Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2012

Τα Βουνά Παντέρμα

Ήταν μόνη. Ένιωθε μόνη. Σα σε μια έρημο. Έψαχνε από καιρό την όαση αλλά πουθενά. Από χρόνια τώρα ζούσε στη γειτονική χώρα. Στη μια γεννήθηκε, στην άλλη μεγάλωσε, καμιά δεν την κέρδισε, καμιά δεν την έχασε. Κι ήταν μονίμως στην έρημο που τις χώριζε, ψάχνοντας την όαση που τις ένωνε. Αυτήν την έρημο την είχε μάθει πολύ καλά. Την είχε περπατήσει αμέτρητες φορές, ήταν σα να γνώριζε κάθε κόκκο ξεχωριστά. Μια δίπατρις που ένιωθε άπατρις! Τουλάχιστον στην έρημο ο κάθε κόκκος είχε παρέα πολλούς άλλους, δεν ήταν μόνος.

Αλλά αυτήν τη φορά ήταν διαφορετικά. Ένιωθε ότι κάποιος ήταν εκεί. Κάποιος πολύ οικείος της. Συνέχισε να περπατά ώσπου τον είδε στο βάθος να την πλησιάζει. Στάθηκε και τον περίμενε. Μετά από λίγα λεπτά έφτασε δίπλα της και χωρίς να πούνε κουβέντα άρχισαν να περπατάνε σιωπηλοί. Μετά από αρκετή ώρα κοντοστάθηκαν, κυττάχθηκαν για δυο δευτερόλεπτα και κάθισαν στην κορυφή ενός αμμόλοφου έχοντας την απότομη πλαγιά του στα πόδια τους. Έμειναν εκεί, αγκαλιασμένοι, με τα κεφάλια τους αλληλογερμένα γλυκά στους ώμους τους, για ώρες ατέλειωτες, ατενίζοντας το τοπίο. Ο αδελφός της, αυτός που ποτέ δεν είχε.

Ξάφνου, όλα ήταν λιγότερο ερημικά. Ένας χωρικός πέρασε από μπροστά τους, ηλιοκαμένος, κοντοστάθηκε και τους κύτταξε με τα κουρασμένα του μάτια για μια στιγμή, πριν συνεχίσει το δρόμο του. Λίγο αργότερα επέστρεψε κρατώντας στα δυο του χέρια τα λουριά από τα δυο ζωντανά που τον ακολουθούσαν, με κάποιο δισταγμό είναι η αλήθεια. Δυο άλογα πελώρια, το ένα με κατακόκκινο τρίχωμα, το άλλο γκριζογάλαζο. Πλησίασε λοιπόν ο χωρικός, τους έδωσε τα ηνία κι έφυγε.

Κύτταξαν για λίγο τα ζωντανά, μετά αλληλοκυττάχθηκαν. Ένα αυθόρμητο γέλιο έσπασε τη σιωπή του, σχεδόν, ερημικού τοπίου. Σηκώθηκαν κι άρχισαν να κατηφορίζουν τρέχοντας την πλαγιά, μέχρι που χάθηκαν στον ορίζοντα...

Δεν υπάρχουν σχόλια: