Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

Changing Of The Guards

Δεκαέξι χρόνια ατέλειωτα
ή μήπως τριανταδύο
η τράπουλα είναι ακόμη κλειστή
και τα χαρτιά κρυφά.
Αλλά η τύχη με καλεί
και ποιος μπορεί να της ξεφύγει;
Βάζω τα ρούχα μου
και μια κάπα,
κρύβω το πρόσωπό μου
και παίρνω το δρόμο μου
για την τελευταία αποστολή μου.
Τη βλέπω, το πρόσωπό της
χλωμό στο σεληνόφως,
και της χαμογελώ!
Πίνω μια γουλιά νερό
και την ακολουθώ.
Γύρω μου χάος, καταστροφή,
μετανοούσες μάγισσες κι αβάπτιστοι ιερείς,
όλοι γύρω απ'την πηγή,
χορεύοντας, γελώντας.
Το παλάτι άδειο,
οι καθρέπτες γυμνοί,
οι αντανακλάσεις εγκαταλείπουν
τα άδεια δωμάτια,
οι άγγελοι δεν τραγουδούν πια.
Με ξυπνά απότομα,
ανοίγω τα μάτια μου,
μου χαμογελά!
Τι κάνουμε τώρα; με ρωτά
και μου δείχνει τα δεσμά της.
Σηκώνομαι και τραβώ τις αλυσίδες,
μόνο για να διαπιστώσω
ότι τα δεσμά είναι πλέον και δικά μου.
Σταματά, γυρνά προς το πλήθος κι αναφωνεί:
Αγαπητοί, ήρθε η ώρα να αποφασίσετε,
σας έδωσα ότι μπορούσα
αλλά δεν κρατώ πλέον τα χαρτιά της τράπουλας.
Ετοιμαστείτε λοιπόν για την εξαφάνισή σας
ή απλά για την αλλαγή φρουράς!
Όπως και να'χει,
η ειρήνη επί γης είναι προ των πυλών,
πύρινη κι αδίστακτη!
Την κυττάζω κατάματα,
τα μάτια της υγρά κι αδίστακτα.
Βγάζω το καπέλο μου
κι υποκλίνομαι,
τη φιλώ,
κι αποχωρώ!

Επιρροές Δύλανος! Κι ακολουθούν διάφορες εκδοχές του εν λόγω πονήματος με πρώτη αγαπημένη, θα έλεγα ευθαρσώς, εκ των Λάνγκ και Γουίτλεως ακολουθούμενη σε απόσταση αναπνοής εκ ταύτης της κυρίας Σμίθ. Οι λοιπές κυρίως για εγκυκλοπαιδικούς λόγους. Με εξαίρεση φυσικά την τούτη πηγαίαν του Δύλανος...



Sixteen years,
Sixteen banners united over the field
Where the good shepherd grieves.
Desperate men, desperate women divided,
Spreading their wings 'neath the falling leaves.

Fortune calls.
I stepped forth from the shadows, to the marketplace,
Merchants and thieves, hungry for power, my last deal gone down.
She's smelling sweet like the meadows where she was born,
On midsummer's eve, near the tower.

The cold-blooded moon.
The captain waits above the celebration
Sending his thoughts to a beloved maid
Whose ebony face is beyond communication.
The captain is down but still believing that his love will be repaid.

They shaved her head.
She was torn between Jupiter and Apollo.
A messenger arrived with a black nightingale.
I seen her on the stairs and I couldn't help but follow,
Follow her down past the fountain where they lifted her veil.

I stumbled to my feet.
I rode past destruction in the ditches
With the stitches still mending 'neath a heart-shaped tattoo.
Renegade priests and treacherous young witches
Were handing out the flowers that I'd given to you.

The palace of mirrors
Where dog soldiers are reflected,
The endless road and the wailing of chimes,
The empty rooms where her memory is protected,
Where the angels' voices whisper to the souls of previous times.

She wakes him up
Forty-eight hours later, the sun is breaking
Near broken chains, mountain laurel and rolling rocks.
She's begging to know what measures he now will be taken.
He's pulling her down and she's clutching on to his long golden locks.

Gentleman, he said,
I don't need your organization, I've shined your shoes,
I've moved your mountains and marked your cards
But Eden is burning, either brace yourself for elimination
Or else your hearts must have the courage for the changing of the guards.

Peace will come
With tranquility and splendor on the wheels of fire
But will bring us no reward when her false idols fall
And cruel death surrenders with its pale ghost retreating
Between the King and the Queen of Swords.
 
A magnificent version by Patty Smith

 
A Finnish version
 
 
A black version

 
Amnesty Onternational
 

The first version


Δεν υπάρχουν σχόλια: