnels throwing boots that catch on wires
We’re gonna run

So take these photographs and just cut them into pieces
Til you landscapes become beautiful and wild
Take these one-night stands and longtime disappointments
Turn them into bars of gold and vintage wine

I will change my name
Forget everything

Until the sun’s drawn in the water and the copters circle low up above
Until the dream is just a dream of someone else’s fantasy life

(you fall away)
(you fall away)
(you fall away)
(you fall away)

7. Just Here To Watch The Show


I don’t want to fall in love tonight
I’m just here to watch the show
And then go home, go home

The kitchen was too quiet and
My coat was near the door
I came alone, alone

Turn off the lights it gets real quiet
Now’s the hardest part
When your eyes light up like rockets
But I won’t turn around
Won’t turn around, around

Tonight, tonight
I won’t listen in
Or think about
Your mouth

8. In The House Of Baba Yaga


It’s hunting time
A ball falls to the ground
Build a fire like Jack London’s

When November ends
And the Artic winds cut down
Slumber til the snow melts
And you cannot just pretend

Sure we’re all alone
In a house made out of
Broken bones on chicken legs
That run

So write your name
With a finger in the frost
Waiting, waiting for the holidays
Waiting, waiting for the holidays

9. Make Your Own Danger


Chase me through a dream life
On a motorcycle made of ice
Swimming in the man-made lake
Safari in the mall at night

Let’s dive straight down
Let’s drive all night

Let’s dive, brake lights red against the snow
Let’s make our own danger
Cuz danger makes us feel real close

A figure in the headlights
An empty bottle in the snow
Let’s work on our addiction
Addiction makes us feel real close
And I just want to feel real close
We just want to feel real close

10. Sun Kissed Slashes


Under the bridge fires punctuate the darkness
Salvaged my mast from a fire sale in Queens
The city blows up, trembling in the water
And I holler, innocent and free

Floating downstream, somewhere in Indiana
Counting the silos and singing La Marseillaise
Stealing corn and weaving wild flowers
Into a sail that’s bigger than the sun

Trucks and chains and tires rusting on the shore
Sun-kissed slashes I steer right past
Mistook your rockets for fireworks and flares
I guess the hunt is on, tracers mark the bullseye

Forever westward, forever expanding
Armadas armed with waterguns and mirrors
The crowd is cheering, throwing neon streamers
And we holler, innocent and free

11. Apocalyptic Lullaby


Hush now baby, baby don’t you cry
Cuz stars are shooting arrows from their eyes
And battleships keep falling from the sky
Another a beautiful night
So baby don’t cry

A million fruit shaped islands they will bloom
In a sea of pink champagne foam
And your coconut shell boat it will rock
Til we both fall asleep and awake
Beneath a wild, trembling oak
We’ll wake to the chocolate caresses of a ghost
And the icicle flowers will sing to us
In reverse…

There's one more track on the LP version (which I do not possess...)
12. Waiting for the Storm

Under a white sky
Eyes hurting from the light
Seagull circling up above
Skin on the river is tight
Waiting for the storm

I want a blackout
Reason to light the fire
The heart of safety
Branches cutting up the sky
And just enough power to freeze
But not to kill
Just enough power to make
You be still

What I crave
Violence and beauty
Something untamed
Something that they can’t control
With their secret machines
That will cover us all up
That will cover us all up
That will cover us all up

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012

Απέραντα Χωράφια



Τούτον τον κόσμο μικρός τον ενόμιζα αλλιώς,
τούτον τον κόσμο μικρός τον φαντάστηκα αλλιώς.
Και συ που στο στόμα φέρνεις το τσιγάρο μ’ ηδονή
κάπως έτσι έχεις ζήσει μιαν ολόκληρη ζωή.
Και νομίζεις πως θ’ αλλάξει αν μ’ αυτήν συμβιβαστείς
ψευδαισθήσεις όμως θα‘χεις, ψευδαισθήσεις θα γευτείς.
Γιατί αν έβλεπες για λίγο τι συμβαίνει γύρω μου,
θα πνιγόσουν απ’ το άγχος που γεννιέται μέσα μου.
Γέρος είμαι από τώρα που ‘μαι 23 χρονών
και συ ανάβεις άλλο ένα εις υγείαν των κουτών.

Κάτω κει στ’απέραντα, στ’Απέραντα Χωράφια
που με τ’ άλογα έτρεχα σαν ήμουνα μικρός,
παραπίσω τράβαγα πακέτο τα όνειρά μου
κι από τότε ήθελα να γίνω γεωργός.
Άσπρες Χαίτες ήταν στον αέρα τα μαλλιά μου,
σαν άγρια εφύσαγε ο αέρας ο καυτός
κι είχα όλη εκείνη τη χαρά μου στην καρδιά μου
που τον κόσμο αλλιώς τον φανταζόμουνα μικρός.

Κάτω κει στ’απέραντα, στ’Απέραντα Χωράφια
στη σκέψη μου θρονιάστηκες και έγινες κυρά.
Το δέρμα σου αγάπησα και την πνοή σου ακόμα
την ένοιωθα σαν ξάπλωνα στου ονείρου τη σκιά.
Τώρα όταν σε σκέφτομαι, της φαντασίας απάτη,
ξέρω πως δεν απέχεις, μα θα σε βρω εδώ κοντά.
Γιατί είδα κείνα που’μελλε το στόμα να στεγνώσουν,
ένοιωσα αυτά που κάναν την καρδιά μου ν’αρρυθμεί.

Μια κιθάρα μίλησε στα δώδεκά μου χρόνια
και είπε αλήθειες που τις κρύβουν πάμψηλα βουνά.
Κέρδισα απ’ τον ήχο της μια καθαρή εικόνα,
εικόνα που ζωγράφοι δεν ζωγράφισαν ποτέ.
Στο τραγούδι μου τυχαία βρήκα ό,τι βρήκαν
στις εννιά θρησκείες οι προφήτες οι εννιά.
Κι από τότε που'νοιωσα της μουσικής τη γλώσσα,
διαρκώς μιλώ με τούτη, τη δική μου τη γενιά.

Μέρες με γκρίζο ουρανό και με κρύο, χωρίς ύπνο πολύ,
απόφαση σκούρα, μια κενότητα πλήρης με τάραξε εκεί
για να φύγω... για να φύγω...

Θυμάμαι όταν το φορτηγό τα πράγματά μου πήρε,
τις σκέψεις τις ρομαντικές εφόρτωνα μαζί.
Χωρίς να ξέρω πως αυτοί που πόλεις δυναστεύουν
θα τις πληγώσουν με το πιο μεγάλο τους καρφί.
Και έφτασα εδώ μ’ απέραντη αγάπη για τον κόσμο,
απέραντη σαν τα χωράφια που έζησα μικρός.
Μα κάθε μέρα που περνά, όσο την έχω ανάγκη,
τόσο μακριά με διώχνει και μαντήλι μου κουνά.
Αγάπη.... αγάπη....

Αργότερα, σε αίθουσες φτιαγμένες μόνο για χορό
ευρέθηκα να παίζω.
Με μια κιθάρα απ’ τις φτηνές και ρεπερτόριο διεθνές,
εμένα να προδίδω.
Μάγκες, προστάτες κι αδερφές στις παλιωμένες μου χορδές
το άχτι τους να βγάζουν,
Κι ο εφιάλτης μου ζεστός μ’ ακολουθεί σαν κυνηγός
μαζί του για να ζήσω.

Μάθημα που διδάχτηκα δεν θέλησα να δώσω
κι έτσι ο εαυτός μου θα‘ναι πάντα ανοιχτός.
Και η ψυχή μου απέραντο χωράφι και μεγάλο
που σπέρνει ο καθένας και μου παίρνει τον καρπό.

Όταν στρατιώτη με πήραν, μου μάθαν να ζω μοναχός.
Και με ασκήσεις σε λόφους μου δείξαν πώς να‘μαι σκληρός,
να αντέχω...

Αντέχω στην πείνα και ζω με τη δίψα, αντέχω παντού.
Η σκέψη μου όμως την ψυχή μου πληγώνει, με έλκος διαρκές την πεθαίνει,
την πεθαίνει...

Πόσες φορές πριν φτάσω εδώ δεν κάθισα να γράψω
λέξεις που, μα την πίστη μου, θ’αλλάζαν το μυαλό.
Και τότε κάποιος έξυπνος του Τύπου και των Μέσων
μού ‘λεγε «αυτό είναι ποίηση, δεν είν’ εμπορικό».

Σε κείνα τα Απέραντα Χωράφια αν είχε ζήσει,
αν τα’ χε δει έστω για λίγο ο έξυπνος αυτός,
θα ‘ξερε πως η ποίηση που δίνει εκεί η φύση
είναι κι ο μεγαλύτερος εμπορικός καρπός.

Βάρη που λυγίζουνε και γιγάντων πόδια δεν τα θέλω εγώ.
Άγχη κι αγωνίες, ψέμματα, εικασίες, μακριά από δω.
Τούτον τον κόσμο μικρός τον ενόμιζα αλλιώς,
τούτον τον κόσμο μικρός τον φαντάστηκα αλλιώς.

Σαν να δύει ο ήλιος είναι η πορεία τούτης της γιορτής,
ο αλκοολικός που απ’ το μεθύσι παίρνει αίσθηση ζωής.
Θεοί, ένα τείχος να χτίσετε τώρα μπρος στις πόλεις,
απ’ τα χωράφια αν θα’ρθουνε να πείτε πως αρρώστια τρώει τον κόσμο.

Και συ που στο στόμα φέρνεις το τσιγάρο μ’ ηδονή
κάπως έτσι έχεις ζήσει μιαν ολόκληρη ζωή.
Και νομίζεις πως θ’ αλλάξει αν μ’ αυτήν συμβιβαστείς
ψευδαισθήσεις όμως θα‘χεις, ψευδαισθήσεις θα γευτείς.
Γιατί αν έβλεπες για λίγο τι συμβαίνει γύρω μου,
θα πνιγόσουν απ’ το άγχος που γεννιέται μέσα μου.
Γέρος είμαι από τώρα που ‘μαι 23 χρονών
και συ ανάβεις άλλο ένα εις υγείαν των κουτών.

Μη ρωτάς λοιπόν για που πηγαίνω, μη ρωτάς για που τραβώ.
Ρώτα μόνο αν αφήνω κάτι από εμένα εδώ.

Στο δωμάτιό μου θα‘βρεις 13 ποιήματα,
όλα λεν’ για την αγάπη, όμως νόημα τίποτα.

Τούτη η πάλη λέει σ’ άλλον ότι είναι ζωντανός,
μα σε μένανε θυμίζει πώς γεννιέται ο νεκρός.

Μόνος ήμουνα και θα‘μαι, μόνος έζησα και ζω.
Κι αν τις νύχτες δεν κοιμάμαι είναι γιατί μένω εδώ...

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

Changing Of The Guards

Δεκαέξι χρόνια ατέλειωτα
ή μήπως τριανταδύο
η τράπουλα είναι ακόμη κλειστή
και τα χαρτιά κρυφά.
Αλλά η τύχη με καλεί
και ποιος μπορεί να της ξεφύγει;
Βάζω τα ρούχα μου
και μια κάπα,
κρύβω το πρόσωπό μου
και παίρνω το δρόμο μου
για την τελευταία αποστολή μου.
Τη βλέπω, το πρόσωπό της
χλωμό στο σεληνόφως,
και της χαμογελώ!
Πίνω μια γουλιά νερό
και την ακολουθώ.
Γύρω μου χάος, καταστροφή,
μετανοούσες μάγισσες κι αβάπτιστοι ιερείς,
όλοι γύρω απ'την πηγή,
χορεύοντας, γελώντας.
Το παλάτι άδειο,
οι καθρέπτες γυμνοί,
οι αντανακλάσεις εγκαταλείπουν
τα άδεια δωμάτια,
οι άγγελοι δεν τραγουδούν πια.
Με ξυπνά απότομα,
ανοίγω τα μάτια μου,
μου χαμογελά!
Τι κάνουμε τώρα; με ρωτά
και μου δείχνει τα δεσμά της.
Σηκώνομαι και τραβώ τις αλυσίδες,
μόνο για να διαπιστώσω
ότι τα δεσμά είναι πλέον και δικά μου.
Σταματά, γυρνά προς το πλήθος κι αναφωνεί:
Αγαπητοί, ήρθε η ώρα να αποφασίσετε,
σας έδωσα ότι μπορούσα
αλλά δεν κρατώ πλέον τα χαρτιά της τράπουλας.
Ετοιμαστείτε λοιπόν για την εξαφάνισή σας
ή απλά για την αλλαγή φρουράς!
Όπως και να'χει,
η ειρήνη επί γης είναι προ των πυλών,
πύρινη κι αδίστακτη!
Την κυττάζω κατάματα,
τα μάτια της υγρά κι αδίστακτα.
Βγάζω το καπέλο μου
κι υποκλίνομαι,
τη φιλώ,
κι αποχωρώ!

Επιρροές Δύλανος! Κι ακολουθούν διάφορες εκδοχές του εν λόγω πονήματος με πρώτη αγαπημένη, θα έλεγα ευθαρσώς, εκ των Λάνγκ και Γουίτλεως ακολουθούμενη σε απόσταση αναπνοής εκ ταύτης της κυρίας Σμίθ. Οι λοιπές κυρίως για εγκυκλοπαιδικούς λόγους. Με εξαίρεση φυσικά την τούτη πηγαίαν του Δύλανος...



Sixteen years,
Sixteen banners united over the field
Where the good shepherd grieves.
Desperate men, desperate women divided,
Spreading their wings 'neath the falling leaves.

Fortune calls.
I stepped forth from the shadows, to the marketplace,
Merchants and thieves, hungry for power, my last deal gone down.
She's smelling sweet like the meadows where she was born,
On midsummer's eve, near the tower.

The cold-blooded moon.
The captain waits above the celebration
Sending his thoughts to a beloved maid
Whose ebony face is beyond communication.
The captain is down but still believing that his love will be repaid.

They shaved her head.
She was torn between Jupiter and Apollo.
A messenger arrived with a black nightingale.
I seen her on the stairs and I couldn't help but follow,
Follow her down past the fountain where they lifted her veil.

I stumbled to my feet.
I rode past destruction in the ditches
With the stitches still mending 'neath a heart-shaped tattoo.
Renegade priests and treacherous young witches
Were handing out the flowers that I'd given to you.

The palace of mirrors
Where dog soldiers are reflected,
The endless road and the wailing of chimes,
The empty rooms where her memory is protected,
Where the angels' voices whisper to the souls of previous times.

She wakes him up
Forty-eight hours later, the sun is breaking
Near broken chains, mountain laurel and rolling rocks.
She's begging to know what measures he now will be taken.
He's pulling her down and she's clutching on to his long golden locks.

Gentleman, he said,
I don't need your organization, I've shined your shoes,
I've moved your mountains and marked your cards
But Eden is burning, either brace yourself for elimination
Or else your hearts must have the courage for the changing of the guards.

Peace will come
With tranquility and splendor on the wheels of fire
But will bring us no reward when her false idols fall
And cruel death surrenders with its pale ghost retreating
Between the King and the Queen of Swords.
 
A magnificent version by Patty Smith

 
A Finnish version
 
 
A black version

 
Amnesty Onternational
 

The first version


Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

Αυτή είναι η Ζωή Σου!

Η Ζωή σου είναι δική Σου.
Και μην αφήσεις κανένα να το αμφισβητήσει αυτό.
Ακόμη κι αν δεν έχεις λεφτά, ούτε ρούχα,
Κι αν δεν έχεις που να μείνεις,
Δεν έχεις πατρίδα, ούτε φίλους.
Ακόμη κι αν δεν έχεις οικογένεια, ούτε Θεό,
Αν δεν έχεις κρασάκι και τσιγάρα.
Ακόμη κι αν δεν έχεις τίποτα!
Θυμήσου!
Έχεις τα χέρια σου, τα πόδια σου,
Τα μαλλιά σου και το μυαλό σου,
Τα μάτια σου και τα αυτιά σου,
Τα βυζιά σου, το μουνί και την ψωλή σου,
Την καρδιά σου και την ψυχή σου.
Είσαι ζωντανός!
Μπορεί να μην νικήσεις το θάνατο τελικά,
Αλλά όσο ζεις, νικάς!
Κι όσο πιο πολύ μαθαίνεις να ζεις,
Τόσο πιο ελεύθερη είσαι,
Τόσο πιο υπέρηχη!
Η Ζωή σου είναι δική Σου!
Για όσο ακόμη Την έχεις!



your life is your life
don’t let it be clubbed into dank submission.
be on the watch.
there are ways out.
there is a light somewhere.
it may not be much light but
it beats the darkness.
be on the watch.
the gods will offer you chances.
know them.
take them.
you can’t beat death but
you can beat death in life, sometimes.
and the more often you learn to do it,
the more light there will be.
your life is your life.
know it while you have it.
you are marvellous
the gods wait to delight
in you.







Ain't got no home, ain't got no shoes
Ain't got no money, ain't got no class
Ain't got no friends, ain't got no schooling
Ain't got no work, ain't got no job
Ain't got no money and no place to stay

Ain't got no father, ain't got no mother
Ain't got no children, ain't got no sisters or brothers
Ain't got no earth, ain't got no faith
Ain't got no judge, ain't got no God
Ain't got no love

Ain't got no wine, no cigarettes
No clothes, no country
No class, no schooling
No friends, no nothing
Ain't got no God, ain't got one more...
Ain't got no earth, no water
No food, no home
I said I ain't got no clothes, no job
No nothing, I ain't got nothing to live
And I ain't got no love

Oh what have I got?Oh what have I got?
Let me tell what I got
That nobody can take away, unless I want to...

I got my hair, my head
My brains, my ears
My eyes, my nose
And my mouth, I got my smile
I got my tongue, my chin
My neck, my boobies
My heart, my soul
And my back, I got my sex


I got my arms, my hands
My fingers, my legs
My feet, my toes
And my liver, got my blood

I've got life, I've got laughs
I've got headaches, toothaches and bad times (?) like you

I got my hair, my head
My brains, my ears
My eyes, my nose
And my mouth, I got my smile
I got my tongue, my chin
My neck, my boobies
My heart, my soul
And my back, I got my sex

I got my arms, my hands
My fingers, my legs
My feet, my toes
And my liver, got my blood

I've got life, I've got my freedom
My heart, I've got the life...

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

Επικαιρότητα

   Οι εκλογές λοιπόν τέλειωσαν, τα προεκλογικά πάθη κατευνάζουν σιγά – Σιγά, αλλά οι προεκλογικές δεσμεύσεις και υποσχέσεις παραμένουν και επιτακτικά ζητούν υλοποίηση και επαλήθευση.   Και επειδή εδώ που φτάσαμε, τα ευκόλως εννοούμενα δε παραλείπονται, καθώς και τα ευκόλως παραλειπόμενα  δεν εννοούνται, ας ξεκαθαρίσω τη θέση μου… Για τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, δεν έχω να σχολιάσω και πολλά πράγματα, γιατί καμένα χαρτιά ήταν και καμένα χαρτιά θα παραμείνουν. 
  Τα σχόλια μου θα επικεντρωθούν λοιπόν στο χώρο της ανανεωτικής αριστεράς, στον οποίο και έστρεψα τις όποιες μου ελπίδες… Και δεν είμαι ο μόνος…  Αφού λοιπόν μετά από 22 περίπου χρόνια προβληματικής συμβίωσης με τους “ριζοσπάστες”, o χώρος αυτονομήθηκε και πάλι, αποκτώντας ξανά μία αυτοτελή υπόσταση, ακούσαμε με ενδιαφέρον τη προεκλογική του πρόταση, που μιλούσε για μεταρρυθμίσεις  αλλά και σταδιακή απαγκίστρωση, με κάποια όμως  πρώτα άμεσα μέτρα, όπως επαναφορά συλλογικών και κλαδικών συμβάσεων, μη υλοποίηση της δέσμευσης για μέτρα 11,5 δις στα επόμενα δύο χρόνια και εύρεση ισοδύναμων που δε θα προκύπτουν  από φόρους και μειώσεις…  Και πάνω από όλα, έναρξη επαναδιαπραγμάτευσης με τους εταίρους και δανειστές μας…
  Αντί αυτού όμως, κατά το εικοσαήμερο μέχρι τις προγραμματικές δηλώσεις, διαμορφώθηκε ένα κλήμα, ότι πρώτα θα πρέπει να υλοποιήσουμε μέρος της λάθους πολιτικής, προκειμένου να δείξουμε ότι ήμαστε αξιόπιστοι και μετά να ζητήσουμε το οτιδήποτε.  Και αυτό διατυπώθηκε από τα πλέον επίσημα χείλη, εκείνα του υπουργού οικονομικών…  Ναι αλλά αυτά δε τα είπαμε προεκλογικά…  Μιλούσαμε για κάποια πρώτα άμεσα μέτρα…. Τι να το κάνω για παράδειγμα να επανέλθουν οι συμβάσεις και η μετενέργεια όταν θα έχουν λήξει όλες οι υπάρχουσες  συμβάσεις, οι μισθοί και οι σχέσεις εργασίας θα έχουν οδηγηθεί στα τάρταρα και η ύφεση της  χώρα θα καταγράφει για πολλοστή φορά  νέο παγκόσμιο ρεκόρ καταρρίπτοντας το δικό της  προηγούμενο…
  Προεκλογικά επίσης μιλούσαμε για κυβέρνηση με προοδευτικό πρόσημο… Ο Ευριπίδης Στηλιανίδης  (μη χέσω) αποτελεί ένδειξη προοδευτισμού;  Επίσης είχαμε διατυπώσει και τις αριστερές μας θέσεις, με βάση τον ανθρωπισμό, στο μεταναστευτικό. Χθες κάτι άκουσα από τον Πρωθυπουργό για νέο νόμο… Δηλαδή ο νόμος Ραγκούση δε μας κάνει;  Δε πρέπει ας πούμε τα παιδιά μεταναστών που γεννήθηκαν μεγάλωσαν και ενηλικιώθηκαν εδώ να παίρνουν Ελληνική ιθαγένεια;
  Μιλήσαμε επίσης για  μείωση φορολογικών συντελεστών, αλλά τα μαζεμένα για παράδειγμα τριών χρόνων τέλη ακινήτων έρχονται… Και δε βλέπω κάποια κίνηση για να αποτραπεί… Κάτι ευκολίες πληρωμής αλλά Κοτσόβολος ανακοινώθηκαν… 
  Σταματάω εδώ για σήμερα και περιμένω…
ΥΓ1. Φώτη πάρε τον χοντρό και τον μονόφθαλμο αλαμπρατσέτα, χθες, και πηγαίνετε να επαναδιαπραγματευθείτε φέρνοντας για αρχή τουλάχιστον ένα  απτό αποτέλεσμα, γιατί θα φάμε τα μουστάκια μας…
ΥΓ2. Εγώ δεν έχω μουστάκι…
ΥΓ3. Κάτι μαλ… που είπε χθες Τσίπρας ότι μετά την απομάκρυνση από το ταμείο, ουδέν λάθος αναγνωρίζεται, τις ακούω βερεσέ…  Μια χαρά αναγνωρίζεται...  Αν λοιπόν θέλετε να με ξαναδείτε στο μαγαζί κανονιστείτε… 

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

Γραφικόν Ιντερλούδιον (Cult Interlude)

Είναι στιγμές που ο Ορθός Λόγος παραμερίζεται παροδικά και διακριτικά. Αυτές τις στιγμές η χωροχρονική απόσταση αποτελεί ικανή συνθήκη απώθησης της όποιας δυσανεκτικής αντίδρασης. Και τότε η (συγκεκριμένη) γραφικότης, απελευθερωμένη πλέον απ'το αρνητικό της πρόσημο, αποκτά σημαίνον νοσταλγικό συναισθηματικό περιεχόμενο...





Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

Εμετικός Οργασμός

Προσπαθείς να σταθείς όρθιος αλλά είναι αδύνατον. Ξερνάς, στη γωνιά του δωματίου σου, μετά στο δρόμο όπου μόλις έχεις καταφέρει να βγεις, στον πρώτο περαστικό που είχε την τύχη να βρεθεί μπροστά σου. Και συνεχίζεις, τίποτα δεν μπορεί να σε σταματήσει πλέον... Και τότε τη βλέπεις στην επόμενη γωνία του δρόμου. Προσπαθείς να σηκώσεις το βλέμμα σου. Απ'τα χείλη σου ακόμη στάζει ο καθημερινός εμετός της ψυχής σου. Η ανάσα σου βρωμά! Αλλά στ'αρχίδια σου, η ψωλή σου έχει σηκωθεί και το βλέμμα σου δεν ξεκολλά από πάνω της.  Πηγαίνεις προς το μέρος της, την κυττάς λάγνα. Σε βλέπει κι αυτή, μ'ένα  ανάμεικτο βλέμμα λύπησης κι απέχθειας, αλλά δεν το αποστρέφει. Νομίζεις ότι θα βρεις μπροστά σου μια αδελφή του Ελέους. Την στιγμή που την έχεις πλησιάσει και προσπαθείς να της πεις το κομπλιμέντο που έχεις σκεφτεί, ξερνάς ξανά, λούζοντας τα πόδια της, τα σανδάλια της, με τη ζοφερή έμεσή σου. Σε κυττά με λύπηση, σε σηκώνει και σκουπίζει το στόμα σου από τις τοξίνες της ψυχής σου. Μέχρι που είναι έτοιμη να σε φιλήσει, όταν όλα σβήνουν από μπροστά σου. Βγάζεις το μαχαίρι σου και απαλά της ανοίγεις το λαιμό. Το ζεστό, αχνιστό αίμα της πέφτει απλόχερα στο πρόσωπό σου. Ξυπνάς απ'τον εφιάλτη και νιώθεις ξανά ζωντανός όσο αυτή ξεψυχά μπροστά στα πόδια σου. Όχι απλά ζωντανός, αλλά το βρακί σου έχει υγρανθεί από το αχνίζον σπέρμα σου. Ο οργασμός σου είναι άμεσος, έντονος κι αληθινός. Πέφτεις σε έκσταση! Όταν συνέρχεσαι τη βλέπεις νεκρή, λευκή, μπροστά στα πόδια σου...

Και χαμογελάς. Η ζωή σου απέκτησε ξανά νόημα!

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Africadelic - Manu Dibango (1972)

Συνειδητοποίησα πρόσφατα ότι το Africadelic αποτελεί ένα ιδιαίτερο άλμπουμ για μένα. Αν, για παράδειγμα, με ρωτούσαν μια απ'τις κοινότυπες ερωτήσεις "αν ήσουν μόνος σ'ένα έρημο νησί, ποιο/ποια άλμπουμ θα διάλεγες να έχεις μαζί σου", δε νομίζω ότι θα σκεφτόμουν συνειδητά σ'αυτό. Και λέω συνειδητά, διότι αν στεκόμουν μπροστά στη μουσική συλλογή μου θα το διάλεγα σίγουρα χωρίς όμως να το σκεφτώ, ούτε καν να το δω. Αυτό ακριβώς που κάνω και στην καθημερινότητά μου. Αρκετά συχνά στέκομαι μπροστά στα άλμπουμ μου να βρω τι θα ακούσω και το χέρι μου πάει ασυναίσθητα σ'αυτό. Κι αυτό συμβαίνει χρόνια τώρα...

Νομίζω ότι αυτό συμβαίνει, τουλάχιστο σ'ότι με αφορά, διότι καταφέρνει να έχει πάντα το ίδιο αποτέλεσμα πάνω μου, ανεξάρτητα συναισθηματικής κατάστασης, είτε είμαι συγχυσμένος, θλιμμένος, εύθυμος, χαρούμενος, αδιάφορος. Και το αποτέλεσμα αυτό είναι, όχι να με πάει σ'έναν άλλον κόσμο όπως μπορεί να συμβαίνει συχνά με άλλα δυνατά ακούσματα, αλλά να με διατηρεί σ'επαφή με αυτόν τον κόσμο αλλά δίνοντας μου μια άλλη δυναμική, μιαν άλλην αντιμετώπισή του, πιο αισιόδοξη και ταυτόχρονα ρεαλιστική. Ζω μια πραγματικότητα ευχάριστη ακούγοντας αυτό το άλμπουμ βάζοντας τις όποιες υποχρεώσεις και δυσκολίες της καθημερινότητας στη θέση που τους αρμόζει μέσα στη ζωή μου. Κατά κάποιο τρόπο διαλύει τις όποιες αυταπάτες και παρερμηνείες χωρίς όμως να αρνείται τις δυσκολίες. Βασικά φέρνει μια αισιόδοξη ρεαλιστική ισορροπία.

Ίσως τελικά γι'αυτό δε θα το διάλεγα συνειδητά να το πάρω μαζί μου στο έρημο νησί. Εκεί θα είχα περισσότερο ανάγκη να ξεφύγω σε άλλους κόσμους, φανταστικούς...

1. The Panther


2. Soul Fiesta


3. Africadelic


4. African Battle


5. Black Beauty


6. African Carnaval


7. Moving Waves


8. Afro-Soul


9. Oriental Sunset


10. Monkey Beat


11. Wa-Wa


12. Percusiion Storm

Σάββατο, 9 Ιουνίου 2012

Frank Zappa - College Lecture (1975)

 Frank Zappa Lecturing at the Gifford Auditorium, Syracuse University on 23rd April 1975 along with George Duke and Captain Beefhart about the Music Business and Music in general.

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2012

Ουρλιαχτό (Howl) - Allen Ginsberg

 
 
For Carl Solomon

I

I saw the best minds of my generation destroyed by madness, starving hysterical naked,

dragging themselves through the negro streets at dawn looking for an angry fix,

angelheaded hipsters burning for the ancient heavenly connection to the starry dynamo in the machinery of night,

who poverty and tatters and hollow-eyed and high sat up smoking in the supernatural darkness of cold-water flats floating across the tops of cities contemplating jazz,

who bared their brains to Heaven under the El and saw Mohammedan angels staggering on tenement roofs illuminated,

who passed through universities with radiant eyes hallucinating Arkansas and Blake-light tragedy among the scholars of war,

who were expelled from the academies for crazy & publishing obscene odes on the windows of the skull,

who cowered in unshaven rooms in underwear, burning their money in wastebaskets and listening to the Terror through the wall,

who got busted in their pubic beards returning through Laredo with a belt of marijuana for New York,

who ate fire in paint hotels or drank turpentine in Paradise Alley, death, or purgatoried their torsos night after night

with dreams, with drugs, with waking nightmares, alcohol and cock and endless balls,

incomparable blind streets of shuddering cloud and lightning in the mind leaping towards poles of Canada & Paterson, illuminating all the motionless world of Time between,

Peyote solidities of halls, backyard green tree cemetery dawns, wine drunkenness over the rooftops, storefront boroughs of teahead joyride neon blinking traffic light, sun and moon and tree vibrations in the roaring winter dusks of Brooklyn, ashcan rantings and kind king light of mind,

who chained themselves to subways for the endless ride from Battery to holy Bronx on benzedrine until the noise of wheels and children brought them down shuddering mouth-wracked and battered bleak of brain all drained of brilliance in the drear light of Zoo,

who sank all night in submarine light of Bickford's floated out and sat through the stale beer afternoon in desolate Fugazzi's, listening to the crack of doom on the hydrogen jukebox,

who talked continuously seventy hours from park to pad to bar to Bellevue to museum to the Brooklyn Bridge,

a lost batallion of platonic conversationalists jumping down the stoops off fire escapes off windowsills off Empire State out of the moon

yacketayakking screaming vomiting whispering facts and memories and anecdotes and eyeball kicks and shocks of hospitals and jails and wars,

whole intellects disgorged in total recall for seven days and nights with brilliant eyes, meat for the Synagogue cast on the pavement,

who vanished into nowhere Zen New Jersey leaving a trail of ambiguous picture postcards of Atlantic City Hall,

suffering Eastern sweats and Tangerian bone-grindings and migraines of China under junk-withdrawal in Newark's bleak furnished room,

who wandered around and around at midnight in the railway yard wondering where to go, and went, leaving no broken hearts,

who lit cigarettes in boxcars boxcars boxcars racketing through snow toward lonesome farms in grandfather night,

who studied Plotinus Poe St John of the Cross telepathy and bop kabbalah because the universe instinctively vibrated at their feet in Kansas,

who loned it through the streets of Idaho seeking visionary indian angels who were visionary indian angels,

who thought they were only mad when Baltimore gleamed in supernatural ecstasy,

who jumped in limousines with the Chinaman of Oklahoma on the impulse of winter midnight streetlight smalltown rain,

who lounged hungry and lonesome through Houston seeking jazz or sex or soup, and followed the brilliant Spaniard to converse about America and Eternity, a hopeless task, and so took ship to Africa,

who disappeared into the volcanoes of Mexico leaving nothing behind but the shadow of dungarees and the larva and ash of poetry scattered in fireplace Chicago,

who reappeared on the West Coast investigating the FBI in beards and shorts with big pacifist eyes sexy in their dark skin passing out incomprehensible leaflets,

who burned cigarette holes in their arms protesting the narcotic tobacco haze of Capitalism, who distributed Supercommunist pamphlets in Union Square weeping and undressing while the sirens of Los Alamos wailed them down, and wailed down Wall, and the Staten Island ferry also wailed,

who broke down crying in white gymnasiums naked and trembling before the machinery of other skeletons,

who bit detectives in the neck and shrieked with delight in policecars for committing no crime but their own wild cooking pederasty and intoxication,

who howled on their knees in the subway and were dragged off the roof waving genitals and manuscripts,

who let themselves be fucked in the ass by saintly motorcyclists, and screamed with joy,

who blew and were blown by those human seraphim, the sailors, caresses of Atlantic and Caribbean love,

who balled in the morning in the evenings in rosegardens and the grass of public parks and cemeteries scattering their semen freely to whomever come who may,

who hiccuped endlessly trying to giggle but wound up with a sob behind a partition in a Turkish Bath when the blond & naked angel came to pierce them with a sword,

who lost their loveboys to the three old shrews of fate the one eyed shrew of the heterosexual dollar the one eyed shrew that winks out of the womb and the one eyed shrew that does nothing but sit on her ass and snip the intellectual golden threads of the craftsman's loom,

who copulated ecstatic and insatiate and fell off the bed, and continued along the floor and down the hall and ended fainting on the wall with a vision of ultimate cunt and come eluding the last gyzym of consciousness,

who sweetened the snatches of a million girls trembling in the sunset, and were red eyed in the morning but were prepared to sweeten the snatch of the sunrise, flashing buttocks under barns and naked in the lake,

who went out whoring through Colorado in myriad stolen night-cars, N.C., secret hero of these poems, cocksman and Adonis of Denver—joy to the memory of his innumerable lays of girls in empty lots & diner backyards, moviehouses' rickety rows, on mountaintops in caves or with gaunt waitresses in familiar roadside lonely petticoat upliftings & especially secret gas-station solipsisms of johns, & hometown alleys too,

who faded out in vast sordid movies, were shifted in dreams, woke on a sudden Manhattan, and picked themselves up out of basements hungover with heartless Tokay and horrors of Third Avenue iron dreams & stumbled to unemployment offices,

who walked all night with their shoes full of blood on the snowbank docks waiting for a door in the East River to open full of steamheat and opium,

who created great suicidal dramas on the appartment cliff-banks of the Hudson under the wartime blue floodlight of the moon & their heads shall be crowned with laurel in oblivion,

who ate the lamb stew of the imagination or digested the crab at the muddy bottom of the rivers of the Bowery,

who wept at the romance of the streets with their pushcarts full of onions and bad music,

who sat in boxes breathing in the darkness under the bridge, and rose up to build harpsichords in their lofts, who coughed on the sixth floor of Harlem crowned with flame under the tubercular sky surrounded by orange crates of theology,

who scribbled all night rocking and rolling over lofty incantations which in the yellow morning were stanzas of gibberish,

who cooked rotten animals lung heart feet tail borsht & tortillas dreaming of the pure vegetable kingdom,

who plunged themselves under meat trucks looking for an egg,

who threw their watches off the roof to cast their ballot for an Eternity outside of Time, & alarm clocks fell on their heads every day for the next decade,

who cut their wrists three times successively unsuccessfully, gave up and were forced to open antique stores where they thought they were growing old and cried,

who were burned alive in their innocent flannel suits on Madison Avenue amid blasts of leaden verse & the tanked-up clatter of the iron regiments of fashion & the nitroglycerine shrieks of the fairies of advertising & the mustard gas of sinister intelligent editors, or were run down by the drunken taxicabs of Absolute Reality,

who jumped off the Brooklyn Bridge this actually happened and walked away unknown and forgotten into the ghostly daze of Chinatown soup alleyways & firetrucks, not even one free beer,

who sang out of their windows in despair, fell out of the subway window, jumped in the filthy Passaic, leaped on negroes, cried all over the street, danced on broken wineglasses barefoot smashed phonograph records of nostalgic European 1930s German jazz finished the whiskey and threw up groaning into the bloody toilet, moans in their ears and the blast of colossal steamwhistles,

who barreled down the highways of the past journeying to each other's hotrod-Golgotha jail-solitude watch Birmingham jazz incarnation,

who drove crosscountry seventytwo hours to find out if I had a vision or you had a vision or he had a vision to find out Eternity,

who journeyed to Denver, who died in Denver, who came back to Denver & waited in vain, who watched over Denver & brooded & loned in Denver and finally went away to find out the Time, & now Denver is lonesome for her heroes,

who fell on their knees in hopeless cathedrals praying for each other's salvation and light and breasts, until the soul illuminated its hair for a second,

who crashed through their minds in jail waiting for impossible criminals with golden heads and the charm of reality in their hearts who sang sweet blues to Alcatraz,

who retired to Mexico to cultivate a habit, or Rocky Mount to tender Buddha or Tangiers to boys or Southern Pacific to the black locomotive or Harvard to Narcissus to Woodlawn to the daisychain or grave,

who demanded sanity trials accusing the radio of hypnotism & were left with their insanity & their hands & a hung jury,

who threw potato salad at CCNY lecturerson Dadaism and subsequently presented themselves on the granite steps of the madhouse with the shaven heads and harlequin speech of suicide, demanding instantaneous lobotomy,

and who were given instead the concrete void of insulin Metrazol electricity hydrotherapy psychotherapy occupational therapy pingpong & amnesia,

who in humorless protest overturned only one symbolic pingpong table, resting briefly in catatonia,

returning years later truly bald except for a wig of blood, and tears and fingers, to the visible madman doom of the wards of the madtowns of the East,

Pilgrim State's Rockland's and Greystone's foetid halls, bickering with the echoes of the soul, rocking and rolling in the midnight solitude-bench dolmen-realms of love, dream of life a nightmare, bodies turned to stone as heavy as the moon,

with mother finally *****, and the last fantastic book flung out of the tenement window, and the last door closed at 4 A.M. and the last telephone slammed at the wall in reply and the last furnished room emptied down to the last piece of mental furniture, a yellow paper rose twisted on a wire hanger on the closet, and even that imaginary, nothing but a hopeful little bit of hallucination—

ah, Carl, while you are not safe I am not safe, and now you're really in the total animal soup of time—

and who therefore ran through the icy streets obsessed with a sudden flash of the alchemy of the use of the ellipse the catalog the meter & the vibrating plane,

who dreamt and made incarnate gaps in Time & Space through images juxtaposed, and trapped the archangel of the soulbetween 2 visual images and joined the elemental verbs and set the noun and dash of consciousness together jumping with sensation of Pater Omnipotens Aeterna Deus

to recreate the syntax and measure of poor human prose and stand before you speechless and intelligent and shaking with shame, rejected yet confessing out the soul to conform to the rhythm of thought in his naked and endless head,

the madman bum and angel beat in Time, unknown, yet putting down here what might be left to say in time come after death,

and rose incarnate in the ghostly clothes of jazz in the goldhorn shadow of the band and blew the suffering of America's naked mind for love into an eli eli lamma lamma sabacthani saxophone cry that shivered the cities down to the last radio

with the absolute heart of the poem butchered out of their own bodies good to eat a thousand years.


II

What sphinx of cement and aluminium bashed open their skulls and ate up their brains and imagination?

Moloch! Solitude! Filth! Ugliness! Ashcans and unobtainable dollars! Children screaming under the stairways! Boys sobbing in armies! Old men weeping in the parks!

Moloch! Moloch! Nightmare of Moloch! Moloch the loveless! Mental Moloch! Moloch the heavy judger of men!

Moloch the incomprehensible prison! Moloch the crossbone soulless jailhouse and Congress of sorrows! Moloch whose buildings are judgement! Moloch the vast stone of war! Moloch the stunned governments!

Moloch whose mind is pure machinery! Moloch whose blood is running money! Moloch whose fingers are ten armies! Moloch whose breast is a cannibal dynamo! Moloch whose ear is a smoking tomb!

Moloch whose eyes are a thousand blind windows! Moloch whose skyscrapers stand in the long streets like endless Jehovas! Moloch whose factories dream and choke in the fog! Moloch whose smokestacks and antennae crown the cities!

Moloch whose love is endless oil and stone! Moloch whose soul is electricity and banks! Moloch whose poverty is the specter of genius! Moloch whose fate is a cloud of sexless hydrogen! Moloch whose name is the Mind!

Moloch in whom I sit lonely! Moloch in whom I dream angels! Crazy in Moloch! Cocksucker in Moloch! Lacklove and manless in Moloch!

Moloch who entered my soul early! Moloch in whom I am a consciousness without a body! Moloch who frightened me out of my natural ecstasy! Moloch whom I abandon! Wake up in Moloch! Light streaming out of the sky!

Moloch! Moloch! Robot apartments! invisable suburbs! skeleton treasuries! blind capitals! demonic industries! spectral nations! invincible madhouses! granite cocks! monstrous bombs!

They broke their backs lifting Moloch to Heaven! Pavements, trees, radios, tons! lifting the city to Heaven which exists and is everywhere about us!

Visions! omens! hallucinations! miracles! ecstacies! gone down the American river!

Dreams! adorations! illuminations! religions! the whole boatload of sensitive bullshit!

Breakthroughs! over the river! flips and crucifixions! gone down the flood! Highs! Epiphanies! Despairs! Ten years' animal screams and suicides! Minds! New loves! Mad generation! down on the rocks of Time!

Real holy laughter in the river! They saw it all! the wild eyes! the holy yells! They bade farewell! They jumped off the roof! to solitude! waving! carrying flowers! Down to the river! into the street!


III

Carl Solomon! I'm with you in Rockland

         where you're madder than I am

I'm with you in Rockland

         where you must feel strange

I'm with you in Rockland

         where you imitate the shade of my mother

I'm with you in Rockland

         where you've murdered your twelve secretaries

I'm with you in Rockland

         where you laugh at this invisible humour

I'm with you in Rockland

         where we are great writers on the same dreadful typewriter

I'm with you in Rockland

         where your condition has become serious and is reported on the radio

I'm with you in Rockland

         where the faculties of the skull no longer admit the worms of the senses

I'm with you in Rockland

         where you drink the tea of the breasts of the spinsters of Utica

I'm with you in Rockland

         where you pun on the bodies of your nurses the harpies of the Bronx

I'm with you in Rockland

         where you scream in a straightjacket that you're losing the game of actual pingpong of the abyss

I'm with you in Rockland

         where you bang on the catatonic piano the soul is innocent and immortal it should never die ungodly in an armed madhouse

I'm with you in Rockland

         where fifty more shocks will never return your soul to its body again from its pilgrimage to a cross in the void

I'm with you in Rockland

         where you accuse your doctors of insanity and plot the Hebrew socialist revolution against the fascist national Golgotha

I'm with you in Rockland

         where you will split the heavens of Long Island and resurrect your living human Jesus from the superhuman tomb

I'm with you in Rockland

         where there are twentyfive thousand mad comrades all together singing the final stanzas of the Internationale

I'm with you in Rockland

         where we hug and kiss the United States under our bedsheets the United States that coughs all night and won't let us sleep

I'm with you in Rockland

         where we wake up electrified out of the coma by our own souls' airplanes roaring over the roof they've come to drop angelic bombs the hospital illuminates itself   imaginary walls collapse   O skinny legions run outside   O starry-spangled shock of mercy the eternal war is here   O victory forget your underwear we're free

I'm with you in Rockland

         in my dreams you walk dripping from a sea-journey on the highway across America in tears to the door of my cottage in the Western night

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012

Περί Αρχών και νόμων της φύσεως

Η Αρχή του Ντ’ Αλαμπέρ

 Η Αρχή του Ντ΄Αλαμπέρ, συναρπαστικό μυθιστόρημα ιδεών, έχει ως άξονα τη προσωπικότητα και το έργο του μεγάλου Γάλλου μαθηματικού, φυσικού και φιλόσοφου Ντ’ Αλαμπέρ. Με θέμα τα μαθηματικά της Μετανευτώνειας περιόδου και την ιστορία της εγκυκλοπαίδειας, με φόντο το Παρίσι της εποχής του διαφωτισμού, η αρχή του Ντ’ Αλαμπέρ αναπλάθει με μαεστρία το πνευματικό και ιδεολογικό κλίμα του 18ου αιώνα, την εποχή που ορθός λόγος η επιστήμη και η ανεκτικότητα μάχονταν την απολυταρχία τον σκοταδισμό και τη θρησκευτική αδιαλλαξία. Παρελαύνουν μπροστά μας με το μεγαλείο και τη μικρότητα τους, Οι πρωταγωνιστές της εποχής Ντινερό, Βολτέρος, Ρουσσώ. Ζωντανεύουν τα φιλολογικά σαλόνια της προεπαναστατικής περιόδου, οι ίντριγκες, οι Πλατωνικοί και λιγότερο Πλατωνικοί έρωτες της θνήσκουσας αριστοκρατίας. Παρακολουθούμε τη συγκινητική στον ενθουσιασμό της, πλην όμως, αφελή στην απολυτότητα της, πίστη της θριαμβεύοντας αστικής τάξης στη δύναμη της επιστήμης.

Η Αρχή του Νταλαβέρ…

Η Αρχή του Νταλαβέρ, συναρπαστική και κακόγουστη ιστορία φαιδρότητας, έχει ως άξονα τις ανεπαρκείς προσωπικότητες και το καταστροφικό έργο, των ευρωπαίων πολιτικών ηγετών, με θέμα, του πως μπορεί κανείς να καταστρέψει τον αγώνα και τη προσπάθεια 40 και πλέον χρόνων για μια ενωμένη ήπειρο όπου το κοινό συμφέρον και η ευημερία των πολιτών αποτέλεσαν κάποτε το όραμα για τους εμπνευστές της. Η Αρχή του Νταλαβέρ αναπαράγει ως κακόγουστη φάρσα το πνευματικό και ιδεολογικό κλίμα του νέου μεσαίωνα, την εποχή που ο ορθός λόγος ήταν άγνωστη έννοια, η επιστήμη ήταν εχθρός, η ανεκτικότητα αποτελούσε αιρετική και καταδικαστέα προσέγγιση της ζωής, βασιλεύοντας τελικά ο σκοταδισμός και η δογματική αδιαλλαξία. Παρελαύνουν μπροστά μας με τη μικρότητα και την ανεπάρκεια του οι Πρωταγωνιστές της εποχής, Μέρκελ, Σόιμπλε, Σαρκοζί, Μόντι και Παπαδημοπικραμένος. Ζωντανεύουν οι σκελετοί από τα ντουλάπια της πλέον συντηρητικής περιόδου, οι ίντριγκες, ενώ κανένας έρωτας δε μπορεί να ζωντανέψει λόγο της ανεραστικότητας των προαναφερθεισών και των προαναφερθέντων. Παρακολουθούμε τη τραγική στον πανικό της, πλην όμως, αποκοιμισμένη και παραπληροφορημένη μεσαία τάξη να χάνει σε λίγα χρόνια τα κεκτημένα αιώνων προκειμένου να μη θιγούν κατεστημένα και αργυραμοιβοί.

 ΥΓ1. Το πρώτο μέρος, είναι από το οπισθόφυλλο του βιβλίου Η αρχή του Ντ’ Αλαμπέρ, του Andrew Crumey, σε μετάφραση Τεύκρου Μιχαηλίδη, όπως αυτό κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΠΟΛΙΣ.
ΥΓ2. Ο Andrew Crumey ας με συγχωρήσει…

Ubiytsy / The Killers (A. Tarkovsky, 1956)

 Η πρώτη ταινία του Ταρκόφσκι, ως φοιτητής, με σενάριο βασισμένο σε κείμενο του Χέμινγουεϊ!

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

Tabula Rasa

Το τελευταίο διάστημα νιώθω ότι θέλω να εκφραστώ, να πω πράγματα. Αλλά όταν πιάνω το στυλό, το χαρτί παραμένει λευκό. Όχι και τόσο ευχάριστο συναίσθημα διότι συσσωρεύονται εντός πολλά, με κίνδυνο, δεν ξέρω, ό,τι κίνδυνο μπορεί να περικλείει αυτό. Ένα ημιτελές γραπτό, όπως ένας ανεκπλήρωτος έρωτας, μια ατελής συνουσία! Αυτοδικαιολογούμαι σκεπτόμενος ότι συνουσία με εαυτόν αποτελεί αυνανισμό. Και καταφεύγω στον πληρωμένο έρωτα, ψάχνοντας αυτά που άλλοι έχουν δημιουργήσει, και με εκφράζουν προς στιγμήν. Είναι κι αυτό μια διέξοδος!

Αλλά ξαναπροσπαθώ να εκφραστώ στο χαρτί. Διότι κάποτε μου είπαν ότι αν πετύχει η μαλακία, τύφλα να'χει το γαμήσι...



In her mourning
In her grave
Don't you miss the way
That she brushed her heavy hair
Oh la la la la la

Acid burned face clowny tear smile
She's the one who made you wild
She made you question all your answers
Made you beg for her forgiveness

Baby girl, don't cry
Momma's gonna buy you a glass eye
And it will glimmer like starlight

She's got no reservations
Ain't got no place to be
He graveyard's in the backyard
Where the meadows used to be

Lord knows my destination
Lord's heard my inner prayer
Mom'll find me by the river
Sunken with her party balloons

Flowers for the ones you loved
Flowers for the lost at sea
Flowers for the ones you loved
Flowers for the lost at sea...

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

Το Τελευταίο Αντίο Στο Κορωπί

Σήμερα δεν έχει μυθοπλασία αλλά μια πραγματική βιωματική εμπειρία σχεδόν... εξωπραγματική.

Κυριακή, 20 Μαΐου 201, περίπου 14:00. Μητροπολιτική Αθήνα, μέσα στο μετρό καθοδόν για το αεροδρόμιο. Μετά από ένα ευχάριστο τριήμερο, η διαδικασία της επιστροφής είναι πάντα λίγο βαρετή. Άντε λίγες ώρες ακόμη και θα είμαι χαλαρός στο μπαλκόνι μου (καιρού επιτρέποντος, Ελβετία γαρ). Οι περισσότερες στάσεις του μετρό αποτελούν πλέον παρελθόν στην παρούσα διαδρομή. Λίγες ακόμη και φτάνουμε στο αεροδρόμιο.

Και ξάφνου κάτι άλλαξε στην τυπική διαδικασία διεκπεραίωσης της Επιστροφής. Ένας αέρας χάιδεψε το πρόσωπό μου, ένας αέρας διαφορετικός. Γύρισα και την είδα. Και διαπίστωσα ότι ο αέρας δεν ήταν απλά απ'τις πόρτες που άνοιξαν, έρχονταν απ'αυτήν. Με το απλό θελκτικό της τζην, το ανάλαφρο φουλάρι στο λαιμό, και τα σπαστά μακριά μελαχρινά της μαλλιά, σήκωσε τα γυαλιά ηλίου και τα μάτια της διασταυρώθηκαν με τα δικά μου για λίγα δευτερόλεπτα. (Μου) χαμογέλασε. Κι η διαδρομή δεν ήταν πλέον βαρετή. Τα πάντα απέκτησαν πιο έντονα χρώματα. Και κυρίως ένιωσα μια γλυκιά ανακούφιση. Η διαδρομή απέκτησε ενδιαφέρον.

Μου ήταν πολύ δύσκολο να πάρω τα μάτια μου από πάνω της αλλά δεν ήθελα να φανώ και πολύ αδιάκριτος οπότε έκανα προσπάθειες να αποτραβώ που και που το βλέμμα μου. Σε μια από αυτές τις στιγμές, όταν γύρισα να τη ξαναδώ, δεν τη βρήκα εκεί. Θα κατέβηκε, σκέφτηκα κι η απογοήτευση άρχισε να με κυριεύει όσο το βλέμμα μου έτρεχε προς αναζήτησή της. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα αγωνίας διαπίστωσα ότι απλά είχε κάτσει πολύ πιο κοντά, και πίσω μου, όπως στεκόμουν όρθιος δίπλα απ'τις πόρτες. Ευφορία και πάλι. Η κοντινή απόσταση μου δημιούργησε μια ευχάριστη ένταση κι ένα ελαφρό μούδιασμα στα λαγόνιά μου αλλά έκανε πιο δύσκολο το να συνεχίσω να τη βλέπω διακριτικά. Σ'ένα απ'τα κλεφτά βλέμματά μου είδα ότι διάβαζε ένα περιοδικό στα γαλλικά. Α, ίσως τελικά να πάει μέχρι το αεροδρόμιο, ακόμη μπορεί να πάρει και το ίδιο αεροπλάνο με μένα για Γενεύη, σκέφτηκα κι η φαντασία μου πήρε να ταξιδεύει. Με ποια αφορμή θα μπορούσα να της μιλήσω, τι θα έλεγα αλλά ακόμη κι η προοπτική ότι πήγαινε κι αυτή Ελβετία με όλες τις πιθανές ευκαιρίες να τη ξανασυναντήσω. Κι όλα αυτά μέχρι την προτελευταία στάση πριν το αεροδρόμιο. Φτάνοντας στο Κορωπί, τη βλέπω να σηκώνεται και να πλησιάζει την πόρτα όπου στεκόμουν.

Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπά, γρήγορα και δυνατά. Το μούδιασμα στα λαγόνια έγινε κόμπος στο στομάχι. Διάολε, δεν μπορεί να κατέβει τώρα... Την ώρα που το μετρό σταματούσε και λίγο πριν ανοίξουν οι πόρτες, σκύβει και με ρωτά: "Περάσαμε την Κάντζα;" Μου κόπηκε η αναπνοή απ'την ένταση, ένας ίλιγγος έκανε τα πάντα τριγύρω να περιστρέφονται, και μάλλον ψέλλισα ένα "τι;". "Περάσαμε την Καντζα" ξανάπε. "Ναι", απάντησα με μια με άηχη φωνή. "Ούτε που το κατάλαβα!", είπε, (μου) χαμογέλασε, έβαλε τα γυαλιά ηλίου της και κατέβηκε. Είχα παραλύσει. Για κλάσματα δευτερολέπτου ένιωθα μια πολύ έντονη επιθυμία να κατέβω κι εγώ κι η φαντασία μου σκηνοθετούσε ταυτόχρονα όλη τη σκηνή. Αλλά δεν μπορούσα να κινηθώ. Οι πόρτες έκλεισαν, το μετρό συνέχισε την πορεία του και τα χρώματα ξεθώριασαν γύρω μου.

Η μαγική στιγμή είχε περάσει, η αναπνοή μου ξανάβρισκε το φυσιολογικό της ρυθμό, η διαδικασίας της επιστροφής συνεχιζόταν. Γιατί δεν κατέβηκα; σκέφτηκα και ξανάπαιξα τη σκηνή στο μυαλό μου. Η ανακοίνωση της άφιξης στο αεροδρόμιο έσβησε και την ονειροπόλησή μου. Ξεκίνησα να περπατώ προς τον τερματικό σταθμό και ταυτόχρονα να σκέφτομαι ότι δεν πειράζει που δεν κατέβηκα. Έζησα μια μαγική εμπειρία, τόσο έντονη, τόσο όμορφη, απ'αυτές που δε ζούμε συχνά. Οπότε θα είχα για πάντα την ανάμνηση της. Άσε που αν κατέβαινα και της μιλούσα, και πηγαίναμε για καφέ, και, και..., η πραγματικότητα θα έσβηνε σιγά-σιγά τη μαγεία. Έτσι συνέχισα ικανοποιημένος το ταξίδι μου.

Όμως αυτή η ικανοποίηση δεν κράτησε και πολύ. Σίγουρα η ζωή δεν μπορεί να είναι όλη μια μαγική στιγμή. Και σίγουρα όσο πιο πολλές μαγικές στιγμές βιώσουμε τόσο πιο ευχάριστη γίνεται η πραγματικότητα μας. Αλλά δεν (πρέπει) να σταματά εκεί. Αν κατέβαινα, και της μιλούσα, και πηγαίναμε για καφέ, και, και..., η μαγεία μπορεί να έσβηνε σιγά-σιγά αλλά θα έδινε τη θέση της σε μια ενδιαφέρουσα πραγματικότητα. Διότι η ζωή δεν είναι μαγεία, δεν είναι τέλεια αλλά μπορεί να γίνει πιο όμορφη όταν μετά την αρχική μαγεία ακολουθήσουν αυτές οι μικρές ατελείς στιγμές, έντονες αλλά πραγματικές!

Κι η ζωή θα είναι πιο όμορφη!

ΥΓ: Σ'ευχαριστώ γι'αυτήν την μαγική εμπειρία, όποια κι αν είσαι, όπου κι αν βρίσκεσαι!



Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Αντίο!

Μια τελευταία προσπάθεια επιχειρήθηκε, μια τελευταία έκκληση στη λογική.



Όμως ο Έλληνας ήταν αποφασισμένος...


Παρασκευή, 4 Μαΐου 2012

Πόρνες

Ένα ακόμη προεκλογικό μήνυμα στο κλίμα των ημερών με τις απαραίτητες φιλοσοφικές και ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις...



Μες της ζωής τις μπόρες ξεθωριάζω
και οι ώρες μου μονάχες με το χρόνο
ένα λουλούδι άλικο στο βάζο
παρέα που την νύχτα ημερώνω
ημερώνω

Πόρνες στης άγιας αλητείας το στρατί
οι αισθήσεις μου παρέα με τα θέλω
Πόρνες της μάνας μου γυρεύω το βυζί
το ψάχνω στης ζωής μου το μπορντέλο

Θυμάμαι πίσω ότι με άφησες εσύ
σκαλίζω της ζωής μου τα κιτάπια
της φαντασίας αναμμένοι οι πυρσοί
σε αδιέξοδο τα όνειρά μου σάπια
τα όνειρά μου σάπια

Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

Κόκκινος Κομήτης

Είπα να βάλω ένα άρθρο πολιτικό σχετικά με τις εκλογές αλλά προτίμησα την αισθητική του Κόκκινου Κομήτη...

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

Βατερλό

Οι μάχες χάθηκαν… Η μία μετά την άλλη… Σήμερα μάλλον χάθηκε κι ο πόλεμος… Η ιστορία ίσως αυτή τη φορά δεν ήταν και τόσο γενναιόδωρη μαζί μας, κι έτσι παρέλειψε να μας στείλει έναν Μιλτιάδη… Παρέλειψε να μας στείλει κι έναν Λεωνίδα, έτσι για να έχουν οι επόμενοι να θυμούνται μια ηρωική πτώση… Ηττημένοι, ντροπιασμένοι και μιάσματα του πλανήτη υπογράφουμε τη συνθηκολόγηση, διαπραγματευόμενοι το μέγεθος της δυστυχίας μας… Πραιτοριανοί και αργυραμοιβοί είναι εδώ και παίρνουν λάφυρο την αξιοπρέπεια και την υπόσταση μας… Ναι τώρα ανήκομεν εις την δύσην… Είμαστε ιδιοκτησία της δηλαδή…
Η ιδεολογία μας έγινε ιδεολόγημα και μετά ιδεοληψία… Γιατί έμεινε στα λόγια… Όταν ήρθε η ώρα των πράξεων, περί άλλων τυρβάζαμε… Και η ευκαιρία για ένα καλύτερο αύριο χάθηκε ανεπιστρεπτί… Εκχωρήσαμε τον όρο πατριώτης στον λαϊκίστικο εθνικισμό… Γιατί ορίσαμε λάθος την έννοια πατρίδα… Γιατί Πατρίδα είμαστε εγώ κι εσύ… Πατρίδα είναι οι αναμνήσεις μας, τα αισθήματα μας, οι χαρές μας, οι λύπες μας, τα όνειρα μας… Όλα αυτά μαζί και καθένα απ’ αυτά μόνο του… Και αυτοί που αυτοονομάστηκαν πατριώτες κατέστρεψαν τη πατρίδα… Δηλαδή όλα τα παραπάνω… Και τώρα όλοι μαζί παρόντες στο δικό μας Βατερλό… Στο δικό μας Βατερλό που έχει ιδιότητα… Αυτή του τεχνοκράτη… Που έχει και ονοματεπώνυμο… Λουκά Παπαδήμο το λένε… Που έχει πολλά πρόσωπα… Τα πρόσωπα όσων μας κυβέρνησαν ή μας συγκυβέρνησαν τα τελευταία 38 χρόνια…. Γίνεται το δικό μου Βατερλό να μην έχει τουλάχιστο τη φάτσα του Καρατζαφέρη;
Είθε να περάσει γρήγορα… ή καλύτερα είθε να περάσει κάποτε…

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2012

Τα Βουνά Παντέρμα

Ήταν μόνη. Ένιωθε μόνη. Σα σε μια έρημο. Έψαχνε από καιρό την όαση αλλά πουθενά. Από χρόνια τώρα ζούσε στη γειτονική χώρα. Στη μια γεννήθηκε, στην άλλη μεγάλωσε, καμιά δεν την κέρδισε, καμιά δεν την έχασε. Κι ήταν μονίμως στην έρημο που τις χώριζε, ψάχνοντας την όαση που τις ένωνε. Αυτήν την έρημο την είχε μάθει πολύ καλά. Την είχε περπατήσει αμέτρητες φορές, ήταν σα να γνώριζε κάθε κόκκο ξεχωριστά. Μια δίπατρις που ένιωθε άπατρις! Τουλάχιστον στην έρημο ο κάθε κόκκος είχε παρέα πολλούς άλλους, δεν ήταν μόνος.

Αλλά αυτήν τη φορά ήταν διαφορετικά. Ένιωθε ότι κάποιος ήταν εκεί. Κάποιος πολύ οικείος της. Συνέχισε να περπατά ώσπου τον είδε στο βάθος να την πλησιάζει. Στάθηκε και τον περίμενε. Μετά από λίγα λεπτά έφτασε δίπλα της και χωρίς να πούνε κουβέντα άρχισαν να περπατάνε σιωπηλοί. Μετά από αρκετή ώρα κοντοστάθηκαν, κυττάχθηκαν για δυο δευτερόλεπτα και κάθισαν στην κορυφή ενός αμμόλοφου έχοντας την απότομη πλαγιά του στα πόδια τους. Έμειναν εκεί, αγκαλιασμένοι, με τα κεφάλια τους αλληλογερμένα γλυκά στους ώμους τους, για ώρες ατέλειωτες, ατενίζοντας το τοπίο. Ο αδελφός της, αυτός που ποτέ δεν είχε.

Ξάφνου, όλα ήταν λιγότερο ερημικά. Ένας χωρικός πέρασε από μπροστά τους, ηλιοκαμένος, κοντοστάθηκε και τους κύτταξε με τα κουρασμένα του μάτια για μια στιγμή, πριν συνεχίσει το δρόμο του. Λίγο αργότερα επέστρεψε κρατώντας στα δυο του χέρια τα λουριά από τα δυο ζωντανά που τον ακολουθούσαν, με κάποιο δισταγμό είναι η αλήθεια. Δυο άλογα πελώρια, το ένα με κατακόκκινο τρίχωμα, το άλλο γκριζογάλαζο. Πλησίασε λοιπόν ο χωρικός, τους έδωσε τα ηνία κι έφυγε.

Κύτταξαν για λίγο τα ζωντανά, μετά αλληλοκυττάχθηκαν. Ένα αυθόρμητο γέλιο έσπασε τη σιωπή του, σχεδόν, ερημικού τοπίου. Σηκώθηκαν κι άρχισαν να κατηφορίζουν τρέχοντας την πλαγιά, μέχρι που χάθηκαν στον ορίζοντα...